ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

(Ως3 - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2007)

ΚΕΙΜΕΝΟ/ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΕΡΑΚΗΣ


Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου μιλάει στο Ως3, με αφορμή την έκδοση της 3πλής κασετίνας-αφιέρωμα στον Κ. Π. Καβάφη, «...πού γι' Αλεξανδρινό γράφει Αλεξανδρινός». Πρόκειται για μια μοναδική συνάντηση του σπουδαίου Αλεξανδρινού συνθέτη και διευθυντή του ιστορικού Τρίτου Προγράμματος της ΕΡΑ από το 2002, με τον κορυφαίο Αλεξανδρινό ποιητή. Συνολικά, η έκδοση περιλαμβάνει δεκαοκτώ μελοποιημένα ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη και έξι ορχηστρικά θέματα, που έχουν παρουσιαστεί μόνο αποσπασματικά, σε διάφορους χώρους τα τελευταία χρόνια. Στη δίγλωσση, πολυτελή έκδοση (ελληνική και αγγλική), περιλαμβάνονται τρία CD με ερμηνείες των: Φωτεινή Δάρρα, Ειρήνη Καράγιαννη, Τάσος Αποστόλου, Ανδρέας Σμυρνάκης, Νικόλας Στυλιανού, ενώ, συμμετέχουν φιλικά, η Ελευθερία Αρβανιτάκη, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, ο Γεράσιμος Ανδρεάτος καθώς και οι ηθοποιοί Αντώνης Λουδάρος και Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης. Εκτός από τα CD, η έκδοση περιλαμβάνει επίσης, ένα πολυτελές λεύκωμα με τα ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη, αποσπάσματα από το έργο του Νίκου Καββαδία «Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη. Αθησαύριστα πεζογραφήματα και ποιήματα» και πλούσιο φωτογραφικό υλικό.

Τί είναι Αλεξάνδρεια για σας;
Είναι κάτι που μπόρεσα να περιγράψω, να εκτιμήσω, μόνο όταν επέστρεψα εκεί. Ήταν το 1966 και ήμουν μόλις επτά ετών, όταν φύγαμε από την πόλη. Θυμάμαι πως στη διάρκεια του ταξιδιού μας, από την Αίγυπτο στην Ελλάδα, είχα τρομοκρατηθεί. Ήμουν περισσότερο φοβισμένος, παρά λυπημένος. Όταν έπειτα από χρόνια επέστρεψα στην Αλεξάνδρεια, αισθάνθηκα πως ο Δημήτρης που άφησα εκεί, είχε «πεθάνει» και περίμενε να ξαναζήσει, όταν θα επέστρεφα και πάλι. Δεν είχα βλέπετε αναμνήσεις από τη ζωή μας στην Αλεξάνδρεια.

Ποια ήταν η πρώτη γεύση που άφησε σ' έναν έλληνα Αλεξανδρινό σαν κι εσάς, η ζωή στην Ελλάδα;
Είχαμε μυθοποιήσει την Ελλάδα. Διαβάζαμε γι' αυτή. Την περιμέναμε όπως τα «Κλασικά Εικονογραφημένα», όπου οι άνθρωποι βίωναν την απόλυτη δημοκρατία. Η αλήθεια ήταν, βέβαια, διαφορετική. Σχεδόν βίαιη. Έπρεπε να συμβιώσουμε σε μια κοινωνία, που απέρριπτε οτιδήποτε καινούργιο. Και όχι μόνο αυτό ? όπως σας είπα, πολλοί Αλεξανδρινοί έφτασαν στην Ελλάδα το 1966, ένα χρόνο μετά έφτασε κι η χούντα. Τότε κατάλαβα πως η προοδευτική, ιδεολογικά, Ελλάδα, ήταν εκείνη που βρισκόταν στην παρανομία. Τότε, ουσιαστικά, αρχίσαμε να κατανοούμε τι ήταν η Ελλάδα, ποιοι ήταν οι Έλληνες που συναντήσαμε στον ερχομό μας.

