MARK KNOPFLER

(Ως3 - NOEMBΡΙΟΣ 2007)

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΝΙΚΟΣ ΒΙΔΑΛΗΣ

Με νέο άλμπουμ στις αποσκευές του και συναυλία στην Ελλάδα τον ερχόμενο Ιούνιο!

Για 20 περίπου χρόνια, υπήρξε η φωνή και η ψυχή ενός από τα πλέον πετυχημένα stadium rock γκρουπ της Ευρώπης. Οι Dire Straits πούλησαν εκατομμύρια δίσκους και διέγραψαν λαμπρή πορεία στα chart, μέχρι το 1995 που ο Knopfler αποφάσισε να δώσει τέλος. Ο ίδιος ωστόσο συνέχισε σόλο, συμπληρώνοντας φέτος 30 χρόνια καριέρας. Αυτά τα τόσο σημαντικά γενέθλια γιορτάζει με την κυκλοφορία ενός πολύ καλού άλμπουμ, με τον τίτλο «Kill to get crimson», και μια νέα περιοδεία, το 2008, ένας από τους σταθμούς της οποίας θα είναι και το θέατρο του Λυκαβηττού, την Παρασκευή, 13 Ιουνίου.

'Ηταν αρχές της δεκαετίας του '60, όταν ο πατέρας του νεαρού, τότε, Mark, διέθεσε 50 λίρες για να ικανοποιήσει την επιθυμία του γιου του να αποκτήσει μια ηλεκτρική κιθάρα, χωρίς φυσικά να φαντάζεται ότι έτσι θα άνοιγε το δρόμο σε έναν από τους σημαντικότερους κιθαρίστες της σύγχρονης κλασσικής rock στην Ευρώπη. Ο μικρός ντράπηκε να ζητήσει και ενισχυτή, οπότε κράτησε την ηλεκτρική κιθάρα, αλλά εξάσκηση έκανε στις ακουστικές κιθάρες των φίλων του. Αυτή η διπλή, τρόπον τινά, θητεία, φαίνεται ότι του χάρισε και το διαβατήριο για τον ιδιαίτερο κόσμο της folk, αφού, ελλείψει ενισχυτή, στα στέκια της ήταν που έδωσε τις πρώτες του μίνι συναυλίες. Αυτά, και ένας δίσκος του Bob Dylan, που η αδελφή του έφερε στο σπίτι, όταν ο Mark ήταν μόλις 11 ετών.
Σε αυτά τα πρώτα χρόνια φαίνεται να επιστρέφει με το πέμπτο κατά σειρά στούντιο άλμπουμ του «Kill to get crimson» (έχει κυκλοφορήσει και αρκετά soundtrack, ενώ μεσολάβησε και ένα άλμπουμ με την Emmylou Harris). O τίτλος του είναι στην πραγματικότητα ένας στίχος από ένα από τα τραγούδια του άλμπουμ. Το τραγούδι διηγείται την ιστορία ενός ζωγράφου, που ομολογεί ότι θα σκότωνε για να αποκτήσει το βαθυκόκκινο χρώμα που ονειρεύεται για την παλέτα του... Και για το εξώφυλλο, ο Knopfler διάλεξε έναν πίνακα του 1958, ζωγραφισμένο από έναν καλλιτέχνη άγνωστο σε μας, που όμως για την εποχή του ήταν κάτι σαν τον Ντάμιεν Χιρστ. «Βρισκόμαστε στο 1958, λίγα χρόνια πριν τους mods, αλλά αυτή η περίοδος στα τέλη των fifties και στις αρχές των sixties ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, ιδιαίτερα στα μάτια ενός μουσικού που εκείνα τα χρόνια ήταν ακόμη παιδί... Μεγάλο μέρος του άλμπουμ αναφέρεται σε μνήμες από εκείνα τα χρόνια. Μουσικά, αυτό που προσπάθησα να κάνω ήταν να συνδέσω αυτές τις μνήμες, που κυρίως έχουν να κάνουν με τη folk, μεταξύ τους αλλά και με τον ήχο της ηλεκτρικής κιθάρας, όπως μου πρωτοαποκαλύφθηκε εκείνη την εποχή», λέει ο ίδιος. Και το πετυχαίνει, βάζοντας δίπλα στις κιθάρες κλασσικά όργανα της folk, όπως το βιολί, το ακορντεόν και το φλάουτο.

