ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ

(Ως3 - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2008)

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ:ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΟΥΛΟΥ

Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

...Ο Ιανός της ποίησης μου: Ο Μαγιακόφσκι και ο Έλιοτ...

Χαρτιά και σάρκες

Τι θέλει πάλι αυτός ο ίσκιος στα ποιήματα
ο γρυλισμός και τα καπούλια αυτού του ζώου;

Περνά σαν σίφουνας και δεν αναγνωρίζεται

Άλλοτε ελάφι απ' τα πολύκλαδα της νιότης μου
ή ταύρος σε νυχτομαχίες και σε μπλόκα
τώρα τραγέλαφος και βουκεφάλας του μυαλού μου

Βγάζει τη μάσκα του μα δεν αναγνωρίζεται

Τότε το κάθε πέρασμα του κ' ένα ποίημα
τώρα ξερνά δαγκώνει φτύνει τα ποιήματα

Τα ελληνοζωικά μου λεξικά κομματιασμένα
χαρτιά και σάρκε
ς

Ποιητής, κριτικός και μεταφραστής. Δεκατρείς οι ποιητικές συλλογές που έχει εκδώσει (εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με τον «Federico Garcia Lorca», 1948). Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς μελετητές του Καβάφη, ενώ μετρά δοκίμια για πολλούς Έλληνες ποιητές.
Έξω από κυκλώματα και «παρέες», βραβευμένος το 1999 με το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας, υποψήφιος το 2005 για το κρατικό βραβείο ποίησης, απ' όπου αποσύρθηκε, στη μνήμη του αποθανόντος και συνυποψήφιου Ηλία Λάγιου.
Πρώτη «συνάντηση» μαζί του, στην «Ανθολογία Περάνθη», πριν από χρόνια. Έκτοτε, μπήκα στον λαβύρινθο της ποίησής του. Μέχρι που, ένα πρωινό του Γενάρη, βρέθηκα σπίτι του. Συνέντευξη-μάθημα-διάλεξη, με τον ποιητή και κριτικό Γιάννη Δάλλα, που ακούραστος συνεχίζει τη μελέτη και τη συγγραφή: «Κι ούτε αυτοκαθρεφτισμοί, ούτε πόζες, για τον αναγνώστη του μέλλοντος και τη φήμη μου. Παρά το αγιάζι του χρόνου, που μου παίρνει τα ρούχα και με αγλαΐζει σαν άγαλμα ή μ' ερειπώνει. Να μοιάζομε πότε τ' αειθαλή και πότε τα φυλλοβόλα».

Ακούμε συχνά, πως είναι δυσπρόσιτη η ποίηση, δύσκολη η γλώσσα της. Και αυτή, που εσείς ο ίδιος χρησιμοποιείτε.
Οι ποιητές, είναι φοβερά δύσκολοι, δεν μπαίνουν μέσα στον λογαριασμό, σε σχέση με τους άλλους ανθρώπους που γράφουν -τους δημοσιογράφους ας πούμε. Υπάρχει η χρηστική, πρώτα πρώτα, γλώσσα ξέρετε. Αυτή, τη χρησιμοποιούμε όλοι και συνεννοούμαστε. Υπάρχει παραπάνω η επιστημονική γλώσσα, που τη διατηρούμε γιατί μ' αυτή αποδίδεται η γνώση και χρειάζεται νοητική επεξεργασία. Η γλώσσα, όμως, της ποίησης, είναι εντελώς διαφορετική. Είναι μια γλώσσα μέσα στη γλώσσα. Και γι' αυτό, χρειάζεται να έχεις ειδικές κεραίες για την πιάσεις.
Υπάρχουν ποιητές, που στηρίζονται στα βιώματα, μιλάνε με μια αμεσότητα, στέλνουν το μήνυμά τους ευκολότερα στον άλλο. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν ποιητές δύσκολοι-doctus όπως λέμε, ποιητές περισσότερο λόγιοι. Το βιωματικό ποιητή, τον πιάνεις ευκολότερα σε ένα βαθμό, όταν όμως πας σ' ένα λόγιο ποιητή, πρέπει να βρεις τις άλλες φωνές από κάτω, πώς δημιουργείται. Εκεί το πράγμα δυσκολεύει.
Από εκεί και πέρα, είναι ο τρόπος του καθένα. Παρ' ότι ξεκίνησα ως κοινωνικός ποιητής, ανοίχτηκα μετά, και κάπου σ' ένα βιβλίο μου, λέω: «ο Ιανός της ποίησης μου με δυο πρόσωπα: Ο Μαγιακόφσκι και ο Έλιοτ».

