iΑρχικήiσελίδα

iΤαυτότητα

iΠεριεχόμενα

iΑρχείο

iRadio Αrtως

iExodως3

 

 

 

 

 

 

 

 
Aποστολές

ΙΡΑΚ

Το λίκνο του πολιτισμού...

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΜΠΑΜΠΗΣ ΞΑΡΧΑΚΟΣ



Το Ιράκ, το λίκνο του πολιτισμού δεν υπάρχει πια.
Εκεί που πριν από δέκα χιλιάδες χρόνια, σπάρθηκε το σιτάρι και το κριθάρι, ψήθηκε το πρώτο ψωμί.
Εκεί που γεννήθηκε η παγκόσμια εποχή του χαλκού.
Εκεί που πριν πέντε χιλιάδες χρόνια ανακάλυψαν τον τροχό και το ανθρώπινο χέρι χάραξε για πρώτη φορά στο νωπό ακόμη πηλό τη γραφή.
Εκεί που πριν από τέσσερις χιλιάδες χρόνια γράφτηκε ο πρώτος νομοθετικός κώδικας.
Εκεί το τοπίο του παραδείσου, η γη της Εδέμ από το το δεύτερο κεφάλαιο της Γένεσης, έχει γίνει σήμερα ένα σεληνιακό τοπίο.
Μαζί με τους ζωντανούς, οι Αγγλοσάξονες σταυροφόροι σκότωσαν και τους πεθαμένους, από τόσους λαούς και τόσες χιλιετίες, που τα κτερίσματά τους αποτελούσαν το θεμέλιο της παγκόσμιας ιστορίας του πολιτισμού.
Εκεί στις νύχτες της Βαγδάτης, χάθηκαν τα παιδικά μας όνειρα.
Στις όχθες του Ευφράτη, στο ανάκτορο που το 323 π.χ. πέθανε ο Μέγας Αλέξανδρος, πέθανε σήμερα και η συνείδησή μας.

ΒΑΒΥΛΩΝ Η ΠΥΛΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

"Εκεκόσμητο δε ως ουδέν άλλο πόλισμα των ημείς ίδμεν"
Ηρόδοτος. Η ομορφότερη πόλη του κόσμου

Η Βαβυλών, που σημαίνει «Πύλη του Θεού», υπήρξε κέντρο λατρείας του θεού Μαρντούκ. Αρκετά σημαντική διοικητική πρωτεύουσα όταν η Ουρ δέσποζε σε ολόκληρη την κεντρική και νότια Μεσοποταμία (2112-2004 π.χ.), η Βαβυλών έγινε πνευματική αλλά πρόσκαιρη πρωτεύουσα της νότιας Μεσοποταμίας τον 18ο αιώνα π.χ. υπό τον Αμορίτη βασιλιά Χαμουραμπί, πέμπτο βασιλιά της 1ης βαβυλωνιακής δυναστείας, ο οποίος υπήρξε, αναμφιβόλως, ο ηγεμών με το μεγαλύτερο γόητρο. Οικοδόμησε μια σημαντική αυτοκρατορία η οποία περιελάμβανε τη νότια Μεσοποταμία και όλη την έκταση που καταλάμβανε στο παρελθόν το βασίλειο της Ουρ.
Στις αρχές του 20ου αιώνα ανακαλύφθηκε στα Σούσα μια πλάκα από διορίτη όπου υπήρχε χαραγμένος ένας κώδικας που έμελλε να αποκαλύψει το πνεύμα αυτής της ενοποιητικής πολιτικής. Ένα ανάγλυφο απεικονίζει τον βασιλιά Χαμουραμπί να παίρνει τα κείμενα του νόμου από τα χέρια του θεού Σαμάς, προστάτη της δικαιοσύνης.
Η πλάκα, η οποία πρέπει να στήθηκε στο ναό που ήταν αφιερωμένος στον Σαμάς, στην πόλη Σιπάρ ή και στην ίδια τη Βαβυλώνα, μεταφέρθηκε στα Σούσα ως λεία του Ελαμίτη βασιλιά Σουτρουκναχουντέ γύρω στο 1200 π.χ.



