iΑρχικήiσελίδα

iΤαυτότητα

iΠεριεχόμενα

iΑρχείο

iRadio Αrtως

iExodως3

 

 

 

 

 

 

 

 
Aποστολές

ΒΑΛΧΑΛΛΑ
ΟΥΡΑΝΙΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΝΑΣΟΣ ΧΡΙΣΤΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

«Βαλχάλλα, ο ουράνιος παράδεισος της γερμανικής μυθολογίας, ο τόπος ανάπαυσης των ηρώων που έπεσαν σε μάχες και μεταφέρθηκαν εκεί από τις θυγατέρες του Βόταν, τις Βαλκυρίες, ο χλοερός τόπος της αθανασίας. Βαλχάλλα, το ανάκτορο των θεών, όπως το ζωγράφισε αργότερα με μοναδικές μουσικές πινελιές, ο Βάγκνερ στην τετραλογία του».

«Η Βαλχάλλα, είναι μεν ένας περίπτερος ναός, με οκτώ κίονες στην πρόσοψη και στην πίσω πλευρά και δεκαεφτά κίονες στα πλάγια η κατασκευή τους, όμως, στερείται την αέρινη πλαστικότητα των κιόνων του Παρθενώνος».

Μέσα στον κρύο γερμανικό Δεκέμβρη του 1807, την εποχή που οι στρατιές του Ναπολέοντος Βοναπάρτη άπλωναν τη σκληρή κυριαρχία τους στην Ευρώπη, ο εικοσάχρονος και ονειροπόλος διάδοχος του θρόνου της Βαυαρίας Λουδοβίκος, χριστιανός και ελληνολάτρης, αναζητούσε με πάθος κάτι το ξεχωριστό. Με αρκετή φαντασία, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ονειρευόταν: όχι τα συνηθισμένα χριστουγεννιάτικα αγγελούδια, Αη-Βασίληδες και δώρα. Στον ύπνο του έβλεπε μυθολογικούς θεούς, Έλληνες και Γερμανούς, έβλεπε το Δία να συζητάει με τον ομόλογό του Βόταν, συντροφιά με τις συζύγους τους Ήρα και Φρίκα, καθώς προσπαθούσαν να βρουν τρόπο να ηρεμήσει κάποτε αυτός ο κόσμος, να πάψει να σκοτώνεται για πολιτικούς, θρησκευτικούς ή άλλους λόγους. Φυσικά, ο Άρης και ο Ντόνερ, οι αντίστοιχοι πολεμοχαρείς θεοί, διαφωνούσαν, όμως, ο νεαρός πρίγκιπας, είχε αυτιά μόνο για τα ειρηνόφιλα επιχειρήματα. Και, στηριζόμενος στα όνειρά του, αποφάσισε να προχωρήσει σε ένα ρηξικέλευθο εγχείρημα: να ανεγείρει μνημείο που, αφενός μεν, να φωτίζει το έργο μεγάλων μορφών του ευρύτερου γερμανικού έθνους, υπογραμμίζοντας την ανάγκη απότισης τιμών σε σπουδαίες φυσιογνωμίες του, αφετέρου δε, να οδηγεί σε εθνική υπέρβαση και να παραπέμπει σε γενικότερες, υπερεθνικές αξίες. Ο ιδεατός θεμέλιος λίθος της Βαλχάλλα είχε τεθεί.