Ο ποιητής γεννιέται ή γίνεται;
Έχω την εντύπωση ότι γίνεται ο ποιητής, αλλά πρέπει να υπάρχει και ο σπόρος. Όχι να μένει μόνο στην προίκα που πήρε από τη φύση, αλλά, συγχρόνως, να αγωνίζεται να το φτιάχνει αυτό· εκεί ζυμώνεται. Ρίχνω, λοιπόν, το βάρος στο γίνεται, εφόσον όμως μιλάμε για μια περίπτωση ποιητική.

Είναι τέχνη ύψιστη;
Η ύψιστη είναι για εμένα η μουσική. Και τα μαθηματικά, που έχουν το δικό τους ευρηματικό λεξιλόγιο, τις εξισώσεις. Και τότε, ακριβώς, όταν η ποίηση υψώνεται σε αυτό τον βαθμό, τότε αξίζει. Η μουσική, έχει αφηρημένα υλικά, τους ήχους θα μου πείτε, δεν είναι όμως τόσο απτά.
Οι ποιητές, δουλεύουν με συγκεκριμένα υλικά, με τις λέξεις. Η ποίηση, δε γίνεται με ιδέες, αλλά με λέξεις. Αν έχεις ωραίες ιδέες, δε λέει τίποτε, το θέμα είναι πώς θα δημιουργήσεις το ποίημα, για να πεις αυτές τις ιδέες.

Έντονη είναι στην ποίησή σας η σχέση με την ιστορία...
Υπάρχουν οι ποιητές που ασχολούνται με τα προσωπικά τους βιώματα, και άλλοι που κάνουν έναν διάλογο με τον χρόνο· εκεί βρίσκεται και ο ιστορικός χρόνος, που είναι σημαντικός, και μέσω αυτού και με τον πολιτισμό. Ανήκω στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, όπου στην ποίηση, τρία ρεύματα είχαν επικρατήσει. Το ένα ρεύμα έκανε αυτό που λέμε κοινωνική ποίηση, και πολιτική τελικά. Σ' αυτό είχα ενταχτεί κι εγώ. Ένα άλλο, έκανε υπαρξιακή ποίηση, που τελικά γινόταν και οντολογική. Το τρίτο, ήταν η υπερρεαλιστική μεταπολεμική ποίηση.
Αυτά τα τρία ρεύματα, κάπου ενώθηκαν, και τελικά, ενώ στην αρχή ήταν σε αντιδιαστολή, κάπου σαν ύφος, σα γλώσσα, δοκιμάστηκαν και έγιναν ένα πράγμα. Και η κοινωνική ποίηση, δοκιμάστηκε με τις διώξεις και έγινε υπαρξιακότερη. Το ίδιο και οι υπερρεαλιστές. Δεν έκαναν ένα κίνημα για το κίνημα, αλλά ακουμπούσαν στα προβλήματα.
Διατηρώντας όμως, καθένας από αυτούς, τη δική του γλώσσα. Οι ποιητές κάνουμε πράγματα με το δικό μας αίμα ο καθένας, αλλά μπαίνουμε στο κοινό κανάλι της ποίησης. Αλλά κι εκεί, διατηρεί ο καθένας το ρεύμα του.

Στο έργο σας, μιλάτε για τον έρωτα όχι ρομαντικά, αλλά τον δίνετε με μια ρώμη, με μια ορμή, σαν ένστικτο...
Ο έρωτας είναι μεγάλη ιστορία. Τροφοδοτεί τη ζωή μας τελικά, την αναστατώνει. Τη σπάζει από τη συμβατικότητα που βάλαμε τις ανθρώπινες σχέσεις. Έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί έναν διάλογο με τον άλλο ακραίο θεό, που είναι ο θάνατος. Ο έρωτας από εδώ, ο θάνατος από εκεί, ένας διάλογος φοβερός να τον βλέπεις, υπερυψώνεται σα δύναμη και η αντιδύναμη από εκεί κάτω...
Επίσης, ενδιαφέρον είναι, το πώς μπολιάζεται, πώς θολώνει και πώς δυναμώνει καμιά φορά με τις άλλες ανθρώπινες σχέσεις μας.
Σε ένα ποίημα μου, τον λέω «μηχανή». Είναι ένας έρωτας, σε μια εποχή μηχανική-όχι με την έννοια ότι τον αρνούμαι, αλλά κι εδώ δοκιμάζεται ο έρωτας. Δηλαδή, ενώ είναι ένα οργανικό αγαθό, που σε γυμνώνει και θέλεις οργανική σχέση, σωματική, σαρκική και ψυχική (γυμνής επαφής με τον άλλον), στην εποχή μας, τελικά, ζεις σε ένα περιβάλλον μηχανικό. Εκεί, λοιπόν, φαντάζομαι έναν ποιητή, να μεταβάλλει το σώμα της γυναίκας σε μια μηχανή και να υπερυψώνονται πάνω μαζί. Αλλά μέσα στο μηχανικό της περίβλημα, να υπάρχει οργανική δύναμη και η παραφορά η ερωτική.
Τα δυο βασικά πράγματα, είναι η σχέση με το άλλο φύλλο και η σχέση με την κοινωνία. Εκεί κρίνεται ο άνθρωπος.