Εξομολογείται άλλωστε την προτίμηση που ανέκαθεν είχε να αναμιγνύει το παλιό με το καινούριο. «Μου αρέσει να παντρεύω τα καλύτερα στοιχεία από τις παλιές τεχνολογίες, με το καινούριο. Αν κάτι λειτουργεί και είναι καλό, τότε αποδίδει. Μπορείς, για παράδειγμα, να χρησιμοποιήσεις εξοπλισμό αιχμής, συνδυάζοντάς το με ένα παλιό γερμανικό μικρόφωνο από τα τέλη της δεκαετίας του '30, ή του '40. 'Η να πάρεις μια κιθάρα που κατασκευάστηκε τη δεκαετία του '20 και να ρίξεις πάνω της ένα μοντέρνο μικρό ψηφιακό tuner!».

Kάπως έτσι προέκυψε και η ανάγκη να στήσει το δικό του στούντιο, όπου ηχογραφήθηκε και μεγάλο μέρος του νέου άλμπουμ. «Είναι η αίθουσα 2 των British Grove Studios. Υπάρχει ένα κανονικό, μεγάλο στούντιο, και δίπλα, ακριβώς πίσω από το τζάμι, ένα άλλο μικρό δωμάτιο, ίδιο σε μέγεθος με το δωμάτιό μου στο σπιτάκι που έμενα παλιά, σε κάτι πρώην στάβλους. Εκεί μέσα συνήθιζα να ηχογραφώ αρκετό υλικό, όταν δεν ακουγόταν θόρυβος από τους οικοδόμους δίπλα ή όποτε δεν περνούσε αεροπλάνο. Αυτό το μικρό δωμάτιο έχει στηθεί αντίστοιχα με εκείνη την κρεβατοκάμαρα ώστε να έχω το ίδιο αποτέλεσμα, αλλά υπάρχει και το μεγάλο στούντιο δίπλα, οπότε έχω τη δυνατότητα να δουλεύω και στα δύο, ανάλογα με αυτό που θέλω να πετύχω κάθε φορά. Είναι φανταστικοί χώροι και προτιμώ να έχω αυτό από ένα σκάφος!».

Κι όταν δυσκολεύεται να ολοκληρώσει μια σύνθεση; «Ειλικρινά απολαμβάνω το να γυρνάω μέσα στο σπίτι, γράφοντας τραγούδια. Ακόμη κι όταν δεν πηγαίνει καλά το πράγμα, μου αρέσει. Ποτέ δεν με πιάνει πανικός, πάντοτε σκέφτομαι 'καλά, εντάξει, κάποια στιγμή θα ξεκαθαρίσει, ακόμη και αν χρειαστούν χρόνια'! Περνάω τόσο καλά όταν ηχογραφώ. Επίσης, περνάω καλά όταν είμαι στο δρόμο σε περιοδεία, και ταξιδεύω, δεν με φοβίζει καθόλου η διαδικασία, όπως άλλους».

Έχει συλλάβει ποτέ τον εαυτό του να ακούει άλλους κιθαρίστες να παίζουν πολύ καλά και να αναρωτιέται πως το κάνουν; «Ενας από τους γιους μου παίζει κιθάρα, είναι 19 ετών και είναι εξαιρετικός. Ξεκινάει και κάνει πράγματα για τα οποία εγώ δεν έχω ιδέα. Του έχω ζητήσει να μου κάνει μερικά μαθήματα και έχει υποσχεθεί ότι κάποια στιγμή θα με βάλει κάτω και θα μου δείξει 1-2 κόλπα!».