Τα μεγαλεπήβολα σχέδια, ωστόσο, προκειμένου να διαβούν το κατώφλι που χωρίζει τη δημιουργική φαντασία από την απτή πραγματικότητα, χρειάζονται οικονομικά μέσα. Αυτά, δεν τα διέθετε ο Λουδοβίκος, αν και διάδοχος αξιόλογου θρόνου. Δε δίστασε, όμως, να προχωρήσει όσο περνούσε από το χέρι του: με δικά του χρήματα, ανέθεσε σε ικανούς γλύπτες να σμιλέψουν τις πρώτες προτομές, που θα έβρισκαν αργότερα τη θέση τους στο εσωτερικό του μνημείου. Παράδοξο, πρωθύστερο σχήμα, μα ποια σημασία μπορεί να έχει κάτι τέτοιο;
Έτσι, όταν το 1825 πήρε τα ηνία της Βαυαρίας ως βασιλιάς, ήσαν ήδη έτοιμες οι μορφές ένδοξων τέκνων του γερμανικού έθνους: ανάμεσά τους συγκαταλέγονταν πολιτικοί (ο Φρειδερίκος ο Μέγας, η Μαρία-Θηρεσία), ποιητές (ο Γκαίτε, ο Σίλερ), μουσικοί (ο Γκλουκ, ο Χάιντν), στοχαστές και φιλόσοφοι (ο Λάιμπνιτς, ο Καντ).
Το όνομα του μνημείου, είχε ήδη βρεθεί επίσης προ πολλού: Βαλχάλλα, ο ουράνιος παράδεισος της γερμανικής μυθολογίας, ο τόπος ανάπαυσης των ηρώων που έπεσαν σε μάχες και μεταφέρθηκαν εκεί από τις θυγατέρες του Βόταν, τις Βαλκυρίες, ο χλοερός τόπος της αθανασίας. Βαλχάλλα, το ανάκτορο των θεών, όπως το ζωγράφισε αργότερα με μοναδικές μουσικές πινελιές, ο Βάγκνερ στην τετραλογία του.
Τώρα, έμενε να ανεγερθεί το οικοδόμημα. Έργο, το οποίο ανέλαβε να διεκπεραιώσει ο αρχιτέκτων Λέο φον Κλέντσε. Σκέψεις και ιδέες γύρω από τη μορφή του μνημείου, είχαν ανταλλάξει οι δυο άνδρες ήδη από το 1821! Με βάση την εν λόγω χρονολογία, λοιπόν, δε φαίνεται να ξενίζει η τελική επιλογή: «η Βαλχάλλα, θα χτιζόταν στο πρότυπο του Παρθενώνα και της Ακρόπολης της Αθήνας».

«Όμορφα! Και σε ποιο σημείο θα την ανεγείρουμε;» ρώτησε ο δημιουργός.
«Μα προφανώς στη Βαυαρία!» αποκρίθηκε ο ηγεμόνας.
«Στην πρωτεύουσα; Το Μόναχο; Όπως στην αρχαία Αθήνα;»
«Καθόλου. Φευγάτο από τη βουή της πόλης, στην εξοχή. Στην πλαγιά ενός λόφου κι όχι στην κορυφή του, ώστε να μη μοιάζει απομονωμένο το μνημείο. Δίπλα στο ποτάμι μας, το Δούναβη, για να ακολουθούν οι τιμώμενες ψυχές τον αέναο ρου του και αέναα να διακινείται η δόξα από το επίγειο πέρασμά τους.»
Το όνειρο το Λουδοβίκου, πατέρα του πρώτου βασιλιά του ελεύθερου ελληνικού κράτους Όθωνος, θεμελιώθηκε το 1830 και ολοκληρώθηκε δώδεκα χρόνια αργότερα, το 1842.
Δυο αιώνες έχουν τρέξει από εκείνες τις ονειροφαντασιές. Το αυτοκίνητο του σημερινού επισκέπτη, διασχίζει τους επαρχιακούς δρόμους της Βαυαρίας, πλησιάζοντας από το νότο προς την πόλη Ρέγκενσμπουργκ. Ημέρα ηλιόλουστη κι ατμόσφαιρα διαυγής.