Υπήρξατε και καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και στο Ιόνιο. Πώς βιώσατε την εκπαιδευτική διαδικασία;
Δίσταζα, δεν ήθελα να γίνω καθηγητής, γιατί νόμιζα ότι σημαίνει, ή ότι θα κολακεύσεις τους άλλους για να σε κάνουν, ή ότι τελικά, όταν θα μπεις μέσα, θα γίνεις ένας καθηγητής των σημειώσεων, των παραπομπών, ότι θα γίνεις ένας σχολαστικός ποιητής. Εγώ, όπως λέει και ο στίχος του Καβάφη, είμαι «εν μέρει εθνικός και εν μέρει χριστιανίζων». Λίγο ποιητής και λίγο κριτικός.
Όταν όμως ανέβηκα στην έδρα -ο καθένας μπορεί να το κάνει, αρκεί να έχει κότσια, να πει τις δικές του ιδέες, σε όλα τα επίπεδα- χάρηκα. Χάρηκα, γιατί γεφύρωσα την επιστήμη με την τέχνη, με τη λογοτεχνία. Αυτό πρέπει να έχει ένας καθηγητής, να μην είναι σκέτη επιστήμη σχολαστική. Αυτό κάνει απαιτητική και τη λογοτεχνία, προβληματισμένη, που να μπαίνει στα ρεύματα, να δουλεύει εκεί μέσα ο καθηγητής και σα θεωρητικός της λογοτεχνίας. Νομίζω, πως σε όλα τα πράγματα, χρειάζεται να υπάρχει ερωτικότητα.

Πίκρα διαπερνά στίχους σας, όσον αφορά στο πολιτικό όραμα, την επανάσταση. Και τώρα; Το παιχνίδι έχει χαθεί;
Όχι, όχι, δεν έχει χαθεί. Η «πίκρα» που αναφέρετε, δεν είναι απαισιοδοξία τελικά. Μας θεριώνει και γίνεται μια μετάθεση των πραγμάτων, πλατύτερη, ανθρωπιστικότερη, δεν είναι μονοσήμαντη. Παλιότερα, ίσως ήταν μονόδρομος, θεωρούνταν ότι μόνον εκεί υπάρχει η αλήθεια, σ' αυτό το στρατόπεδο, σ' αυτή την κατεύθυνση. Όχι πως υπάρχει και στο άλλο. Γίνεται όμως πια, ένας συνδυασμός και όλα τα προβλήματα της ζωής, όλες οι αγωνίες οι ανθρώπινες, μπαίνουν σ' αυτή την κοινωνική αγωνία. Υπάρχει ένας κοινωνικός πόνος, που είναι τελικά και ιστορικός πόνος. Βλέπουμε με μεγαλύτερη μεγαθυμία την ιστορία, είμαστε κι εμείς πια, όχι ότι είμαστε εμείς που δημιουργούμε την ιστορία απόλυτα, αλλά κι η ιστορία μπαίνει μαζί μας, είμαστε και μέρη της ιστορίας.
Και όταν καταφέρει ένας ποιητής, μιλώντας για τα μεγάλα πράγματα να φτάνει στα μικρά ή εκ των υστερών να προκύψει το μεγάλο, παρόλο που ασχολείται με τα μικρά, τότε είναι σπουδαίος για εμένα.

...Ο έρωτας δημιουργεί έναν διάλογο με τον άλλο ακραίο θεό που είναι ο θάνατος. Ο έρωτας από εδώ, ο θάνατος από εκεί, διάλογος φοβερός...