Ο κώδικας του Χαμουραμπί δεν ήταν ο αρχαιότερος, γιατί οι Σουμέριοι είχαν ήδη δημιουργήσει έναν, πριν από τρεις αιώνες. Η ικανότητα και η ευρύτητα αυτού του κώδικα τον καθιστά μοναδική πηγή πληροφοριών όσον αφορά τη δομή της βαβυλωνιακής κοινωνίας.
Δεν έχει βρεθεί κανένα άγαλμα από τη Βαβυλώνα του Χαμουραμπί στη θέση όπου βρισκόταν άλλοτε η πολιτεία. Τα μόνα γνωστά αγάλματα είναι αυτά που μεταφέρθηκαν στα Σούσα από τους Ελαμίτες μετά την νίκη τους επί των Κασσιτών, των οποίων οι βασιλείς είχαν υιοθετήσει τον βαβυλωνιακό πολιτισμό.
Εξίσου δύσκολο είναι να εκτιμήσουμε τα επιτεύγματα της 1ης βαβυλωνιακής δυναστείας στον τομέα της ρυμοτομίας και της αρχιτεκτονικής, καθώς η Βαβυλών είναι θαμμένη κάτω από μεταγενέστερα οικοδομήματα.
Στα τέλη του 12ου αιώνα π.χ. οι Βαβυλώνιοι υπό τον Ναβουχοδονόσορα έστρεψαν σε φυγή τους Ελαμίτες, κατέστρεψαν την πρωτεύουσά τους, τα Σούσα, και ξαναπήραν τα αγάλματα των βασιλέων της Βαβυλώνας, τα οποία είχαν αφαιρεθεί.
Την πρώτη χιλιετία η πόλη έπεσε στα χέρια των Ασσυρίων αλλά οι εξεγέρσεις συνεχίστηκαν και η πόλη καταστράφηκε δυο φορές από τους Ασσυρίους τον 7ο αιώνα π.χ. Το 625 ο Ναμπουπολασάρ κήρυξε την πόλη ανεξάρτητη και αυτοανακηρύχθηκε βασιλιάς, ύστερα συμμάχησε με τους Μήδους για να νικήσει την Ασσυρία και να καταστρέψει την πρωτεύουσά της, Νινευή, το 612 π.χ.
Ο γιος του, Ναβουχοδονόσωρ Β΄, κατέλαβε τα τελευταία φυλάκια των Ασσυρίων και αφιέρωσε τα χρόνια της βασιλείας του (604-562 π.χ.) σε έντονη ανοικοδόμηση. Σώζονται τα ερείπια της πόλης που ανήκουν σε αυτή την περίοδο ανοικοδόμησης.
Ανασκαφές στη Βαβυλώνα έγιναν στα τέλη του 19ου αιώνα (1899) από Γερμανούς αρχαιολόγους υπό τον αρχιτέκτονα Ρόμπερτ Κόλντουεϊ ο οποίος, επί δεκαοκτώ χρόνια μέχρι το 1917, έφερνε συστηματικά στο φώς τα μνημεία από το ανατολικό μέρος της πόλης, αυξάνοντας σημαντικά τις γνώσεις μας σχετικά με την αρχιτεκτονική και τις τεχνικές ρυμοτομίας.



