ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΕΑΤΟΣ

(Ως3 - ΜΑΡΤΙΟΣ 2007)

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΙΛΙΑΝΟΥ

...Πρέπει να μάθουμε να χειριζόμαστε την ανασφάλεια μας και να μην τη φορτώνουμε στους άλλους. Με αυτόν τον τρόπο η αγάπη και ο πολιτισμός δεσπόζουν στις καρδιές μας και το κοινό νοιώθει την ευεργεσία της τέχνης του τραγουδιού...

Κάθε φορά που ανεβαίνει στο πάλκο, δίνει την εντύπωση πως σηκώθηκε από την παρέα μας, γιατί έκανε κέφι να πει ένα τραγούδι. Είναι ο καλλιτέχνης που η απλότητά του, μαζί με την ποιότητα των -λαϊκών κυρίως- τραγουδιών που ερμηνεύει, απεκατέστησαν στα μάτια μας την εικόνα του απλού λαϊκού τραγουδιστή. Είναι ο ερμηνευτής που με τη φωνή του, έγινε γνωστό και σχεδόν κλασικό, ένα από τα λίγα αξιόλογα τραγούδια που αναδείχθηκαν μέσα από τις τηλεοπτικές σειρές, το «Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια» του Δ. Παπαδημητρίου και του Μιχ. Γκανά και εκείνος, που εξαιτίας του, ήρθε ξανά στα χείλη του πολύ κόσμου ο «Γκρεμός» του Μ. Χατζιδάκι. Είναι ο Γεράσιμος Ανδρεάτος, με τον οποίο έχουμε τη χαρά να τα πούμε, για πρώτη φορά, στο Ως3.

Πώς γεννήθηκε η ανάγκη σου να γίνεις τραγουδιστής;
Από μικρό παιδάκι ένοιωσα ότι ανάμεσα στα διάφορα παιχνίδια που έπαιζα, υπήρχε κάτι που με έκανε να νοιώθω πρωτόγνωρα συναισθήματα και δεν συγκρινόταν με τίποτε άλλο. Μιλάω φυσικά για το τραγούδι και ιδιαίτερα το λαϊκό και το παραδοσιακό, μιας και το παλιό με ταινίες μαγνητοφώνου του πατέρα μου, δεν σταματούσε να παίζει τέτοια τραγούδια όλη μέρα. Θυμάμαι στα οικογενειακά γλέντια τον εαυτό μου κάποια στιγμή να τραγουδάω και η παρέα να σιωπά και να με ακούει προσεκτικά. Η λύτρωση, μέσα από αυτήν τη διαδικασία, ήταν αυτό που με συγκλόνισε και από τότε είναι τρόπος ζωής για μένα.

Ασχολήθηκες από νωρίς με την ελληνική λαϊκή μουσική και τα περισσότερα τραγούδια που έχεις πει είναι λαϊκά. Τι σε οδηγεί σε αυτό το είδος του τραγουδιού;
Τα πρώτα μου ακούσματα αλλά και βιώματα ήταν το λαϊκό και το παραδοσιακό τραγούδι. Ο πατέρας μου, γνήσιος λαϊκός άνθρωπος, ήταν τσαγκάρης και αργότερα έμπορος και διατηρούσε κατάστημα στην αγορά, στην Αθηνάς και Αριστογείτονος, και λίγο μετά στην Ομόνοια. Το σπίτι μας ήταν τότε στο Μεταξουργείο. Πολύ συχνά ερχόντουσαν φίλοι και συγγενείς και θυμάμαι τον πατέρα μου να παίζει κιθάρα και να τραγουδά υπέροχα. Πιστεύω στο λαϊκό τραγούδι και στο λαϊκό τρόπο ζωής γιατί είναι γεμάτα από αλήθεια.

Πως άνοιξε για σένα ο δρόμος προς τη δισκογραφία;
Εμφανίστηκα στη δισκογραφία με δύο δουλειές ταυτόχρονα: «Τα πορφυρά καμπάγια» σε μουσική του Πέτρου Ταμπούρη και στίχους του Θοδωρή Γκόνη και το «Λαύριο» του Βαγγέλη Κορακάκη με τον οποίο ηχογραφήσαμε και τον πρώτο προσωπικό μου δίσκο το «Πικρό φιλί». Οι τρεις αυτοί φίλοι, μου έδωσαν την ευκαιρία που χρόνια αναζητούσα να τραγουδήσω σημαντικά τραγούδια αλλά και να δοκιμαστώ ερμηνευτικά σε δύο πολύ διαφορετικά μεταξύ τους είδη: τα γνήσια λαϊκά τραγούδια του Κορακάκη σε αντίθεση με τα Βυζαντινών αποχρώσεων λόγια τραγούδια του Ταμπούρη και του Γκόνη. Τους χρωστάω ένα μεγάλο ευχαριστώ που με πίστεψαν.

Με ποιους άλλους συνθέτες θα ήθελες να συνεργαστείς;
Το πιο υγιές κομμάτι της μουσικής μας είναι οι δημιουργοί της. Θαυμάζω και αγαπώ τόσους πολλούς που θα ήθελα να συνεργαστώ με όσο το δυνατόν περισσότερους. Εκτιμώ ιδιαίτερα τον Θάνο Μικρούτσικο, τον Διονύση Σαββόπουλο, τον Νίκο Μαμαγκάκη, τους Χάρη και Πάνο Κατσιμίχα .Νίκο Πορτοκάλογλου, Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, Διονύση Τσακνή, Ορφέα Περίδη, Σωκράτη Μάλαμα, Κώστα Λειβαδά, Γιώργο Ανδρέου και πολλούς ακόμα. Από τους παλιότερους λαϊκούς συνθέτες αυτός που θα ήθελα πολύ να ερμηνεύσω τραγούδια του είναι ο Αντώνης Ρεπάνης. Εκτιμώ ακόμα το Θανάση Πολυκανδριώτη και τον Τάκη Μουσαφίρη.

