PEDRO ALMODOVAR

(Ως3 - ΜΑΡΤΙΟΣ 2004)

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΥΝΤΕΥΞΗ: NΙΚΟΣ ΒΙΔΑΛΗΣ

 

Ημερολόγιο Γυρισμάτων της ταινίας LA MALA EDUCATION.
Το να γυρίζεις μια ταινία είναι σαν να βρίσκεσαι σπίτι σου - ακριβώς όπως είναι να γράφεις ένα βιβλίο, να ζωγραφίζεις ή να σχεδιάζεις κάτι σε οποιαδήποτε μορφή τέχνης.
Εδώ και δυο μήνες τώρα το σπίτι μου ονομάζεται «La Mala Education» και από τότε που μπήκα σ' αυτό δεν μου δόθηκε σχεδόν καμία ευκαιρία να κρυφοκοιτάξω προς τα έξω. Το μόνο που κάνω είναι να κινηματογραφώ, να σκέφτομαι τα γυρίσματα και να προσπαθώ να κοιμάμαι αρκετά ώστε να είμαι φρέσκος το επόμενο πρωί. Ούτε που διαβάζω αυτές τις μέρες, δε βγαίνω ή βλέπω ταινίες, δεν ακούω μουσική ούτε ανοίγω τηλεόραση.
Η ζωή κάποιου κατά τη διάρκεια γυρισμάτων ελαχιστοποιείται, αλλά ταυτόχρονα γίνεται πιο συγκεντρωμένη και έντονη - μόνο που αυτό γίνεται μόνο σε ένα επίπεδο. Τα λιγοστά συναισθήματα που καταφέρνουν να εξιτάρουν τις αισθήσεις μου το κάνουν με υπερβολικά ζωηρό τρόπο.
Παρά το πάχος των τοίχων στο σπίτι αυτό - που το κάνουν να μοιάζει με καταφύγιο - πάντα υπάρχουν ιστορίες, περιστατικά ελαφριά σαν αεράκι που με κάποιο τρόπο το διαπερνούν και με αγγίζουν.
Στη Βαλένθια, για παράδειγμα, αναστυλώσαμε το Θέατρο Τίρις, ένα διαμάντι αισθητικής της δεκαετίας του '70, με ένα διπλό αφιέρωμα στον σκοτεινό Ζολά «Therese Raquin» (Οι Εραστές της Σάρκας,1953) και «La Bete Humaine» (Το Ανθρώπινο Κτήνος, 1938), να εκφράζεται μέσω δύο αριστουργηματικών θρίλερ των Μαρσέλ Καρνέ και Ζαν Ρενουάρ αντίστοιχα. Διάλεξα τις ταινίες αυτές όχι μόνο για να ρίξω φως στην τελειότητα του Ευρωπαϊκού noir αλλά και επειδή και οι δύο αυτές ταινίες προβάλλουν καταστάσεις όμοιες με αυτές που ζουν οι δύο χαρακτήρες που βρίσκονται στα καθίσματα (ο Λουί Ομάρ και ο Γκαέλ, στον ανδρικό του ρόλο).
Πολλοί από τους περαστικούς έβλεπαν την ανακαινισμένη πρόσοψη και προχωρούσαν προς το ταμείο για να βγάλουν εισιτήριο. Μία ηλικιωμένη γυναίκα μέχρι που τηλεφώνησε σε μια φίλη της κατενθουσιασμένη για να της πει πως οι πόρτες του Τίρις ήταν και πάλι ανοιχτές. Αυτό διεύρυνε την φαντασία μου και έφερα στο νου μου την εικόνα της γυναίκας αυτής και της φίλης της να ξαναβρίσκονται μέσα στην αίθουσα, αλλά σκέφτηκα πώς θα μπορούσαν και οι δύο ταινίες να αντικατοπτρίζουν πιστά και με εντυπωσιακό τρόπο τη ζωή τους. Μερικές φορές αυτό που περιβάλλει ένα πλάνο σε βάζει σε σκέψεις πολύ περισσότερο από το ίδιο το πλάνο. 