Η πόλη εκτεινόταν δεξιά και αριστερά κατά μήκος του Ευφράτη, αλλά τα σημαντικότερα οικοδομήματα ήταν στην ανατολική όχθη. Ένα εξωτερικό τείχος περίπου 15 χιλιομέτρων περιέκλειε μια σχεδόν ακατοίκητη περιοχή όπου θα μπορούσαν να καταφύγουν οι χωρικοί σε καιρό πολέμου.
Αυτή τη εξωτερική αμυντική γραμμή ενίσχυσε προς βορρά ένα φρούριο ύψους περίπου 23 μέτρων το οποίο σώζεται ως σήμερα και προστάτευε το βασιλικό ανάκτορο. Την πόλη προστάτευε επίσης ένα διπλό, τετράπλευρο τείχος μήκους 7,5 χιλιομέτρων και ένα κανάλι το οποίο χρησίμευε ως τάφρος. Το εσωτερικό τείχος είχε οκτώ πύλες, καθεμιά από τις οποίες προστάτευε ο δικός της θεός.
Η γνωστότερη από αυτές είναι εκείνη που ήταν αφιερωμένη στην Ιστάρ, θεά του πολέμου. Αυτή η πύλη ήταν διπλή, περνούσε από δυο τοίχους με δυο πύργους και πόρτες που άνοιγαν προς το εσωτερικό των τειχών και χρησίμευαν για σκοπιές. Η κυρία πύλη ήταν διακοσμημένη με δράκοντες, έμβλημα του θεού Μαρντούκ, σε λειασμένο τούβλο, αλλά και με ταύρους, οι οποίοι συνδέονταν με τον Αντάντ, θεό της καταιγίδας, σε σμαλτωμένα πλακίδια.
Η πύλη, της οποίας σώζονται μόνο τα θεμέλια, ανακατασκευάστηκε ως το ύψος των 48 μέτρων με τα σμαλτωμένα πλακίδια που βρέθηκαν εκεί.
Μια πομπική λεωφόρος με σμαλτωμένα πλακίδια και φιγούρες λιονταριών, που ήταν τα εμβλήματα της Ιστάρ, περνούσε από την πύλη της θεάς, ακολουθούσε το διπλό τείχος που προστάτευε το ανάκτορο και έφτανε στην καρδιά της πόλης, όπου συνέδεε τον ναό του Μαρντούκ Εσαγκίλα, που σημαίνει ΄΄ ναός με υψηλή οροφή΄΄, με το ναό του νέου έτους έξω από τα τείχη της πόλης όπου κάθε άνοιξη εόρταζαν την αρχή της καινούργιας χρονιάς.
Το βασιλικό ανάκτορο του Ναβουχοδονόσορα προστάτευε ο ποταμός Ευφράτης με ένα ογκώδες φρούριο από τη μια μεριά και ψηλά τείχη από τις άλλες.
Είχε πέντε αυλές οι οποίες άνοιγαν σε δημόσιους χώρους στη νότια πλευρά. Η κεντρική αυλή οδηγούσε στη μεγάλη αίθουσα του θρόνου της οποίας οι τοίχοι ήταν από μπλε και κίτρινα σμαλτωμένα πλακίδια που απεικόνιζαν φοινικόσχημους κίονες.
Οι περίφημοι κρεμαστοί κήποι που περιγράφει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης ως ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου, αλλά δεν αναφέρονται σε κανένα βαβυλωνιακό κείμενο, πρέπει να βρίσκονται στη βορειοδυτική γωνία του ανακτόρου, με παράλληλους θολωτούς σκεπαστούς διαδρόμους.
Από το ανάκτορο, η λεωφόρος συνέχιζε ως τον μεγάλο ναό του Μαρντούκ, του σημαντικότερου Βαβυλώνιου θεού. Ο ναός ήταν ένα φρούριο με τετράγωνο δάπεδο κι έναν κεντρικό πύργο ο ποίος περιείχε το άγαλμα του θεού, το οποίο περιέφεραν κατά την διάρκεια των λιτανειών. Δίπλα στο ναό, αλλά με έναν τοίχο να τους χωρίζει, βρισκόταν το ζιγκουράτ, ή Πύργος της Βαβέλ. Το ζιγκουράτ ήταν ένας τετράγωνος πύργος ύψους 100 μέτρων, φτιαγμένος από πλίνθους καλυμμένους με ψημένα τούβλα.
Για αιώνες απογυμνωνόταν από το οικοδομικό υλικό του και το μόνο που απομένει σήμερα είναι μια τεράστια τετράγωνη βάση.
Ωστόσο, κάποτε ορθωνόταν πάνω από την πόλη με τους επτά ορόφους του, με ένα ναό στην κορυφή όπου, σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Ηρόδοτος, γινόταν ο ιερός γάμος του βασιλιά και της Μεγάλης Ιέρειας, στα πλαίσια των εορτασμών του νέου έτους.