Είναι η μουσική μια παγκόσμια γλώσσα;
Φυσικά και όχι. Είναι απλά ένα παγκόσμιο φαινόμενο, όπως η ομιλία, η επικοινωνία, η τέχνη. Όπως κάθε λαός έχει τη δική του λογοτεχνία, έτσι διαμορφώνει και τη δική του μουσική.

Για χρόνια υποστηρίζατε ότι ο Καβάφης δεν είναι μελοποιήσιμος. Τι άλλαξε και μας παρουσιάζετε σήμερα τα 18 μελοποιημένα ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη;
Ξέρετε, η μουσική είναι κάτι σα μαθηματική άσκηση. Τη στιγμή, λοιπόν, που σύμφωνα με τη λογική μου είχα αναπτύξει τη θεωρία περί μη μελοποίησης του Καβάφη, την ίδια στιγμή, προσπαθούσα να λύσω αυτό το «πρόβλημα», σα να ήταν μια πολύ δύσκολη άσκηση. Μάλλον, επειδή είχα αποκρυσταλλώσει τους λόγους και τις αιτίες των εμποδίων που βρίσκει ένας συνθέτης για να μελοποιήσει Καβάφη, είχα αυτόματα προσδιορίσει τα προβλήματα και ένα μέρος της επίλυσής τους, είχε ήδη δρομολογηθεί.

Πόσο ξεχωριστό και πόσο δύσκολο είναι για έναν συνθέτη να μελοποιεί ποίηση;
Είναι ευκολότερο από το να μελοποιήσει έναν κακό στίχο. Είναι σα να πηδάς «άλμα επί κοντώ» και να έχεις, ένα κακό ή ένα καλό κοντάρι. Το εφαλτήριο της όλης ιστορίας, είναι το κείμενο. Πολύ πιο δύσκολα θα μελοποιούσα τον τηλεφωνικό κατάλογο, από ένα υπέροχο ποίημα. Το θέμα είναι, πόσο εσύ θες να πας σε βάθος και να μην παραμείνεις σε ό,τι εσύ κατάλαβες από το ποίημα.

Η μουσική όμως κάποιες φορές δε «δεσμεύει» την ποίηση;
Θα ξέρετε, ότι η μουσική και η ποίηση, ανήκουν στον ίδιο κορμό. Δεν ήταν διαχωρισμένες. Ιστορικά, δημιουργήθηκαν από τους πολιτισμούς, σα μία ενότητα. Διότι υπήρχαν πρακτικά προβλήματα, όπως το θέμα της αποστήθισης, στο οποίο η μουσική βοηθούσε πάρα πολύ, αλλά υπάρχουν και πολλά μουσικά τερτίπια τα όποια χρησιμοποιεί η ποίηση, όπως είναι η ομοιοκαταληξία και η μετρική. Το γεγονός ότι διαχωρίστηκε η ποίηση από τη μουσική, αργότερα, οφείλεται καθαρά στην ισχύ της στιχογραφίας και την επικράτηση μίας στρουκτουραλιστικής, αφαιρετικής σκέψης, η οποία αναπτύχθηκε στη Δύση. Στην Ελλάδα, η ποίηση και η μουσική, ποτέ δε διαχωρίστηκαν στην ουσία. Το τραγούδι, δηλαδή, πάντα υπηρετούσε αυτή την παράδοση που κατάγεται από τον Όμηρο. Αν το δείτε ιστορικά, από τον Όμηρο πηγαίνουμε στις τραγωδίες, ύστερα στην αττική κωμωδία, στην εκκλησιαστική μουσική, στα δημοτικά τραγούδια μέχρι το σήμερα... Δεν έχουμε ποτέ, συμφωνίες και σονάτες. Αυτό, λοιπόν, που νιώθουν πολλές φορές οι ποιητές, ότι η μουσική μπορεί και να τους διαστρεβλώσει, είναι παράδοξο, γιατί κρίνεται μόνο εκ των υστέρων μία προσπάθεια και ποτέ εκ των προτέρων.