Ήταν μία φρικτά ζεστή βραδιά, όπως ήταν και κάθε βράδυ κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων (ποτέ δεν έχω χρησιμοποιήσει ανεμιστήρα περισσότερο απ' όσο τον χρησιμοποιώ εδώ). Η Βαλένθια, όπως την οσφριζόσουν από τα μπαλκόνια, και η δική μας η δουλειά, αποτελούσαν απλώς συμπληρωματικό σόου σε σύγκριση με όσα διαδραματίζονταν στους δρόμους όπου κάναμε τα γυρίσματα. Ετοιμαζόμασταν για μία σκηνή βροχής, όταν ξαφνικά είδα στα μόνιτορ όπου ελέγχω τι βρίσκεται μπροστά στην κάμερα ένα δεκάχρονο αγόρι κάτω από τις τεχνητές στάλες . Είχε το είδος της χαράς που μόνο τα παιδιά μπορούν να εκφράσουν για τα φυσικά φαινόμενα - μόνο που το φαινόμενο αυτό δεν ήταν και τόσο φυσικό.
Το αγόρι αυτό έμενε εκεί κοντά και το 'χε σκάσει από το σπίτι. Μετά από βδομάδες αποπνικτικής ζέστης κι ενώ ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, άκουσε τον ήχο της βροχής και ξεχύθηκε στους δρόμους γεμάτος ενθουσιασμό, ενώ οι γονείς του κάθονταν στο μπαλκόνι. Στην αναζήτησή του για αναζωογονητικό νερό βρέθηκε στο κέντρο των γυρισμάτων μας. 
Θα ήθελα να πιστεύω πως, για το αγόρι αυτό, ο κινηματογράφος πάντοτε θα συνδέεται με κάτι τόσο θαυματουργό και πολυπόθητο όσο η δική μας ψεύτικη βροχή. Κανείς δεν του ζήτησε να φύγει από τον χώρο των γυρισμάτων - μάλιστα, έδειχνε τόσο φυσιολογικός ανάμεσά μας που για μια στιγμή τον πέρασα για συγγενή κάποιου από το συνεργείο.
Εκείνη τη βροχερή βραδιά ο χαρακτήρας του Λουί Ομάρ βυθίζεται στα χείλη του Γκαέλ αφού μαθαίνει ότι θα πρέπει να χωρίσουν για πολύ καιρό. Αυτή είναι μία πολύ δραματική σκηνή που, λόγω της φύσης της, θα ήθελα να είχα γυρίσει χωρίς μάρτυρες. Κάτι τέτοιο όμως ήταν αδύνατο - παρά το ότι ήταν 3 π.μ. τα μπαλκόνια ήταν ασφυκτικά γεμάτα. Τη στιγμή του φιλιού ακούστηκε ένας αναστεναγμός και στη συνέχεια χειροκρότημα. Έστρεψα τη ματιά μου ψάχνοντας για το αγόρι με την ελπίδα πως δεν θα ήταν εκεί, όμως ήταν, σοβαρός, ατενίζοντας για πρώτη φορά ίσως δύο άνδρες να φιλιούνται απελπισμένα στη βροχή.