ΟΥΡ
Η ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΗ ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Η Ουρ, σημερινή Τελ Ελ-Μουκαγιάρ ή «Λόφος της Πίσσας», είναι χτισμένη σε μια πλατειά, αμμώδη, ερημική πεδιάδα, περίπου 9 χιλιόμετρα από τον Ευφράτη και άλλα τόσα από τον Περσικό Κόλπο.
Η πόλη αυτή, η οποία αναφέρεται στη βίβλο ως χώρα της φυλής του Αβραάμ, ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια της αποκαλούμενης Περιόδου Ουμπαϊντ (4500-4000 π.χ.).
Αρχικά ήταν ένα καλά οργανωμένο χωριό και οι κάτοικοί του ήταν αποκλειστικά αγρότες και κτηνοτρόφοι. Στην αρχή της 3ης χιλιετίας, την πρωτοδυναστική εποχή, στη νότια Μεσοποταμία με τον κυρίως σουμεριακό πολιτισμό της, υπήρχαν διάσπαρτες πόλεις-κράτη, ανάμεσα στις οποίες και η Ουρ, με βασιλικές δυναστείες και πανίσχυρους θεούς οι οποίοι ανταγωνίζονταν μεταξύ τους σχετικά με το ποιος θα επικρατήσει στην περιοχή.
Σε αυτά τα αστικά κέντρα τα ευρήματα δείχνουν την εξέλιξη της τεχνικής καθώς και το εμπόριο που διεξαγόταν σε μεγάλες αποστάσεις, πράγμα που συνεπαγόταν τον εφοδιασμό με υλικά, ανάμεσα στα οποία ξυλεία από το Λίβανο, ασήμι από το όρος Αμάν και λαζουρίτης από το Μπαντακσάν, το σημερινό Αφγανιστάν.
Τα πλούσια κτερίσματα που βρέθηκαν σε βασιλικούς τάφους της Ουρ δείχνουν την αφθονία πολύτιμων υλικών και την επιδεξιότητα των τεχνικών που κατέστησαν την Κάτω Μεσοποταμία ανώτερη από όλους τους άλλους λαούς της εποχής ως προς την τεχνολογία.
Ταυτοχρόνως, διοικητικά έγγραφα προσφέρουν τις πρώτες λεπτομέρειες σχετικά με την οργάνωση των τεχνιτών, τις τεχνικές διαδικασίες και την ορολογία υλικών και αντικειμένων, κι επιβεβαιώνουν τον έλεγχο που ασκούσαν στο εμπόριο ο ναός και τα ανάκτορα.
Στήριζαν τη γεωργία με την κατασκευή μεγάλων καναλιών, πράγμα που διευκόλυνε την άρδευση όλου του εδάφους ανάμεσα στον Τίγρη και τον Ευφράτη και με τη μεταφορά αγαθών με πλωτά μέσα.