O Mark Knopfler δεν είναι απλώς μουσικός, δεν είναι απλώς performer, ούτε απλώς κιθαρίστας. Είναι όλα αυτά μαζί, και κάτι ακόμη. Του αρέσει να παρατηρεί τους ανθρώπους γύρω του, διακατέχεται με άλλα λόγια από τον .ιό του συγγραφέα. Δεν είναι εύκολο, δε, να τον πείσεις να σου αναλύσει τις ιστορίες του, να αποδομήσει την έμπνευσή του. Αφήνει τις ιδέες να παίρνουν σάρκα και οστά μέσα στα τραγούδια, και μετά να αποκτούν δική τους ζωή, υποκειμενική και απολύτως σχετική. «Είναι συναρπαστικό να μην γνωρίζεις πού και πως θα σου προκύψει ένα τραγούδι, μπορεί να συμβεί στα πιο παράδοξα μέρη, τις πιο απίθανες στιγμές. Καμιά φορά αντλώ έμπνευση από την αληθινή ζωή, από υπαρκτά πρόσωπα, άλλες από κάτι που διάβασα, είδα ή άκουσα, και αυτό μπορεί να είναι ψήγματα, κομματάκια. Δεν μου αρέσει να γίνομαι πολύ συγκεκριμένος όταν μιλάω για ένα τραγούδι, γιατί μερικές φορές ούτε εγώ ο ίδιος δεν είμαι σίγουρος, ή νιώθω μια ανησυχία ότι στην προσπάθειά μου να εξηγήσω την ουσία του, το αποκαλύπτω, αφαιρώ κάτι από τη γοητεία του. Μπορεί να ηχογραφήσεις ένα τραγούδι ολόκληρο ή μέρος του και να μην είσαι σίγουρος γιατί το κάνεις, είναι από μόνο του όλο αυτό μια μυστήρια διαδικασία. Άλλες φορές είναι σαν να σου ζητάνε τα ίδια τα τραγούδια να τα γράψεις, κάτι μέσα σου σε παρακινεί. Νομίζω πως το να είναι κανείς συγγραφέας αποτελεί ψυχαναγκασμό. Το ίδιο συμβαίνει και με τη ζωγραφική. Για μένα ήταν το να παίζω κιθάρα, τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι αυτό που ήθελα ήταν να γράφω τραγούδια. Αυτό πρέπει να το ακολουθείς, το ερώτημα δεν είναι τι μπορείς να κάνεις, αλλά τι πρέπει να κάνεις...»

Η προπώληση για τη συναυλία του τον ερχόμενο Ιούνιο στην Αθήνα έχει ήδη ξεκινήσει, και για τις χιλιάδες οπαδών του στην Ελλάδα, η απάντηση στην ερώτηση αν νιώθει την υποχρέωση να παίζει και κομμάτια των Dire Straits στις περιοδείες του, αποκτά ιδιαίτερη σημασία. «Ο κόσμος πάντα θέλει να παίζεις τις επιτυχίες, αυτό είναι άρρηκτα δεμένο με την ουσία της συναυλίας. Οφείλεις να ικανοποιείς τον εαυτό σου, αλλά ταυτόχρονα μιλάμε για μια γιορτή, βρίσκεσαι στη σκηνή για να περάσεις καλά μαζί με όλο τον κόσμο. Απόλαυσα τις στιγμές που έγραφα αυτά τα τραγούδια, πέρασα πολύ καλά ηχογραφώντας τα, οπότε το ίδιο καλά θα είναι και όταν θα τα παίξω live. Δεν παίζω ποτέ ένα τραγούδι από υποχρέωση. Αν ανέβω στη σκηνή και παίξω το «Romeo And Juliet» ή το «Βrothers In Arms» θα είναι επειδή θέλω να τα παίξω. Αυτά τα τραγούδια είναι σημαντικά για τον κόσμο και έχουν αποτελέσει σημείο αναφοράς στις ζωές τους. Το να τα παίζω σε μια συναυλία είναι για μένα ένα μεγάλο προνόμιο, αλλά την ίδια στιγμή νιώθω ευγνώμων που το δικό μου επάγγελμα είναι αυτή η μάλλον παράξενη ενασχόληση...»

To άλμπουμ «Kill to get crimson» κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο 2007 από την UniversalMusic, ενώ πληροφορίες για την προπώληση των εισιτηρίων της συναυλίας του Ιουνίου, στο θέατρο Λυκαβηττού θα βρείτε στο site www.didimusic.gr ή στο Ticket House (210 3608.366).