Στο «Ιντερβίστα» ο Φελλίνι μιλά γι' αυτό που τον διασκεδάζει περισσότερο (το ίδιο και εμένα): τις δραστηριότητες σ' ένα γύρισμα, όλα αυτά τα πράγματα που κανείς δε βλέπει εκτός από εμάς που έχουμε το προνόμιο να είμαστε αφιερωμένοι σ' αυτό. Είδα το «Ιντερβίστα» ένα Σάββατο πρόσφατα και παραδέχομαι εδώ ότι έκλαψα όταν ο Μαστρογιάνι και ο Φελλίνι επισκέπτονται την Ανίτα Έκμπεργκ, είκοσι χρόνια γηραιότερη από το «Dolce Vita», και είκοσι κιλά φαρδύτερη. Μαζί στην οθόνη αναπολούν τις σκηνές στη Φοντάνα ντι Τρέβι. Τη στιγμή που η Ανίτα μπαίνει μέσα στο σιντριβάνι και γέρνει το κεφάλι προς τα πίσω με τον απέραντο λαιμό της, τον τέλειο κάτω γνάθο της, τα μακριά ξανθά μαλλιά της, τα απεριόριστα στήθη της ίσα να κρύβονται πίσω από έναν φαρδύ λαιμό.
Είναι τόσο συγκινητικό να βλέπεις την μάσκαρα να τρέχει από τα βλέφαρά της καθώς αναπολεί την παλαιότερή της αίγλη. Το νερό, η αιώνια νύχτα της Ρώμης και η ομορφιά της Ανίτα περνάνε στην αθανασία από το πνεύμα του Φελλίνι.
Μάθαμε για το θάνατο της Μαρί Τριτινιάν στα χέρια του φίλου της (τραγουδιστή του Γαλλικού ροκ συγκροτήματος Noir Desir). Τo γεγονός ότι ένας επικεφαλής συγκροτήματος με το όνομα Mαύρος Πόθος θα χτύπαγε τη φίλη του μέχρι θανάτου έχει μία κτηνώδη μυθιστορηματική συνοχή.
Τα νέα μας σόκαραν. Βρισκόμασταν στην εξοχή και τσουρουφλιζόμασταν κάτω από τον ήλιο δίπλα σ' ένα ποτάμι. Στη σκιά, και ανάμεσα στα πλάνα, μάθαμε τα νέα. Ο ηχολήπτης είχε συνεργαστεί μαζί της πριν από ένα χρόνο.

Είχα δει την Μαρί Τριτινιάν μόνο μία φορά σε μια τελετή απονομής βραβείων και η σοβαρότητα του προσώπου της με απορρόφησε. Κάποιες στιγμές ο Γκαέλ ως Ζαχάρα (ο δεύτερος ρόλος του στην ταινία) της μοιάζει. Τα ίδια μελαγχολικά μάτια, γεμάτα αποφασιστικότητα. Μάτια που κατοικούν σε ένα μέρος που αγνοείς και δεν μπορείς να το μοιραστείς. Δεν μου τη θυμίζει μόνο το βλέμμα του αλλά και η καθαρή γραμμή στο σαγόνι του. Ως τραβεστί, όμως, ο Γκαέλ σίγουρα μου θυμίζει τη Τζούλια Ρόμπερτς - το ίδιο τεράστιο χαμογελαστό στόμα σε σχήμα καράβι που επιπλέει στο πρόσωπό της. Όταν ένας άνδρας μεταμορφώνεται σε γυναίκα πολλές απρόσμενες γυναίκες εμφανίζονται στο πρόσωπό του, εκτός βέβαια από τη μητέρα του και τις αδελφές του.
H Zαχάρα, ο θηλυκός χαρακτήρας του Γκαέλ μοιράζεται τη θανάσιμη μοίρα του με την Μαρί. Πεθαίνουν και οι δύο στα χέρια της αντρικής βίας. Η σπάνια κατάληξη της Μαρί και της Ζαχάρα μου φέρνει στο νου τον τίτλο του μοναδικού βιβλίου που έχω διαβάσει τον καιρό που κατοικώ στο «Mala Education».
Τo «Mία Ατυχής Γυναίκα» του Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν δεν πραγματεύεται τους λόγους για τους οποίους η γυναίκα του τίτλου δίνει τέλος στη ζωή της. Μάλλον διασκεδάζει μετρώντας (υπολογίζοντας, θα έλεγα) κάθε μικρό υπαρξιακό συμβάν ως ανυπαρξία. Αυτό είναι το μοναδικό βιβλίο που έχω διαβάσει αυτές τις εννέα εβδομάδες των γυρισμάτων. Ο συγγραφέας αγόρασε ένα τετράδιο εξήντα σελίδων από ένα κινέζικο μαγαζάκι στο Σαν Φρανσίσκο και αποφάσισε να το γεμίσει. Έτσι, αφιέρωσε κάμποσους μήνες σε μία ζωή που δεν θα διαρκούσε πολύ περισσότερο (σύμφωνα με αυτό που θέλησε ο ίδιος).
Ακόμα και αν τόση λεπτομέρεια μπορεί να φαντάζει απειλητική, πρόκειται για έναν πραγματικό θησαυρό. Δεν θυμάμαι να έχει αποτυπωθεί τόση πολλή ζωή μέσα σε τόσο λίγες σελίδες, 120. Σε μία φάση απόλυτης αποξένωσης όπως τη δική μου, η ιστορία του Μπρότιγκαν έγινε το τέλειο ανάγνωσμα. To «Μία Ατυχής Γυναίκα» πρέπει να διαβάζεται σε μικρές δόσεις, όχι πιο πολύ από τρεις σελίδες τη φορά και, καθώς είμαι ανίκανος να συγκεντρωθώ σε οτιδήποτε άλλο πέρα από τα γυρίσματά μου, τέτοιες δόσεις μου φαίνονται ιδανικές.  

