ΚΩΣΤΑΣ ΑΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Ως3 - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2003)

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΑΡΗΣ ΔΟΥΚΑΣ

ΣΕΛΙΔΕΣ  ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΣΤΗ
Αν αναποδογυρίσεις την κλεψύδρα του χρόνου, μπορείς να ταξιδέψεις αντίθετα στο βάθος του «τοπίου», εκεί όπου η μνήμη λιμνάζει, συναντάς τους γονείς που σ' έφεραν στον κόσμο. Ο Πατέρας «το τζιτζίκι του Αττίκ» κονφερανσιέ στην περιβόητη Μάνδρα, η Μητέρα με το πιάνο και τα Γαλλικά της, ατενίζει από το νεοκλασικό της συνοικίας της Παναγίας στην Καβάλα το «τζιτζίκι» μέσα στο καταχείμωνο.
Σταχυολογείς σπαράγματα από θαμπές εικόνες στο «οικογενειακό άλμπουμ». Εθνικές παρελάσεις, εκδρομές, τραπέζια, τρυφερές ερωτικές περιπτύξεις. φωτογραφίες των παππούδων και των γιαγιάδων. Εικόνες που στο βάθος η αρχιτεκτονική της νεοκλασικής Θεσσαλονίκης προβάλλει κι εκεί σ' ένα από τα διερχόμενα τραμ που διασχίζουν το «σώμα της πόλης», σκαρφαλωμένο στα σκαλιά αντιλαμβάνεσαι τον εαυτό σου.
Τα σπίτια περνούν γρήγορα και οι άνθρωποι ακολουθούν με την ίδια ταχύτητα κι εσύ κρεμασμένος αλητάκος, εγγράφεις τις πρώτες εικόνες κι αποθησαυρίζεις το πρώτο ακατέργαστο υλικό.
Καλοκαίρι του 1950, στην πλατεία Αριστοτέλους, ανεβασμένος στα δέντρα παρακολουθείς σε «υπνοβασία» στις οθόνες των θερινών κινηματογράφων τα «δρώμενα». Στο Ζέφυρο η Ίνγκριτ Μπέρκμαν και ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, στα Ηλύσια ο Άντονυ Κουΐν κι η Τζουλιέτα Μασίνα, στο REX η Σοφία Λόρεν και στα Διονύσια ο Φρεντ Αστερ. Χορεύεις πάνω στο δέντρο, κινδυνεύεις να τσακιστείς, κοιτάζεις ψηλά πάνω από το κεφάλι σου τον «Έναστρο Θόλο», γλιστράς και χάνεσαι μέσα στη νύχτα. Το βράδυ προβάλεις στο όνειρό σου την Ρίτα Χέϊγουρθ, σου τραγουδά το «Αμάντο μιο», σε παίρνει στην αγκαλιά της και χάνεσαι μαζί της.

Χειμωνιάζει. Φοράς το χειμωνιάτικο παλτό με το μαύρο βελούδινο γιακαδάκι το «μόνο στόλισμα» που ο απόηχος της Κατοχής σου επιτρέπει. Νοικιάζεις το πρώτο ποδήλατο- ποδηλατείς χωρίς να κρατάς το τιμόνι- κολπαδόρος ποδηλάτης πάνω στη σέλα, προσπαθείς να εντυπωσιάσεις την Δέσποινα που μοιάζει με την Λολομπριγκίτα. Μένεις στα «μαθήματα του έρωτα και της αγάπης», γιατί η Δέσποινα ενδιαφέρεται για τον συμμαθητή που μοιάζει του Τζόνι Βαϊσμίλερ. Έτσι μέσα σ' αυτά τα συναισθήματα της «ζούγκλας» έρχεται η Άνοιξη στο πάρκο, μπροστά στον μικρό κήπο της Αγίας Σοφίας, οι πανσέδες φυτρώνουν σ' ατελείωτες σειρές και κοντά σ' αυτούς φυτρώνει και ένα ανεπαίσθητο χνούδι στο πάνω χείλος. Αυτό το αόρατο μουστακάκι σε καλεί στην εφηβεία και αυτή με την σειρά της στις γυναίκες που κάνουν πιάτσα στο λιμάνι κοντά στα «Λαδάδικα» και στα «Εβραϊκά μνήματα».