Γύρω στο 2300 π.χ., ο Σημίτης βασιλιάς Σαργών ίδρυσε το βασίλειο του Ακκάδ στο βορρά και κατέκτησε την περιοχή που εκτεινόταν από τον Περσικό Κόλπο μέχρι την Εμπλούς. Όταν κατέρρευσε αυτή η αυτοκρατορία δυο αιώνες αργότερα, επικράτησε η Ουρ υπό τους μεγάλους βασιλείς της 3ης δυναστείας (2112-2004) και κυριάρχησε σε αυτή την περιοχή ανάμεσα στους δυο ποταμούς. Τη 2η και 3η χιλιετία, η Ουρ ήταν σημαντικό κέντρο λατρείας του θεού της σελήνης, Νάννα, και πολλοί Βαβυλώνιοι βασιλείς αποκατέστησαν τους ναούς της πόλης δείχνοντας έτσι το σεβασμό τους στον συγκεκριμένο θεό.
Η πόλη μάλλον εγκαταλείφθηκε τον 4ο αιώνα π.χ. λόγω εκτροπής των ποταμών. Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα μόνο τα επιβλητικά ερείπια των ζιγκουράτ της Ουρ ξεπρόβαιναν μέσα από την έρημο. Τότε ο Βρετανός πρόξενος στη Βασόρα, ο Τζ. Τέιλορ, έκανε ορισμένες έρευνες στην περιοχή και, λόγω των επιγραφών που βρέθηκαν εκεί, ο αρχαιολογικός αυτός χώρος αναγνωρίστηκε ως η Ουρ των Χαλδαίων, η χώρα του Αβραάμ.
Το 1922 το Βρετανικό Μουσείο και το Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνιας οργάνωσαν μια κοινή αποστολή υπό τον Λ. Γούλεϊ, τον οποίο επί δώδεκα χρόνια, βοήθησαν και άλλοι γνωστοί αρχαιολόγοι και επιγραφολόγοι ανάμεσα σους οποίους οι Μ. Μαλόουαν, Σ. Γκαντ και Λ. Λεγκρέν.
Η πιο μεγάλη ανακάλυψη ήταν, οι βασιλικοί τάφοι (3η χιλιετία π.χ.) Το 1927, όπου έγιναν ανασκαφές ως το 1931.
Η ταφική ζώνη, δίπλα στην ιερή περιοχή, περιείχε περισσότερους από 200 τάφους απλών ανθρώπων σε ορθογώνιους λάκκους και 17 τάφους ανθρώπων που ανήκαν σε ανώτερες τάξεις, ταφικούς θαλάμους από πέτρα και πλίνθους. Πολλοί από αυτούς τους τάφους είχαν ανοιχτεί και συληθεί κατά την αρχαιότητα, όμως ότι είχε απομείνει ήταν υπέροχο.
Οι γνωστότεροι είναι του Αρμπάτζι και της βασίλισσας Πουάμπι, που ονομάστηκαν "Μεγάλο Φρεάτιο του Θανάτου", γιατί περιείχαν λείψανα τουλάχιστον 74 ανθρώπων και τον τάφο του βασιλιά Μεσκαλαμντούγκ.



