ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

(Ως3 - IANOYAΡΙΟΣ 2008)

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΣΥΣΣΗ ΚΑΠΛΑΝΗ

«...Καμιά παράσταση δεν ανεβαίνει αναίμακτα!»

 Το έργο «Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα», του Ευγένιου Ο' Νηλ, ανέβηκε αυτές τις μέρες στην κεντρική σκηνή του «Απλού θεάτρου», σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου και σκηνοθεσία Αντώνη Αντύπα. Παίρνουν μέρος οι ηθοποιοί: Ράνια Οικονομίδου, Δημ. Καταλειφός, Άλκης Κούρκουλος, Κώστας Βασαρδάνης, Σοφία Καλικερίδου. Μουσική: Ελένη Καραΐνδρου.
Παράλληλα, αυτή τη σαιζόν στη Νέα σκηνή του θεάτρου, φιλοξενείται η «Δεσποινίς Τζούλια» του Αύγουστου Στρίνμπεργκ. Η παράσταση, ανέβηκε με τη μετάφραση της Μαργαρίτας Μέλμπεργκ, σκηνοθετημένη από τη Νικαίτη Κουντούρη με την Ταμίλα Κουλίεβα και τον Άρη Λεμπεσόπουλο.

Στη συνάντηση που είχαμε με τον Αντώνη Αντύπα, μας είπε: «Το έργο περιγράφει από το πρωί μέχρι το βράδυ όλα τα γεγονότα. Κι αυτή η μετάβαση από τη μέρα στη νύχτα, αντιπροσωπεύει ένα οδυνηρό ταξίδι, οπότε έρχεται στην επιφάνεια όλη η ταλαιπωρία της οικογένειας, το αναπόφευκτο παρελθόν της. Θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι ένα ταξίδι, από την άγνοια στη γνώση.
Όταν ανέβασα το 1997 το «Φεγγάρι για καταραμένους» του Ο' Νηλ, πάλι βρήκα τον απόλυτα δικό του τρόπο προσέγγισης στα πρόσωπα, τους ήρωές του, που έχει πολύ ενδιαφέρον. Τα έργα του, έχουν διαχρονικότητα. Λέει κάποια στιγμή η πρωταγωνίστρια: «...το παρελθόν, είναι το παρόν και, μάλλον, είναι και το μέλλον. Κάνουμε ό,τι μπορούμε για να αποφύγουμε το παρελθόν μας, αλλά η ζωή δε μας αφήνει». Κι αυτός, είναι ο πυρήνας του τραγικού οράματος του Ο' Νηλ, που διαπνέει όλο του το έργο. Το «Φεγγάρι για καταραμένους», ήταν βασισμένο πάνω στον αδελφό του τον Τζέιμς. Δεν του έφτανε του Ο' Νηλ το «Ταξίδι της μέρας στη νύχτα», μάλλον θεώρησε πως κάτι ακόμη είχε να πει και έγραψε το «Φεγγάρι για καταραμένους».
Και, κοίτα πότε γράφτηκε... το '41, και είναι πάντα επίκαιρο. Διαχειρίζεται με μαεστρία την οικογένεια, την αποδόμηση της οικογένειας, που είναι και θέμα και των καιρών μας.
Τα θέματα που θίγονται στη «Δεσποινίδα Τζούλια», δηλαδή η πάλη των τάξεων, οι διαφορές ανδρών και γυναικών, υπάρχουν και στο έργο του Ο' Νηλ, ο οποίος επηρεάστηκε πολύ από τον Στρίνμπεργκ.
Και αυτά, δεν είναι φανερά εξ αρχής, υποβόσκουν. Βλέπουμε, για παράδειγμα, τη Μαίρη Ταϊρόν (Ράνια Οικονομίδου), κεντρικό πρόσωπο στο έργο «Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας στη νύχτα», που αυτή και ο σύζυγός της (Δημήτρης Καταλειφός) είναι μετανάστες από την Ιρλανδία, όπως ήταν και ο Ο' Νήλ, άλλωστε. Διότι, το έργο, είναι εν πολλοίς αυτοβιογραφικό. Ο πατέρας της Μαίρης ήταν ευκατάστατος, οπότε η Μαίρη έγινε αποδεκτή από την αμερικάνικη κοινωνία, παρ' ό,τι Καθολική. Ενώ ο Τζαίημς, ο σύζυγός της, δεν είχε γίνει αποδεκτός, γιατί δεν είχε ούτε την παιδεία, ούτε τη μόρφωση, απλώς ήταν ένας επιτυχημένος ηθοποιός. Αυτό, ήταν κάτι που βασάνιζε τη σχέση τους. Από κει, ξεκινάει και η διαμάχη τους. Διότι, εκείνος, ποτέ δε φρόντισε την καλοαναθρεμμένη γυναίκα του. Αυτή, έμενε να τον περιμένει στο εκάστοτε ξενοδοχείο, στους διάφορους σταθμούς της θεατρικής περιοδείας του, όσο εκείνος τριγυρνούσε με το σινάφι του, τους ηθοποιούς, και κυρίως δεν έκανε καμία προσπάθεια να την πλησιάσει. Ούτε κι εκείνη, όμως, αποδεχόταν το δικό του κόσμο. Έτσι, κάποια στιγμή βρέθηκε, χωρίς να το καταλάβει, εθισμένη στη μορφίνη -διότι τότε, έδιναν τη μορφίνη για να ανακουφίζουν τους πόνους- απόρροια μιας μοναχικής, αδιάφορης ζωής που είχε ζήσει. Κι όταν, κάποια στιγμή, έχει πάει για την τελευταία της αποτοξίνωση και όλοι περιμένουν, πως λόγω της θέλησής της θα απεξαρτηθεί, η Μαίρη Ταϋρόν, επιστρέφει σπίτι, όπου εκεί, την περιμένουν και οι δυο γιοί της από τους οποίους μαθαίνει, πως ο μικρός έχει φυματίωση. Και έτσι. επιστρέφει στη μορφίνη. Κάτι, που μπορεί να έχει λειτουργήσει και σαν άλλοθι, για την αδυναμία της να αντισταθεί.
Το έργο, έχει επίσης πολλή συγγένεια με τους «Βρυκόλακες». Προκύπτει από  το. «Αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα». Κι αυτό το έργο, εστιάζει στις καταστροφικές δυνάμεις που υπάρχουν, όπως επίσης, στις ακραίες καταστροφικές δυνάμεις που συναντάμε μέσα στην οικογένεια και έχουν σαν αποτέλεσμα, τη μεταξύ των μελών της αποξένωση, αλλά και την αποξένωση της ίδιας της οικογένειας από τον υπόλοιπο κόσμο.»