Οι λίγοι άνθρωποι που βλέπω εκτός των γυρισμάτων με ρωτούν αν είμαι ευτυχισμένος. Ποτέ δεν ξέρω τι να απαντήσω στην ερώτηση αυτή, ούτε τώρα ούτε σε σχέση με τις δεκατέσσερις προηγούμενες ταινίες. Δεν είναι θέμα αυτοπεποίθησης ή αβεβαιότητας, αλλά μάλλον παντελής έλλειψη συνολικής αντίληψης των πραγμάτων.
Όμως, έχω προσδοκίες. Γνωρίζω, για παράδειγμα, ότι έχουμε ήδη καταφέρει να φτιάξουμε πολύ όμορφες σκηνές, για τις οποίες είμαι περήφανος. Επίσης ξέρω ότι κάποιες από αυτές δε μου αρέσουν και τόσο πολύ. Αυτό όμως πάντα μένει το ίδιο: Είμαι βαθιά χωμένος στο στάδιο όπου θα απαιτήσω την τελειότητα και οτιδήποτε χαμηλότερο αυτής αποτελεί για 'μένα πράξη δειλίας. Επίσης, όμως, γνωρίζω πως μόλις η ταινία έχει τελειώσει, ο χρόνος και η κοινή λογική θα μετατρέψουν την τελειομανία μου σε κάτι το εφικτό. Δεν έχω άλλη επιλογή!
Είμαι ήδη αρκετά μπροστά ώστε να προσμένω ότι το «Mala Education» θα φέρει ευχάριστες εκπλήξεις. Πιστεύω πως θα γίνει το φιλμ με τις πιο πολλές αποκαλύψεις και η μεγαλύτερη απ' αυτές (όπως ήταν και στην περίπτωση του Αγράδο στο «Όλα για τη Μητέρα μου», της Καντέλα στις «Γυναίκες» κλπ) θα είναι ο Χαβιέ Κάμαρα - αν και είχε ήδη αποκαλυφθεί στην προηγούμενη ταινία μου. Η δουλειά του στο «Mala Education» είναι ξεκαρδιστική και επιδεικνύει απίστευτη ακρίβεια και πλούτο. Υποδύεται μία έξυπνη, kinky, εθισμένη στο acid αγαπητή drag queen, έναν στενό φίλο της Ζαχάρα, του θηλυκού χαρακτήρα που ενσαρκώνει ο Γκαέλ. Όπως οι σατανικές καμαριέρες στις κλασσικές δουλειές, αυτή είναι που τελικά βγαίνει κερδισμένη.
Το όνομά της είναι Πακίτο ή Πάκα και θα γίνει η καταστροφή του Χαβιέ, γιατί σίγουρα θα του ζητηθεί να ενσαρκώσει τον χαρακτήρα ξανά και ξανά.  Γνωρίζοντας το ένστικτό του ελπίζω να απορρίψει τον πειρασμό.
Όλοι οι θαυμαστές του Γκαέλ Μπ. Μπερνάλ, άνδρες και γυναίκες, δεν πρόκειται να απογοητευτούν από το εύρος και την ομορφιά του Μεξικανού σταρ.
Άλλες αποκαλύψεις: Ο Λουί Ομάρ και ο Ντανιέλ Χιμένεθ Κάτσο. Δεν είναι πρωτοεμφανιζόμενοι, το ξέρω, αλλά για εμένα αποτελούν πραγματική αποκάλυψη. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση του Λουί Ομάρ αχρηστεύει τα είδωλα της γενιάς του σε έναν εκπληκτικό, δυνατό και πολύπλοκο ρόλο που απαιτεί τόσο ακρίβεια όσο ευαισθησία, μηδέν αίσθηση του ρίσκου και γερή δόση γενναιοδωρίας. Εν τω μεταξύ ο Ντάνιελ, τι να πω, μοιάζει πιο πολύ Βρετανός παρά Μεξικανός. Με αυτό εννοώ ότι πίσω από το εμπρηστικό του βλέμμα κρύβει την ικανότητα και την χαλιναγώγηση του Βρετανικού σχολείου. Μου θυμίζει ακόμα και τον Ρέιφ Φάινς, όταν ο Φάινς είναι στα καλά του. Ο Φελέ Μαρτίνεθ μοιάζει με άλλον άνθρωπο, άλλο ηθοποιό. Δείχνει καλά. Διεισδυτικός, περιπετειώδης, γενναιόδωρος και ψυχρός. Με ξεκαρδίζει. Σε κάθε χαρακτήρα υπάρχει κάτι από 'μένα, ο δικός του χαρακτήρας όμως (ένας κινηματογραφιστής) με αντιπροσωπεύει κάπως περισσότερο.