Ανάμεσα στα υπέροχα κτερίσματα βρέθηκαν χρυσά δοχεία, κοσμήματα, εκατοντάδες αντικείμενα από λαζουρίτη, άρπες στολισμένες με κεφαλές ταύρων, χρυσά όπλα, ανάμεσα στα οποία η ανάγλυφη περικεφαλαία του Μεσκαλαμντούγκ και το εγχειρίδιό του με χρυσή λεπίδα και λαβή από λαζουρίτη, καθώς κι ένα κουτί από όστρακα και κόκκινο ασβεστόλιθο σε φόντο από λαζουρίτη κολλημένο σε πίσσα. Αυτό το κουτί στη μια πλευρά του έχει πολεμικές σκηνές και στην άλλη ένα συμπόσιο, το οποίο ίσως είχε γίνει στα πλαίσια των εορτασμών για τη νίκη.
Επίσης απεικονίζονται ζώα και άνθρωποι που κάνουν προσφορές.
Ο Γούλεϊ αναπαράστησε τη νεκρική τελετή αυτών των πρωτοδυναστικών βασιλέων βασισμένος σε αυτά τα ευρήματα και τους πολλούς ανθρώπους και τα ζώα που είχαν θυσιαστεί σε αυτούς τους τάφους.
Ο νεκρός βασιλιάς συνοδευόταν στην άλλη ζωή από πολλούς αξιωματούχους και πολεμιστές, τους οποίους θανάτωναν μαζί με τα ζώα που έσερναν τις άμαξες, όπως συνηθιζόταν και στην Αίγυπτο την ίδια περίοδο.
Βορείως της πόλης, σε έναν ιερό περίβολο, υπήρχε το ζιγκουράτ, ένας ναός-πύργος, και ο ναός του θεού της σελήνης, Νάννα.
Τα οικοδομήματα που κατασκεύασαν οι βασιλείς της 3ης δυναστείας, αποκαταστάθηκαν από μεταγενέστερους ηγεμόνες.
Το ζιγκουράτ οικοδόμησε ο βασιλιάς Ουρ-Ναμμού και αποπεράτωσε ο γιος του Σούλγκι στη θέση όπου υπήρχε ένας προγενέστερος ναός με τρεις ορόφους και το ιεροσκευοφυλάκιο του θεού, το οποίο βρισκόταν στην κορυφή του οικοδομήματος.
Στον κάτω όροφο, ύψους περίπου 20 μέτρων, υπήρχαν τρεις μεγάλες σκάλες που κατέληγαν στην κορυφή. Για να φτάσει στον κυρίως ναό που ήταν χτισμένος στο κάτω μέρος του ζιγκουράτ, η θεά έπρεπε πρώτα να κατέβει από τον ουρανό στην κορυφή του πύργου που ήταν αφιερωμένος σε αυτήν.
Έτσι, το ζιγκουράτ τόνιζε τη σχέση ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, τον άνθρωπο και τον θεό του.
Η μεγάλη αυλή του Νάννα, όπου συγκεντρώνονταν οι προσφορές για το θεό και τους ιερείς, κατελάμβανε το υπόλοιπο βορειοανατολικό μέρος της ιερής περιοχής. Στη γωνία που σχημάτιζε η αυλή και ο ιερός περίβολος βρίσκεται το οικοδόμημα όπου μάλλον κατοικούσε το θεϊκό ζευγάρι Νάννα-Νιγκάλ.
Στην απέναντι πλευρά αυτού του περιβόλου υπήρχε ένα μεγάλο τετράγωνο οικοδόμημα της Ουρ.
Δίπλα του υπήρχαν άλλα διαμερίσματα, τα οποία εγκαταλείφθηκαν ξαφνικά όταν κατέστρεψε την Ουρ ο βασιλιάς Σάμσου-Ιλούνα από την Βαβυλώνα το 1729 π.χ.
Τα σπίτια γενικά ήταν διώροφα, με τοίχους από τούβλα και πλίνθους των οποίων το επάνω μέρος είχε ψηθεί στον ήλιο γιατί δεν υπήρχαν πέτρες. Αυτά τα σπίτια είχαν μια κεντρική αυλή στην οποία έβλεπαν τα δωμάτια. Συνήθως ο νεκρικός θάλαμος ήταν κάτω από το έδαφος και οι διάφορες προσφορές γινόταν σε ένα ναΐσκο, στην άκρη της πόλης.
Ο καθένας μας, στα προσωπικά του διαβάσματα, είναι γεμάτος από Ιράκ: Ιστορίες από το δημοτικό, οι Κρεμαστοί Κήποι της Βαβυλώνας, η Γη της Εδέμ, ο Πύργος της Βαβέλ, ο Κλέφτης της Βαγδάτης, οι Χίλιες και μια Νύχτες, τα Παραμύθια της Χαλιμάς. Τα κόμικς του Goscinny με τον βεζύρη Ιζνογκούντ. Ο θάνατος του Μεγαλέξανδρου στο ανάκτορό του στις όχθες του Ευφράτη. Ο θάνατος του αυτοκράτορα Ιουλιανού στη Κτησιφώντα.



