ΦΟΙΒΟΣ ΔΕΛΗΒΟΡΙΑΣ

(Ως3 - NOEMBΡΙΟΣ 2008)

KEIMEΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ


...Στην τέχνη, οφείλουμε να είμαστε συνεπείς...

Ο Φοίβος Δεληβοριάς, δεν είναι μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Δεν είναι ο καλλιτέχνης που μοιράζει κοινό και κριτικούς στη μέση, που μετρά ισόποσους θαυμαστές και «πολέμιους», ισάξια παθιασμένους, που συμμετέχει σε έριδες με τους συναδέλφους του, που μονοπωλεί τους τηλεοπτικούς χρόνους και τις διαφημίσεις. Δεν είναι καν ένας σταρ (άραγε πόσο δύσκολο είναι να γίνεις σταρ στις μέρες μας;). Όλοι ξέρουμε τι είναι ο Φοίβος Δεληβοριάς: είναι ο άνθρωπος που θα δούμε να περπατά στους δρόμους της γειτονιάς, να διαβάζει κόμικς, να χαμογελά, να λέει αστεία και να προβληματίζεται πάντα οπλισμένος με μια «ψαγμένη» αθωότητα. Είναι ο άνθρωπος, που όλοι θα θέλαμε στην παρέα μας, ξέροντας πως έτσι, δε θα πλήτταμε ποτέ...

Ο χώρος του τραγουδιού, ακούγεται να είναι αρκετά πιεστικός τα τελευταία χρόνια με τους καλλιτέχνες. Λίγο η δισκογραφία, λίγο οι συνθήκες των ζωντανών εμφανίσεων και τα media. Ποιος είναι ο μεγαλύτερος συμβιβασμός που έχεις κάνει στην καριέρα σου- αν έχεις κάνει- και πού σε οδήγησε τελικά;
Η αλήθεια είναι, πως δεν έχω κάνει και πολλούς συμβιβασμούς. Ακόμα και στην αρχή, που είχα κάνει μικρά περάσματα από εκπομπές, όπως της Ελένης Μενεγάκη και της Ρούλας Κορομηλά, το έκανα από ένα είδος φελινικής περιέργειας. Ήθελα να δω από κοντά τους μάγειρες, τις γυμνάστριες, τους κλακαδόρους, τους ανασφαλείς ηθοποιούς, τα ανορεκτικά μοντέλα, όλους αυτούς που εξήπταν την φαντασία του μικροαστικού περιβάλλοντος, στο οποίο μεγάλωσα. Δεν ξέρω αν αυτό είχε κάποιο «εμπορικό» αποτέλεσμα (μάλλον το αντίθετο θα συνέβη, αφού έτσι μπέρδευα το σήμα μου), ξέρω όμως, πως τραγούδια όπως ο «Σκύλος στο Κολωνάκι», είχαν την ρίζα τους σ' αυτές ακριβώς τις επισκέψεις. Πάντως, η περιέργειά μου, εξαντλήθηκε πολύ γρήγορα κι έκτοτε, νιώθω συμβιβασμένος, μόνο όταν ένας εκ των «ποιοτικών» δημοσιογράφων, μου κάνει πληκτικές ερωτήσεις για το πώς γνώρισα το Χατζιδάκι και για το αν πιστεύω στη συνέχεια του «εντέχνου». Εκεί, μόνο, νιώθω πως -άθελά μου- συμμετέχω σ' ένα παιχνίδι, που καθιστά τον πολιτισμό άνυδρη και τελειωμένη υπόθεση, χωρίς αιχμές και ζωντάνια. Στη σκηνή και στη δισκογραφία, κινούμαι πάντα με τους ρυθμούς που επιλέγω και αυτό μου έχει δώσει τη μεγαλύτερη χαρά: το κοινό μου, να αποτελείται από ανθρώπους που εκτιμώ. Που θα ήθελα να γίνουμε φίλοι.

Πιστεύεις ότι εδώ που, ως λέγεται, έχουν φτάσει τα πράγματα σε παγκόσμιο επίπεδο (πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, περιβαλλοντικό) υπάρχουν περιθώρια για συμβιβασμούς στην τέχνη;
Ποτέ δεν υπάρχουν τέτοια περιθώρια. Στην τέχνη, οφείλουμε να είμαστε πάντα συνεπείς, με δύο βασικές αρχές: την ομορφιά και την ειλικρίνεια. Δεν πρέπει ποτέ να είμαστε νεφελώδει,ς για χάρη μιας εύκολης «ποιητικότητας», ούτε σλογκανάτοι και χαβαλέδες για χάρη μιας φτηνής «αμεσότητας». Ούτε και τώρα -που η εποχή είναι πράγματι δύσκολη- πρέπει να υποκύπτουμε στην ελαφρότητά της, ή σε μιαν εύκολη και ανέξοδη πολιτική αντίθεση. Πρέπει να βρούμε μέσα στον εαυτό μας, αυτό που βράζει, μέσα στις ψυχές όλων των ανθρώπων και τους έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο.

Κάθε δίσκος σου, μοιάζει με καθαρά ατομική υπόθεση, παρά τις λιγοστές συμμετοχές. Σκέφτηκες ποτέ να γράψεις έναν δίσκο για έναν καθαρόαιμο ερμηνευτή ή να πάρεις εσύ το ρόλο του βασικού ερμηνευτή σε δίσκο με τραγούδια άλλου;
Όχι, δεν το έχω σκεφτεί, για δυο λόγους κυρίως: πρώτον, γιατί γράφω πολύ αργά και δύσκολα, με αιτίες πολύ προσωπικές. Και δεύτερον, γιατί δεν υπήρξε ποτέ ως τώρα μια οικειότητα και μια αίσθηση παρέας, με έναν ερμηνευτή που να δημιουργούσε κάτι ζεστό και οικογενειακό, όπως γινόταν πάντα στους αληθινούς δίσκους συνεργασίας. Γιατί, υπάρχουν και ψεύτικοι, που προσωπικά μου προκαλούν θλίψη.