Στη θαλασσογραφία της μνήμης στέκουν στο βάθος του Θερμαϊκού τα φωτισμένα πολεμικά πλοία τω Αμερικάνων. Οι ναύτες ντυμένοι με τις κολλαριστές στολές τους, βγαίνουν   για την βραδινή τους έξοδο. Τους πλησιάζεις με σπασμένα αγγλικά και άσεμνες χειρονομίες μαζί με τα άλλα αλητάκια «στεντόρεια χορωδία», τους φωνάζεις. «γούμεν, γούμεν, φίκι, φίκι, ντου γιου γουόντ φίκι, φίκι.»
Τα φώτα στα παράθυρα των κοριτσιών ανάβουν. Φωνές με ήχους ταξιδεύουν, από την Καλιφόρνια, το Τέξας και το Μπρόχτον, δραπετεύουν και τα κορίτσια μετρούν και ξαναμετρούν  τ' αργύρια.. Η αλητοπαρέα καπνίζει το πρώτο «Λάκι Στράϊκ», ρεγάλο για την εξυπηρέτηση και μασουλά μια σοκολάτα.
Στην Αίγλη και τον Ορφέα, τα σινεμά της Πάνω Πόλης στις κυριακάτικες πρωινές προβολές, μαθαίνεις τα πρώτα κινηματογραφικά γράμματα. Δάσκαλοι ο Φου Μαντσού, η Υβόν Σανσόν και ο Αμεντέο Νατσάρι, συμπάσχει όλη η τσακαλοπαρέα μαζί με τον Αμεντέο, όλοι ερωτευμένοι με την Υβόν. Κι όταν η Υβόν τον εγκαταλείπει κι ο Αμεντέο κλαιει σπαραχτικά, ο θρήνος της αλητοπαρέας ακούγεται σ' όλη την πόλη.
Γυρίζεις στο σπίτι με τα μάτια πρησμένα, το τραπέζι είναι στρωμένο, σε περιμένει η Μητέρα της Μητέρας που σε  καλωσορίζει με το σοφό «επίγραμμα» χαραγμένο στο φως του μεσημεριού. «του παιδιού μου το παιδί, είναι δυο φορές παιδί».
Νοιώθεις ότι έχεις δυo εαυτούς. Έναν το καλοχτενισμένο και καθαρό παιδί της Κυριακής, που οι «ψαλμωδίες» που ξεχύνονται από το ανοιχτό ραδιόφωνο το καθαγιάζουν και έναν εκείνο που κλέβει φρούτα από τα μανάβικα της πλατείας Άθωνος και που πηγαίνει τους ξένους ναύτες στα σπίτια με τα «κόκκινα φανάρια».
Μεγαλώνεις στην πόλη της Θεσσαλονίκης με το «βουητό» του Εμφυλίου Πολέμου και ας έχουν περάσει τόσα χρόνια. Μεγαλώνεις ανάμεσα σε φωτογραφίες στρατηγών κρεμασμένους στους τοίχους από την πλευρά της μητέρας και διαβάζεις την εξορία του αδερφού του πατέρα στον τοπικό τύπο. Αναρωτιέσαι, ποιος είναι ο δρόμος ο σωστός. ποιος είναι ο δρόμος που πρέπει να πάρεις.
Μαθαίνεις να αποχωρίζεσαι τον αδερφό σου που «φεύγει» στα τέσσερά του, ο Θάνατος τον κρατά από το χέρι μήπως του φύγει και γυρίσει στο σπίτι. (Πολύ αργότερα του αφιερώνεις  μια σκηνή στο «Τόπος Κρανίου».) Μετρά θανάτους. Ο παππούς σωριάζεται όπως τα μεγάλα δέντρα. (Στην «Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια», στήνεις μια σκηνή με ένα πελώριο δέντρο που τριγύρω άνθρωποι τρωνε και τραγουδούν), ο χρόνος σε μαθαίνει να συνομιλείς κρυφά με μια γλώσσα μυστική, κρατάς φυλαγμένα προσεκτικά μέσα στην camera όλα τα ενθυμήματα των ανθρώπων που σ' ανάστησαν, που γνώρισες κι αγάπησες και σου 'δωσαν και ένα επάγγελμα, αυτό της συντεχνίας των κινηματογραφιστών για να πορεύεσαι.
Γίνεσαι  λίγο πιο σοφός, καθώς στο σινε «Διονύσια» με την «Αιγυπτιακή είσοδο» συναντάς τον «Κλέφτη των Ποδηλάτων» τους «Μοντέρνους Καιρούς» τον «Κανόνα του Παιχνιδιού».