Άκης Πάνου, Βαγγέλης Κορακάκης, Χρήστος Νικολόπουλος, Δημήτρης Παπαδημητρίου και πρόσφατα Μιχάλης Κουμπιός. Είναι μεγάλη η απόσταση από τη «Σκέψη της τρελής» στου «Έρωτα το αχ πεθαίνω»;
Όπως συστήθηκα μέσα από τη δισκογραφία ερμηνεύοντας δύο διαφορετικά είδη τραγουδιού, το λαϊκό και το λόγιο λυρικό, έτσι συνεχίζω να εκφράζω τα συναισθήματα μου με τραγούδια διαφορετικά μεταξύ τους, που αγγίζουν όμως πάντα την ψυχή μου. Όσο για την απόσταση μεταξύ αυτών των δύο τραγουδιών είναι όση δύο διαφορετικές στιγμές μου που με βρίσκουν η μεν πρώτη («Στη σκέψη της τρελής») να χορεύω ένα ζεϊμπέκικο, πιωμένος ξημερώματα στα μπουζούκια η δε δεύτερη («του έρωτα το αχ πεθαίνω») αγκαλιά με την αγαπημένη μου να κοιτάμε το ηλιοβασίλεμα στη Σαντορίνη.

Ένοιωσες ποτέ ανταγωνισμό στο χώρο;
Στο χώρο μας συχνά επικρατεί ανταγωνιστικό κλίμα. Είναι τέτοια η φύση του επαγγέλματος που ως ένα βαθμό δικαιολογείται κάτι τέτοιο. Όλοι διεκδικούμε την αγάπη και το θαυμασμό του κοινού. Αν αφήσεις την ανασφάλεια σου να κυριαρχήσει και να συναντηθεί με τις ανασφάλειες των συναδέλφων, τότε είναι απίστευτο το πόσο γρήγορα μεταβάλλεται το ειδυλλιακό συναδερφικό περιβάλλον σε πεδίο μάχης, συνωμοσιών και λοιπών αρνητικών δραστηριοτήτων. Πρέπει να μάθουμε να χειριζόμαστε την ανασφάλεια μας και να μην τη φορτώνουμε στους άλλους. Με αυτόν τον τρόπο η αγάπη και ο πολιτισμός δεσπόζουν στις καρδιές μας και το κοινό νοιώθει την ευεργεσία της τέχνης του τραγουδιού.

Για ποια «ναι» που είπες έχεις μετανιώσει;
Είναι κάτι στιγμές που νοιώθω αδύναμος, σαν ναυαγός στη μέση του ωκεανού που ψάχνει απεγνωσμένα κάπου να πιαστεί. Όσες φορές ήρθαν αμφιλεγόμενες προτάσεις και με πέτυχαν σε τέτοια στιγμή και δέχτηκα, έκανα μεγάλο λάθος. Και βέβαια το μετάνιωσα πικρά. Τώρα, ποια ακριβώς ήταν αυτά τα «ναι», δεν θα ήθελα να πω γιατί οι συγκεκριμένες προτάσεις δεν έφταιγαν σε τίποτα αν εγώ είχα κρίνει λάθος. Όσοι πάντως με γνωρίζουν και παρακολουθούν την πορεία μου, σίγουρα ξέρουν για τι μιλάω.

Σε έχω ακούσει να μιλάς συχνά για τη σημασία των φίλων στη ζωή σου.
Στη ζωή μου πορεύομαι μαζί με τους φίλους μου. Μοιράζομαι μαζί τους τις σκέψεις μου, τα όνειρα μου, τις δυσκολίες μου και βέβαια τις χαρές μου. Με στηρίζουν στις επιλογές μου και είναι οι πρώτοι που με κρίνουν αυστηρά αλλά πάντα με καλή διάθεση. Οι σχέσεις μας συχνά δοκιμάζονται και το γεγονός ότι αντέχουν και ωριμάζουν με το χρόνο, με κάνει να νοιώθω τυχερός και ευνοημένος. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς τους φίλους μου.

Θα ήθελες να μας πεις τι ονειρεύεσαι και τι επιθυμείς πολύ να συμβεί;
Είναι κάποια τραγούδια που με συγκινούν κάθε φορά που τα ακούω. Όπως το «Μεσάνυχτα βαθιά σκοτεινιασμένα», «Τα όμορφα γλυκά σου μάτια», ή το «Αντιλαλούνε τα βουνά». Ακόμα το «Γέλα πουλί μου», το «Ανάθεμα σε» και το «Οι φίλοι μου χαράματα». Πολλές φορές πιάνω την κιθάρα μου και σκαρώνω μελωδίες. Σχεδόν ποτέ όμως δεν είμαι ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα. Ονειρεύομαι κάποια στιγμή να αξιωθώ να γράψω όμορφα τραγούδια που να αγαπηθούν και να αντέξουν στο χρόνο...