ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΑΝΙΔΗΣ

(Ως3 - ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2008)

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΣΥΣΣΗ ΚΑΠΛΑΝΗ

«...Σκεπτόμενο θέατρο για το ευρύ κοινό...»

Έχει στα σκαριά ένα βιβλίο, που θα αναφέρεται στα χρόνια από το '67-'74, από τότε που μπήκε στη σχολή του Εθνικού θεάτρου, χούντα, θέατρο, φυλακές, «καταγράφω το κλίμα της εποχής, που νομίζω πως τώρα έχουν ωριμάσει μέσα μου και θέλω να τα βγάλω.» Επίσης, έχει αρχίσει να γράφει κάποια σενάρια και μια νουβέλα, για τη γλωσσική μεταρρύθμιση. Όλα αυτά όμως, κακά τα ψέματα, θα αργήσουν λίγο να ολοκληρωθούν, διότι όπως θα ομολογήσει ο Γιώργος Κοτανίδης: «Όταν κάνεις θέατρο, δεν έχεις χρόνο, περιθώρια, να κάνεις τίποτ' άλλο. Το θέατρο, σκοτώνει κάθε άλλη δραστηριότητα».
Φέτος, στο θέατρο «Ροές», η θεατρική του ομάδα «Σαλτιμπάγκοι», ανέβασε το έργο του Ερίκ Εμμάνουελ Σμιτ, «Μια τρελή μέρα». Μια παράσταση, με κεντρικό πρόσωπο, το φιλόσοφο Ντιντερό.
«Εν προκειμένω, ο Ντιντερό είναι ρόλος. Αν το ανεβάσει άλλος ηθοποιός, δε θα το ερμηνεύσει όπως εγώ, άρα είναι ρόλος. Και για να σας προλάβω -επειδή και πέρσι και πρόπερσι, γύρω από υπαρκτά ιστορικά πρόσωπα ήταν οι παραστάσεις μας και συχνά μου το σχολιάζουν τελευταία- απλά έτυχε. Ο γιατρός Αστρόβ από το «θείο Βάνια» -που είναι ένας από τους ρόλους που λατρεύω και ποτέ, κανείς, δεν έχει αναδείξει την πιο σημαντική πλευρά αυτού του ήρωα, που είναι ο πρώτος Οικολόγος του θεάτρου- γιατί δεν είναι ιστορικό πρόσωπο; Πού το ξέρουμε πως δεν τον είδε ο Τσέχωφ; Αυτό που με ενδιαφέρει, κυρίως, είναι το έργο και ο ρόλος.
Το έργο μου το έφεραν, οι εξαιρετικές αδελφές Παξινού. Το διάβασα, ενθουσιάστηκα. Πρότεινα στον Κων. Αρβανιτάκη να το σκηνοθετήσει, παρ' ό,τι δεν είναι της γαλλικής σχολής, αλλά της αμερικάνικης, όμως η αμερικάνικη σχολή, ψάχνει τι υπάρχει από κάτω από τις λέξεις και το έργο το απαιτούσε αυτό.
Η Κερασία Σαμαρά, πήρε το ρόλο της κ. Τερμπούς, κάναμε ένα εργαστήριο- οντισιόν για την επιλογή των υπόλοιπων ρόλων. Κι έτσι, στην παράσταση συμμετέχουν επίσης οι: Πέτρος Μπουσουλόπουλος, Στέλλα Γκίκα, Σοφία Καζαντζιάν, Στέλλα Μπαλωμένου.
Το Ντιντερό τον γνωρίσαμε, όπως και τους άλλους διαφωτιστές, από το σχολείο. Εγώ, διαβάζοντας μαρξισμό, πέρασα στο διαφωτισμό, γιατί παιδί δικό του είναι ο μαρξισμός.
Το έργο, έχει να κάνει με την ερωτικο-φιλοσοφική πλευρά του Γάλλου φιλοσόφου. Κινείται ανάμεσα στον ερωτισμό και την ηθική.»
Σύμφωνα με την υπόθεση του έργου, ο φιλόσοφος και εγκυκλοπαιδιστής, Ντενί Ντιντερό, ποζάρει ημίγυμνος στην ζωγράφο Τερμπούς, ενώ παράλληλα συζητούν για την τέχνη και τη φιλοσοφία και φλερτάρουν. Είναι το ξεκίνημα μιας τρελής μέρας για τον Ντιντερό, που η συνέχεια αυτού του εξαιρετικά ευφυούς και αισθησιακού φλερτ, κυλά μεταξύ των πλέον ετερόκλητων και ταυτόχρονα γοητευτικών -για το θεατή- επεισοδίων. Ο γραμματέας του, διακόπτει επίμονα και ζητά από το φιλόσοφο, να γράψει επειγόντως το λήμμα «Περί Ηθικής» για την Εγκυκλοπαίδεια. Και ο Ντιντερό, εντάσσει τη συγγραφή του, στο εξελισσόμενο φλερτ, αναπτύσσοντας τις απόψεις του περί Ηθικής, μιας ελευθεριακής Ηθικής που επιτρέπει τα πάντα, αρκεί να μην κάνει κακό σε κανέναν. Απόψεις που θα τροποποιηθούν, όταν απευθύνονται στην κόρη του και -κυρίως, στα θέματα που αφορούν τον έρωτα, το γάμο και τα