Μετά τον πόλεμο του Κόλπου το 1991 στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ έγινε πρόταση να δημιουργηθεί μια εξεταστική επιτροπή της UNESCO για να μελετήσει τις καταστροφές στην πολιτιστική κληρονομιά του Ιράκ από τον πόλεμο. Προσέκρουσε στο βέτο των ΗΠΑ και της Μ. Βρετανίας.
Οι ΗΠΑ συνεχίζουν να μην επικυρώνουν τη Σύμβαση της Χάγης του 1954, που απαγορεύει την επίθεση σε πολιτιστικά και θρησκευτικά μνημεία. Έχουν τους λόγους τους.
Χάθηκε ένας πολιτισμός ο οποίος είχε αντέξει για 10.000 χρόνια
Η Μοσούλη, στο Βορρά, με τα τζαμιά των Ομεϊαδών, η πόλη του προφήτη Ιωνά.
Το Κιρκούκ, κάτω από την κουρδική ζώνη, με το μεγάλο οθωμανικό κάστρο.
Η Σαμάρα, με την αρχαία πόλη να εκτείνεται 20 μίλια στον Τίγρη.
H Oυρ, η αρχαιότερη πόλη του κόσμου.
Η Βασόρα, με τα πρώιμα Ισλαμικά τεμένη.
Η Βαγδάτη με τα παλάτια των Αββασιδών, με το πρώτο πανεπιστήμιο στον κόσμο που ιδρύθηκε πριν από χίλια χρόνια και με το αρχαιολογικό μουσείο με τα κεραμικά σκεύη από τα πρώτα αγροτικά χωριά στον κόσμο, τα χάλκινα και μπρούτζινα εργαλεία των Σουμερίων, τις αναπαραστάσεις αμαξών σε λίθινες πλάκες, τις κυλινδρικές σφραγίδες με εγχάρακτες σφηνοειδείς επιγραφές και με τα χιλιάδες ευρήματα από τη γη του Ιράκ.
Όλα αυτά δεν υπάρχουν πια. Καταστράφηκαν τα τελευταία 15 χρόνια από τους βομβαρδισμούς των Αμερικάνων και των Βρετανών.



Με τον πρόσφατο πόλεμο, η καταστροφή είναι ολοκληρωτική.
Η ιστορία έγραψε τις μελανότερες σελίδες της από τη γέννηση της ανθρωπότητας.
Και ευθυνόμαστε όλοι μας για αυτό...



 

Art Paris
Αιθιοπία
Ανδαλουσία
Ανδαλουσία
Αφρική
Βαλκάνια
Βαλχάλα
Βανουάτου
Βαρκελώνη
Βενετία
Βερολίνο
Βερόνα
Βρυξέλλες

Cartagena

Espiritu Santo
Ινδίες
Ιράκ
Ιράν
Iσλανδία
Κάϊρο
Καραϊβική
Κassel
Κολομβία
Κοπενχάγη
Κούβα
Κωνσταντινούπολη:
Τo Σταυροδόμι των τεχνών
Κωνσταντινούπολη:
mια πόλη μέσα μου
Lago di Garda
Λονδίνο I
Λονδίνο II
Μαδρίτη
Μαλάουϊ
Μόσχα
Νείλος
Νέα Υόρκη
Nότιος Αφρική
Νορβηγία
Οδησσός
Ουγκάντα
Παρίσι
Πέργαμος
Περού
Πίζα
Ραροτόνγκα
Robben Island
Σαντιάγο
Σαράγεβο
Σμύρνη
Σοβέτο
San Pedro De Atacama
Σόφια
Σρι Λάνκα
Στα Νησιά του Πάσχα
Τζιμπουτί
Τόκυο
Τολέδο
Τυνησία
Φλωρεντία
Χιλή