Τα καλοκαίρια δυο γυναίκες με το πλοίο «Αγγέλικα» σε πηγαίνουν στον Πειραιά και από κει με την «Λοντσίντα» στην Πάτρα, ένα βήμα πιο κει η Γενέθλια Πόλη. Στην «Ιερά Πόλη» σε κρατούν από το χέρι, σε οδηγούν στον «Κήπο των Ηρώων». Αναρωτιέσαι γιατί αυτά τα πρόσωπα, τα παγιδευμένα στο μάρμαρο, μοιάζουν τόσο κοντινά και ας έχουν «φύγει». Οι ερωτικές φοινικιές με την σκιά τους και με τα θραύσματα του ήλιου που τις διαπερνά με ρίγος τους στεφανώνουν.
Στο βάθος ο δρόμος της Τουρλίδας χάνεται μέσα στην λιμνοθάλασσα, η μητέρα ψιθυρίζει τον Τάκη Πλούμα, του Μαλακάση, ιστορεί τον Παλαμά και η γιαγιά σου δείχνει το σπίτι των Τρικούπηδων.
Οι δυο γυναίκες κρυφά σε μαθαίνουν πώς να αντέχεις την «πολιορκία» της χυδαιότητας, της ευτέλειας, της μικρότητας και του ασήμαντου. Πως τα μέτρα και τα σταθμά των άλλων «δεν είναι απαραίτητα και δικά σου», Πως την «έξοδο» την επιχειρείς με τα δικά σου «όπλα» και «υλικά».
Στο γυρισμό στην «Αθηνά», για μια μέρα πριν το ταξίδι της επιστροφής στην Θεσσαλονίκη, σ' αφήνουν μπροστά στο θέατρο «Ριάλτο» στην Κυψέλη. Ο κόσμος κάνει μια μεγάλη ουρά για να δει τον «Φίλωνα Αρία», έχουν περάσει μερικά χρόνια που χώρισε με την μητέρα. Κοντά του γνωρίζεις πρόσωπα «μυθικά», την μεγάλη Δανάη, την Κάκια Μένδρη, την Ποζέλι, τον Ζαζά. (Κρατάς στην παιδική σου μνήμη αυτές τις συναντήσεις κι αργότερα στη «Ζωή του Αττίκ», ύστερα από χρόνια τους ξανασυναντάς).
Ο χρόνος τρέχει βιαστικά και σου ζητά να «παραθέσεις» το υλικό που γέννησε τους «Δράκους» το «Γράμμα στο Ναζίμ», τον «Έναστρο Θόλο» και την προσδοκία της «Μεταμφιεσμένης Γυναίκας».
Αν τελικά περπάτησα αυτό τον δρόμο της καταγωγής, δεν το έκανα έχοντας την αυταρέσκεια  ενός «Ντόριαν Γκρέυ» (εξάλλου είναι πολλοί οι Ντόριαν Γκρέυ της κινηματογραφικής συντεχνίας που δεν θα με έφθανε μια ολόκληρη ζωή για να πάρω και 'γώ σειρά στην ματαιοδοξία της Ιστορίας), θέλησα να παραθέσω το πρωτογενές φιλμικό υλικό μου.
Στο μέτωπο του χρόνου που εδώ θα χρησίμευε σαν οθόνη θα πρόβαλα το γενεαλογικό μου δέντρο. Το «μας φτάνει μόνο ένα κύμα στ' ακρογιάλι» και το «ένας φίλος ήρθε απόψε απ' τα παλιά» είναι το «ταπεινό οικόσημό μου».
Και ακόμα πως η ταινία το «φυλάκιο» και η μουσική σύνθεση  «Οντέτ», είναι το «φυλακτό» που διατηρεί την μνήμη και παραβγαίνει πάντα τον αδηφάγο χρόνο.
«Η Μεταμφιεσμένη Γυναίκα» είναι μια ελεύθερη διασκευή της «Δεσποινίδος Τζούλιας», του Στρίνμπεργκ. Τα γυρίσματα θα γίνουν στην Βενετία τον Απρίλιο. Παίζουν οι: Μαρία Κουμπάνη, η Αγγελική Παπαθεμελή, ο Μιχάλης Μαρμαρινός.
Σκηνικά- Κοστούμια: Αναστασία Αρσένη.
Διεύθυνση Παραγωγής: Αλέξανδρος Αριστόπουλος.
Μουσική: Μάριος Αριστόπουλος.