παιδιά- θα ελιχθούν στη σκηνή ζηλοτυπίας που κάνει η γυναίκα του και θα ξαναγίνουν ελευθεριακές και θα απογειωθούν, όταν η φίλη της κόρης του, επιρρεπής στη γοητεία που της ασκεί ο ευφυής ερωτισμός του φιλοσόφου, θα τον φλερτάρει επίσης. Παράλληλα, οι ερωτοτροπίες με τη ζωγράφο Τερμπούς συνεχίζονται, οι οχλήσεις του γραμματέα του για τη συγγραφή του λήμματος «Περί Ηθικής» γίνονται πιεστικότερες και ο φιλόσοφος καταλήγει να κυκλοφορήσει την εγκυκλοπαίδεια, αρνούμενος τη συγγραφή του σχετικού λήμματος.
Ανατροπές καταστάσεων και αξιών, που εξελίσσονται μέσα σε μια αισθησιακή ατμόσφαιρα.
«Τελικά, τι είναι η Ηθική;» σχολιάζει ο Ντιντερό, «Μήπως είναι η πιο πρόσφατη επιθυμία μου για ελευθερία; Δηλαδή τί αποκαλώ ελευθερία; Αυτό που επιθυμώ; Αυτό διεκδικώ;»
Στη Μαχαμπαράτα, ένας ήρωας του έργου, ο Μπίσμα, έχει φάει ένα βέλος και περιμένει να δύσει ο ήλιος για να πεθάνει, οπότε τον πλησιάζει ο αρχηγός των καλών και του λέει: «Πες μου γιατί έγιναν όλα αυτά, αυτός ο φοβερός πόλεμος τόσα χρόνια;» Και του απαντάει ο Μπίσμα: «Ένας άνθρωπος περπατάει μέσα σε ένα δάσος, γύρω του είναι φοβερή βλάστηση, άγρια θηρία κλπ. Προχωράει προσεκτικά, όταν κάποια στιγμή, ο άνθρωπος βουλιάζει και πέφτει σε μια παγίδα. Από κάτω γκρεμός. Τελευταία στιγμή, καταφέρνει να κρατηθεί από κάποιες ρίζες. Κάτω από τα πόδια του, αισθάνεται ζεστές τις ανάσες των φιδιών, που είναι έτοιμα να τον δαγκώσουν. Ποντίκια, ροκανίζουν τις ρίζες απ' όπου είναι κρατημένος. Ένας ελέφαντας, είναι έτοιμος να πατήσει και να λιώσει το σημείο από το οποίο αυτός κρέμεται. Άγρια θηρία τριγυρνούν γύρω του. Άγριες μέλισσες πετούν πάνω από το κεφάλι του, έτοιμες να τον τσιμπήσουν. Κι αυτός, παρ' όλα όσα συμβαίνουν γύρω του, αφήνει το ένα χέρι του από κει που κρατιέται και προσπαθεί να φτάσει μια σταγόνα μέλι. Ζει όλους τους κινδύνους και δεν μπορεί να παραιτηθεί από την επιθυμία.
Μια τέτοια εικόνα ήταν που κλότσησε μέσα μου, όταν το διάβασα και είπα: «Να μια εξαιρετική κωμωδία, γραμμένη στην παράδοση της γαλλικής κωμωδίας, που, όμως, έχει πολύ ενδιαφέρον υπόβαθρο.»
Για μένα, αυτό που μετράει, είναι πως και αυτή η παραγωγή της εταιρίας «Σαλτιμπάγκοι», (Σημ. σ.: Έχουν προηγηθεί με επιτυχία QED ή Τι απέδειξε ο κύριος Φάυνμαν του Πήτερ Παρνέλλ, Δέκατη έβδομη νύχτα του Απόστολου Δοξιάδη, Low Level Panic της Κλερ Μακιντάιρ, Bal-Trap του Ξαβιέ Ντυρινζέ) είναι ευπρόσωπη, έχει να «πει», είναι μια φιλότιμη προσπάθεια και ελπίζω να την ανακαλύψει ο κόσμος, αφ' ενός, για να περάσει καλά, αφετέρου να ωφεληθεί.
Το έργο γράφτηκε πριν από 10 χρόνια και έχει ανέβει 50 φορές σε όλο τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο. Θα παίζεται μέχρι τα μέσα του Φλεβάρη, οπότε θα ανεβάσουμε το καινούργιο έργο του Βασίλη Κατσικονούρη, που αφετηρία του, είναι οι αγνοούμενοι της Κύπρου, «Οι αγνοούμενοι» λέγεται. Είναι πολύ ωραίο έργο, με δραματική οικονομία. Θα το σκηνοθετήσει ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος και θα παίζουν: η Ναταλία Καποδίστρια, η Εύα Κοτανίδη η κόρη μου και ο Βαγγέλης Ρόκος.
Βέβαια αν το «Μια τρελή μέρα» πάει καλά, μπορεί να μοιραστούμε τις μέρες της βδομάδας. Γιατί, για την επόμενη σαιζόν, έχω πάρει τα δικαιώματα για ένα πολύ σπουδαίο έργο, το «Ροκ εντ ρολλ» του Στόπαρντ. Το έργο το έχω μεταφράσει, είναι σημαντικό έργο, με πολλά πρόσωπα, ακριβή παραγωγή, θα δούμε...»