Σε όλους τους δίσκους σου έχεις δώσει και από τουλάχιστον μία λαϊκή πινελιά. Ακόμα και στο «Έξω» διασκευάζεις Βασίλη Τσιτσάνη, φορώντας στο τραγούδι, μια μπλουζ ενορχήστρωση. Ποια είναι η ανάγκη που σε ωθεί να συνομιλείς διαρκώς με το λαϊκό τραγούδι;
Το ότι είναι η μόνη πηγή που πάντα τρέχει. Στην ταινία του Φορντ «Τα σταφύλια της οργής», απ' το βιβλίο του Στάϊνμπεκ, μια φτωχή γυναίκα απαντάει στην απελπισία του άντρα της ως εξής:«Οι πλούσιοι έρχονται και πεθαίνουν, αφήνοντας παιδιά που δεν μπορούν να συνεχίσουν αυτό που εκείνοι έφτιαξαν. Εμείς, όμως, είμαστε οι άνθρωποι που ζουν. Δεν μπορούν να μας σβήσουν, να μας λειάνουν. Θα συνεχίζουμε για πάντα. Γιατί είμαστε ο λαός.» Είναι μια συντριπτική αλήθεια που, ευτυχώς, κανένας «προσωπικός» δημιουργός δεν μπορεί να την αλλάξει.

Αν κι έχεις στο ενεργητικό σου μουσικές παραστάσεις, και παρά τη θεατρικότητα των ίδιων των τραγουδιών σου, δε σε συναντήσαμε ποτέ στο soundtrack μιας κινηματογραφικής ταινίας, μιας θεατρικής παράστασης ή μιας τηλεοπτικής σειράς. Γιατί αυτό; Δυσκολεύομαι να πιστέψω πως δεν προτάθηκε ποτέ...
Δυστυχώς, οι μόνες πραγματικά καλλιτεχνικές προτάσεις που είχα, ήταν μόνο για δυο ταινίες μικρού μήκους. Εκεί, δέχτηκα αμέσως -και χωρίς οφέλη. Σε άλλες προτάσεις, διέκρινα μια πονηριά, μια ευκαιριακή βιασύνη ή μια κακώς εννοούμενη αφέλεια. Εδώ είμαι πάντως, περιμένω ανυπόμονα!

Το Νοέμβριο, θα κυκλοφορήσει το πρώτο μέρος από τις «Απίθανες περιπέτειες του Φοίβου Δεληβοριά» σε διπλό CD και DVD. Όλο αυτό μυρίζει απολογισμό, κλεισίματα λογαριασμών με το παρελθόν και τακτοποίηση εκκρεμοτήτων με την ως τώρα διαδρομή. Συμβαίνει, όντως, κάτι τέτοιο; Πρόκειται για την ανάγκης μιας «σούμας», σχετικά, έναν κύκλο που κλείνει;
Προσπάθησα, βάζοντας αυτόν τον αστείο τίτλο, που παραπέμπει στα κόμικς, να αφαιρέσω κάθε σοβαρότητα και κάθε υπόνοια επίσημου απολογισμού απ' αυτόν τον δίσκο. Πράγματι, αισθάνομαι ότι περνάω σιγά-σιγά, σε μιαν άλλη φάση και στα τραγούδια και στις παραστάσεις και είναι μια ωραία στιγμή να κρατήσω στιγμές από live, ή να τραγουδήσω -όσο πιο γυμνά γίνεται- τραγούδια δικά μου ή άλλων, που μου άλλαξαν τη ζωή όταν τα πρωτάκουσα.

Να περιμένουμε δηλαδή και δεύτερο μέρος;
Ναι, θα' θελα να είναι αυτός ο γενικός τίτλος, για όλους τους δίσκους της παράλληλης δισκογραφίας μου. Τα live, οι συμμετοχές σε δίσκους άλλων, τα ντουέτα , οι ανθολογίες και οι διασκευές αγαπημένων τραγουδιών, θα βγουν όταν και αν υπάρχει τέτοια ανάγκη, με αυτόν τον τίτλο πάντα. Το «τεύχος» μόνο θ' αλλάζει.

Τον χειμώνα σε συναντάμε κάπου;
Θα εμφανιστώ για τέσσερα μόνο Παρασκευοσάββατα, στο «Γυάλινο Μουσικό Θέατρο» από τις 30 Ιανουαρίου. Θέλω το μουσικό σύνολο να είναι μικρό και ζωηρό και θα ήθελα επίσης σε κάθε παράσταση να υπάρχει κι ένας καλεσμένος-έκπληξη, να λέμε έξι τραγούδια μαζί. Σε λίγο καιρό, κυκλοφορεί από τη «ΛΥΡΑ» ο πρώτος δίσκος της τραγουδοποιού Μάρως Μαρκέλλου που μου αρέσει πολύ και που είναι το ντεμπούτο μου ως παραγωγός. Τέλος, στις 8 Δεκεμβρίου, θα γίνει κάτι που ήθελα καιρό. Στα πλαίσια των ρεσιτάλ του περιοδικού «Δίφωνο» στο Ωδείο «Φίλιππος Νάκας», θα εμφανιστώ δίπλα στον Λουκιανό Κηλαηδόνη. Από τώρα έχω τρακ, τον αγαπώ πολύ!