Και για τη «Δεσποινίδα Τζούλια»...;
«Ο Στρίνμπεργκ είναι πρωτοπόρος σ' αυτό το έργο. Επειδή έχει ανέβει αρκετές φορές, έπρεπε να ανέβει με κάποια άλλη οπτική. Η Νικαίτη Κουντούρη, έχει κάνει μια πολύ δυναμική παράσταση με τον Άρη Λεμπεσόπουλο και την Ταμίλα Κουλίεβα. Στη «Δεσποινίδα Τζούλια» η διαμάχη των ηρώων είναι εμφανής, ενώ στο έργο του Ο' Νηλ, είναι κάτω και πίσω από τις πράξεις. Ανηλεής διαμάχη.
Μου αρέσει ο Πίντερ, ο Φρήαρ, έχω ανεβάσει έργα τους. Μ' ενδιαφέρει να διερευνώ σε κάθε περίπτωση, ποια ήταν τα ερεθίσματα που ανάγκασαν ένα συγγραφέα να γράψει ένα έργο του. Μ' αρέσουν τα πυκνά κείμενα, που τα ψάχνεις και κάθε φορά ανακαλύπτεις κι άλλα σημεία τους, που πριν είχαν μείνει στο σκοτάδι για σένα.
Και όσο κι αν βυθιστείς και τα μελετήσεις, είναι ατέλειωτος αυτός ο δρόμος. Κι αυτό με γοητεύει.»

Για τους συνεργάτες του και αυτή τη σαιζόν;
«Θέλω να έχω καλούς ηθοποιούς, που θα ερμηνεύσουν τους ρόλους στα έργα που ανεβάζουμε. Με τα χρόνια, έχει διαμορφωθεί μια ομάδα ηθοποιών που συνεργάζομαι μαζί τους. Αγαπώ τους ηθοποιούς. Επίσης, νομίζω, πως ένας έξυπνος σκηνοθέτης, αφήνει περιθώρια στον ηθοποιό να βγάλει αυτό που θέλει να ανθίσει, μέσα στο ρόλο και να δείξει στο σκηνοθέτη του, στοιχεία του ρόλου. Διότι, μέσα από τους ηθοποιούς, πλησιάζω περισσότερο το έργο, αδιάφορα με το πόσο έχω σκύψει πάνω σε ένα κείμενο και το έχω ψάξει και το έχω μελετήσει. Αναζητώ τις βαθύτερες αιτίες που ένας συγγραφέας έχει βάλει αυτή τη λέξη δίπλα σ' εκείνη, είναι μια μαγική στιγμή να αποκωδικοποιείς το θεατρικό λόγο. Και, για να μην τα θεωρήσετε όλα ιδανικά, ...μια παράσταση δεν ανεβαίνει αναίμακτα! Όμως κι αυτό το γεγονός, έχει το ενδιαφέρον του.