«Βλέπεις ό,τι βλέπω; Ή είναι αντικατοπτρισμός;»
Η ερώτηση, περιττή και αγεωγράφητη, επέχει μάλλον θέση έκφρασης ανυπόκριτου θαυμασμού. Γιατί, από χιλιόμετρα μακριά, αχνοφαίνεται σαν κουκίδα κατάλευκη μέσα στο πράσινο δάσος η Βαλχάλλα. Και όσο πλησιάζεις, καλό είναι να μη σε παρασύρει, σα Σειρήνα, η ομορφιά του τοπίου, γιατί ο δρόμος, αν και άψογα χαραγμένος, έχει πολλές στροφές. Υπομονή, ώσπου να διανύσεις την απόσταση και να βρεθείς στο μνημείο.
Η πρώτη εντύπωση, είναι ότι στέκεις αντιμέτωπος με έναν αρχαίο ελληνικό ναό, που δεν έχει υποστεί τη φθορά του χρόνου. Δεν πρόκειται βέβαια για ακριβές αντίγραφο του Παρθενώνα. Ούτε θα ήταν άλλωστε εφικτό τέτοιο επίτευγμα: ακόμα κι όταν λάμπει ο ήλιος στην περιοχή, είναι αδύνατον να χαρίσει το απαλό φως της Αττικής· ακόμα κι όταν ατενίζει ο επισκέπτης το μνημείο με φόντο το «γαλάζιο Δούναβη», είναι αδύνατον να προσεγγίσει το βλέμμα την οπτική αγαλλίαση που δοκιμάζει, όταν θαυμάζει το ναό της Αθηνάς με φόντο το Σαρωνικό.
Αλλά οι διαφορές, δεν περιορίζονται στον ψυχολογικό τομέα. Η Βαλχάλλα, είναι μεν ένας περίπτερος ναός, με οκτώ κίονες στην πρόσοψη και στην πίσω πλευρά και δεκαεφτά κίονες στα πλάγια (όλους σε δωρικό ρυθμό), η κατασκευή τους, όμως, στερείται την αέρινη πλαστικότητα των κιόνων του Παρθενώνος. Η βάση του ναού, δε βρίσκεται στο κέντρο του όλου κτίσματος, με εξωτερικά δε ανάγλυφα, κοσμούνται μόνο τα δύο αετώματα, ενώ δεν υπάρχουν γλυπτά στις μετώπες ή στη ζωφόρο. Φυσικά, δεν μπορούσαν να είναι ελληνικά, ούτε τα θέματα των παραστάσεων: στο νότιο αέτωμα, εικονίζεται ένθρονη η Γερμανία, περιστοιχιζόμενη από τις απελευθερωμένες πόλεις της, και στο βόρειο, δοξάζεται η νίκη του Τεύτονος Χέρμαν, επί των Ρωμαίων εισβολέων (κατά προφανή παραπομπή στις ναπολεόντειες επιδρομές).

Πρέπει, εξάλλου, να μην παραβλεφθεί η διαφορετική κατασκευή του υπόβαθρου του οικοδομήματος και να επισημανθεί, ιδίως η διαφορετικότητα του εσωτερικού του μνημείου, το οποίο μοιάζει με χριστιανικό ναό. Εννοείται πως, στη θέση των αγγέλων, στέκονται Βαλκυρίες· στη θέση της αναπαράστασης στιγμών του βίου του Ιησού, η ανάγλυφη ιστόρηση της γένεσης του γερμανικού έθνους, και, αντί εικόνων ή αγαλμάτων αγίων, οι προτομές των ένδοξων τέκνων του.
Τιμώνται (εκτός των προαναφερθέντων και, μεταξύ άλλων,) ο Μπαχ, ο Μότσαρτ και ο Μπετόβεν, ο Κοπέρνικος, ο Παράκελσος και ο Κέπλερ, ο Ντύρερ, ο Ρούμπενς και ο Βαν Ντάικ, ο Έρασμος και ο Γκρότιους, ο Λούθηρος. Και, από την πιο πρόσφατη εποχή, η επιστημονική φυσιογνωμία του Αϊνστάιν, ο εκ των πατέρων της ευρωπαϊκής ενοποίησης Αντενάουερ, η νεαρή ηρωίδα της αντίστασης κατά του ναζισμού Σοφία Σολ.
Η ενδεικτική αυτή απαρίθμηση, υπογραμμίζει και μιαν ακόμη διάσταση του μνημείου. Δεν περιλαμβάνονται κατ' αποκλειστικότητα πρόσωπα με γερμανική εθνικότητα και με τα γερμανικά ως μητρική γλώσσα, αλλά και άλλοι (π.χ. Ελβετοί, Ολλανδοί, Φλαμανδοί) οι οποίοι μιλούσαν γλώσσα, που είχε απλώς ρίζες γερμανικές μα, κυρίως, ανήκαν σε κοινότητα πολιτισμού. Έτσι, νοήθηκε στην Βαλχάλλα η «γερμανική πατρίδα».