 Ο Φραν Μπόιρα επίσης θα αποκαλύψει τον εαυτό του, αν και κανείς δεν πρόκειται να τον αναγνωρίσει με τα καθημερινά του ρούχα. Αρνούμαι όμως να πω περισσότερα για τον χαρακτήρα αυτό, θέλω να τον κρατήσω μυστικό μέχρι την έξοδο της ταινίας. Ο Αλμπέρτο Φερέιρο είναι όμορφος σαν από άλλο κόσμο, και πάει όντως παραπέρα από την εμφάνιση και την τρυφεράδα που επέδειξε στους «Στρατιώτες της Σαλαμίνας».
Όμως, νομίζω πως η ταινία αυτή είναι ο μάρτυρας της γέννησης δύο εξαιρετικά αποδοτικών νεαρών ηθοποιών, των παιδιών Νάτσο Πέρεθ και Ραούλ Γκαρθία Φορνέιρο. Δεν είμαι σκηνοθέτης παιδιών, αλλά τα πράγματα κύλησαν ομαλά με αυτά τα δύο. Τους φέρθηκα σαν ενήλικες. Τους μίλησα για τους ρόλους τους και τους έδωσα οδηγίες για το πώς να παίξουν σα βετεράνοι, χωρίς να συμβιβάζουν ούτε τη γλώσσα ούτε τις αντιλήψεις τους. Όταν μεγαλώσουν αρκετά ώστε να μπορέσουν να παρακολουθήσουν την ταινία, ελπίζω να είναι περήφανοι για το ντεμπούτο τους. Εγώ πάντως ήδη είμαι.
Έχουμε ακόμα δύο ή τρεις εβδομάδες μπροστά μας. Αυτή θα είναι μεγάλη ταινία, γύρω στις δύο ώρες. Πριν τελειώσουμε με αυτήν, θα ήθελα να ευχαριστήσω το συνεργείο για τη διάθεση και την αφοσίωση του. Και θέλω να δηλώσω την αγάπη μου για τον Χοσέ Λουί Αλκέν, τον διευθυντή φωτογραφίας. Όπως είπα, δεν έχουμε τελειώσει ακόμα, αλλά η δουλειά του Χοσέ Λουί Αλκέν είναι τρομακτική, ένα αριστούργημα. Καθώς ετοιμάζαμε το γύρισμα εγώ υπόδειξα το είδος φωτισμού που θα ήθελα, αλλά η θαυματουργή παλέτα όπου αναμειγνύει και παράγει το κρυστάλλινο σκοτάδι του «Mala Education» ανήκει σε αυτόν. Αυτός την εμπνεύστηκε και γι' αυτό θα του είμαι για πάντα ευγνώμων.