Χαρακτηρίζετε αυτή την κασετίνα σαν «έργο ζωής». Τι είναι αυτό που σας έφερε τόσο κοντά στον συγκεκριμένο ποιητή;
Μέχρι τώρα έχω μελοποιήσει αρκετούς ποιητές. Ο Καβάφης ήταν ο τελευταίος από τους μεγάλους, ακριβώς γιατί περιείχε αυτόν τον μύθο περί αδυναμίας μελοποίησης. Κι ο μύθος αυτός μεγάλωνε, εξαιτίας της μεγάλης μου αγάπης γι' αυτόν, που βασιζόταν πάνω στα προσωπικά μου βιώματα και τις οικογενειακές μου καταγωγές.
Στο ευρύ κοινό, συνήθως ο Καβάφης είναι γνωστός για πολύ συγκεκριμένα του ποιήματα, όπως η «Ιθάκη». Έχει γράψει, ωστόσο, και έξοχα ερωτικά ποιήματα και στην κασετίνα αυτή, περιλαμβάνονται αρκετά από αυτά...
Καταρχήν, πιστεύω ότι ο Καβάφης είναι γνωστός στο ευρύτερο κοινό, πολύ περισσότερο από άλλους ποιητές. Και όχι μόνο για τα «διδακτικά» του ποιήματα, αλλά και για τα «προσωπικά». Τα ερωτικά του ποιήματα, εμένα με ενδιέφεραν, κυρίως, γιατί δημιουργούσαν ένα πολύ πιο οικείο κλίμα στο καθ΄ ημάς τραγούδι. Ενώ τα διδακτικά, που επίσης κάποια εμπεριέχονται σε αυτή τη δουλειά, είναι λίγο πιο ξένα ως προς την «τραγουδιστική» συνήθεια. Με αφορούσαν, λοιπόν, πάρα πολύ τα ερωτικά του ποιήματα, γιατί φωτίζουν την ιδιαιτερότητα της φιλοσοφικής στάσης του Καβάφη, από την ερωτική του ζωή και αντίστροφα.

Πόσο «φίλοι» της μουσικής είναι οι σύγχρονοι Έλληνες, κύριε Παπαδημητρίου;
Είναι πολύ φίλοι της μουσικής, απλώς επιμένουν - και καλά κάνουν - στη δική τους μουσική γλώσσα. Όσο ωραίο κι αν είναι ένα έργο που έχει γραφτεί σε μία «ξένη» γλώσσα, δεν μπορεί να ενταχθεί στη δική μας καθημερινότητα. Υπάρχει σεβασμός γι΄ αυτά τα μεγαλουργήματα της Δύσης, αλλά εν πάση περιπτώσει, δεν υιοθετούνται σα δικά μας. Το πρόβλημά μας με τη μουσική, είναι ότι δεν έχουμε καταλάβει, ότι και ένα ελληνικό μουσικό κείμενο, μπορεί να έχει την αξία του και τη δύναμή του και δε χρειάζεται να μιλάμε συνεχώς για συμφωνίες δυτικότροπες. Η μουσικότητα των Ελλήνων, είναι τεράστια. Δεν έχουν κανένα πρόβλημα κατανόησης. Ένας λαός που δημιούργησε και διατήρησε σε λαϊκό επίπεδο τις τραγωδίες, έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί πολύ δυσκολότερα έργα από τις όπερες, για παράδειγμα. Απλώς, τυχαίνει ο δικός μας λαός, να κινείται σε μία παράδοση, όπου πάντα συνυπάρχει η ποίηση με τη μουσική, και θέλει τέτοιου είδους έργα. Εμείς, αν επιμένουμε να τον μάθουμε να εκφράζεται στα γερμανικά και με συμφωνίες, δε θα το καταφέρουμε ποτέ. Τη στιγμή, μάλιστα, που η δική μας μουσική γλώσσα είναι αυτοφυής και βρίθει μεγάλων συνθετών, οι οποίοι, ακριβώς, επειδή η δυτική μουσική γλώσσα χαίρει της εκτιμήσεως, μένουν πάντα στο περιθώριο...