Προκειμένου δε να υπογραμμιστεί εντονότερα η πολιτιστική και φιλειρηνική διάσταση, οι τελευταίοι στρατηλάτες που η προτομή τους περιέχεται στο μνημείο, ήσαν ο καγκελάριος Βίσμαρκ και ο στρατηγός του, ο Φον Μόλτκε. Η εισδοχή τους στο γερμανικό Πάνθεον (διαδικασία που απαιτεί την παρέλευση τουλάχιστον είκοσι ετών από τον θάνατο του υποψήφιου), πραγματοποιήθηκε το 1908 και το 1910 αντίστοιχα. Οι πρωταγωνιστές των δυο παγκόσμιων πολέμων που ακολούθησαν, καλό είναι να καλυφθούν με απόλυτη λήθη.
Ο Λουδοβίκος της Βαυαρίας, έδωσε, λοιπόν, σάρκα και οστά στο όνειρό του. Ο μονάρχης που -σύμφωνα με τα λόγια του Γκαίτε- ανύψωσε, «παράλληλα με τη βασιλική μεγαλειότητα, και την έμφυτη ανθρώπινη φύση του», πρόσφερε ένα παράδειγμα πανανθρώπινης ενόρασης, με αξίες και ιδανικά, μακριά από πολιτικές, φυλετικές ή θρησκευτικές τριβές. Τίμησε το γερμανικό πνεύμα, εντάσσοντάς το σε αρχαίο ελληνικό πλαίσιο και τοποθετώντας το σε σημείο που να κατευθύνει τη ματιά προς την ανατολή, προς τις εκβολές του ποταμού Δούναβη στον Εύξεινο Πόντο, προς την Ασία. Την ήπειρο, η οποία, κατά τα ψυχικά σκιρτήματα των ρομαντικών του 19ου αιώνα, βρίσκεται στις απαρχές ολόκληρης της ανθρωπότητας.



 

Art Paris
Αιθιοπία
Ανδαλουσία
Αφρική
Βαλκάνια
Βαλχάλα
Βανουάτου
Βαρκελώνη
Βενετία
Βερολίνο
Βερόνα
Βρυξέλλες

Cartagena

Espiritu Santo
Ινδίες
Ιράκ
Ιράν
Iσλανδία
Κάϊρο
Καραϊβική
Κassel
Κολομβία
Κοπενχάγη
Κούβα
Κωνσταντινούπολη:
Τo Σταυροδόμι των τεχνών
Κωνσταντινούπολη:
mια πόλη μέσα μου
Lago di Garda
Λονδίνο I
Λονδίνο II
Μαδρίτη
Μαλάουϊ
Μόσχα
Νείλος
Νέα Υόρκη
Nότιος Αφρική
Νορβηγία
Οδησσός
Ουγκάντα
Παρίσι
Πέργαμος
Περού
Πίζα
Ραροτόνγκα
Robben Island
Σαντιάγο
Σαράγεβο
Σμύρνη
Σοβέτο
San Pedro De Atacama
Σόφια
Σρι Λάνκα
Στα Νησιά του Πάσχα
Τζιμπουτί
Τόκυο
Τολέδο
Τυνησία
Φλωρεντία
Χιλή