-Γιατί;
(Σημ. σ: Πικροχαμογελώντας θα σχολιάσει) «Στη φετινή παραγωγή, παίρνουν μέρος έξι ηθοποιοί. Για ένα θίασο, που δεν επιχορηγείται, όχι γιατί δεν το επιθυμεί, αλλά επειδή... Δε μ' αρέσει ούτε να γκρινιάξω, ούτε να κλαφτώ. Προτιμώ να κάνω κριτική. Οι όροι μιας παραγωγής είναι δυσβάστακτοι. Οι θίασοι που ανεβάζουν πιο δύσκολα, ψαγμένα έργα, με μια σοβαρή προετοιμασία, που επιχορηγούνται όμως, έχουν άλλες δυνατότητες. Μπορούν και να χτυπήσουν ένα θέατρο πιο κεντρικό και να πάρουν πιο καλούς ηθοποιούς και να έχουν και το εισιτήριο φτηνό. Δηλαδή, δημιουργείται ένας αθέμιτος ανταγωνισμός.
Την πρώτη χρονιά που έκανα το QΕD, ούτε που έκανα αίτηση καν. Είχα μια αλαζονεία γύρω από το θέμα. Επί «Ελεύθερου θεάτρου», οι μόνες επιχορηγήσεις που είχαμε πάρει, ήταν ξύλο, συλλήψεις... Και τότε, παράλληλα, δουλεύαμε οικοδομή. Και τις παραστάσεις μας μέχρι σήμερα, τις θυμούνται όλοι. Τώρα, βέβαια, μεγάλωσα για να δουλεύω οικοδομή τα πρωινά... Κι έτσι, έκανα πριν δυο χρόνια μια Αίτηση για επιχορήγηση. Στο τέλος της β' σαιζόν του QED, μου έδωσαν 25.000. Πέρσι, που κάναμε το έργο του Δοξιάδη -ελληνικό έργο, με 5-6 πρόσωπα, δύσκολο έργο- μου απέρριψαν την Αίτηση, λέγοντας ότι το καλλιτεχνικό σχήμα «Σαλτιμπάγκοι» δεν εμπνέει εμπιστοσύνη και δεν προοιωνίζει μελλοντικές δουλειές. Με ενόχλησε η απαξίωσή τους και τους απάντησα εγγράφως.
Από τη στιγμή που έχω επιστρέψει στην πατρίδα μου «το θέατρο» κι επειδή θέλω να δουλέψω, να κάνω κάποιες δουλειές, αυτές που θεωρώ εγώ καλές -και, αλίμονο, αν πρέπει να αποδείξω τώρα την ποιότητά μου- βλέποντας τους θιάσους που βοηθούνται, βλέποντας ηθοποιούς και σκηνοθέτες που δεν έχουν δοκιμαστεί μπροστά στο κοινό, ενώ αυτή είναι η δουλειά μας, ενοχλούμαι. Δε γίνεται να υπάρχουν άνθρωποι που παίρνουν όλα τα ρίσκα κι άλλοι που δεν παίρνουν κανένα ρίσκο. Πρέπει να γίνει ένας διάλογος, να δημοσιοποιηθούν απόψεις. Το Ελληνικό Κέντρο Θεάτρου, μου έδωσε πρόσφατα μια τέτοια ευκαιρία και πραγματικά το χάρηκα. Δεν μπορείς να αγνοείς τις πειραματικές δουλειές, αλλά δε είναι δυνατόν, επίσης, να βοηθάς συνέχεια προσπάθειες, που βλέπουν πολύ λίγοι άνθρωποι, αποδεδειγμένα.
Ο στόχος μου και στο γράψιμο και στο θέατρο, είναι ένας: Το υψηλότερο δυνατό επίπεδο, για το ευρύτερο κοινό.»