ΓΛΥΚΕΡΙΑ - ΕΛΕΝΗ ΤΣΑΛΙΓΟΠΟΥΛΟΥ

(Ως3 - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2008)

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΠΕΤΣΑ

...Πολλές φορές πολύ «χαϊδεύουμε» τον κόσμο και γινόμαστε και εμείς έρμαια αυτή της αγάπης. Το καλό τραγούδι πλέον είναι εστέτ...

Μια συνέντευξη επεισοδιακή. Η πόρτα του Πόλις κλειδωμένη, μπλόκα και διαμαρτυρίες, η Πέτρου Ράλλη κλειστή από την αρχή της. Μπήκαμε από την πίσω πόρτα της κουζίνας και οδηγηθήκαμε σε μια σύγχρονη αίθουσα με graffiti στους τοίχους και αναποδογυρισμένες καρέκλες. «Δεν είναι ωραίο που δεν υπάρχει πίστα και που όλα τα τραπέζια είναι κοντά;» με ρωτά η Ελένη Τσαλιγοπούλου. Η Γλυκερία μιλάει στο κινητό της και αναλύει το τελευταίο βιβλίο που διάβαζε μέχρι τις 4 το πρωί. Δύο προσωπικότητες διαφορετικές, μία «δωρική» και στέρεα και μία με τη συστολή της ευαισθησίας, αλλά και το δυναμισμό του πάθους. Πλαισιωμένες από το Τρίφωνο, δημιουργούν μια υπέροχη αρμονία, με «μαέστρο» γενικό, τη Λίνα Νικολακοπούλου. Μπορώ, ήδη, να φανταστώ μια ατμόσφαιρα μυσταγωγίας: το μαγαζί να σείεται από τα χειροκροτήματα, «ουσίες κι οινοπνεύματα» και ένα πνεύμα απόλυτα ελληνικό, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Και ξέρω ήδη, ότι αυτό θέλω να το ζήσω.

Καλησπερίζω δύο μεγάλες κυρίες του ελληνικού τραγουδιού. «Μες του Πόλις το Χαμάμ». Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία;
Γλυκερία: Από αυτό που συμπεραίνουμε γενικά, μετά από απόσταση χρόνου, είναι ότι κι οι δύο τη θέλαμε αυτή τη συνεργασία. Τώρα, τσακωνόμαστε για το ποιος πρωτοείπε τι (γέλια).Ο κύριος λόγος, είναι ότι αγαπούμε πολύ το λαϊκό τραγούδι και οι δύο. Ο τίτλος, ήταν μια ακόμη έξυπνη ιδέα της Λίνας Νικολακοπούλου.
Ελένη: Η Γλυκερία, είναι ο άνθρωπος που με ώθησε με το ταλέντο της και την αγάπη της στο λαϊκό τραγούδι και στο σμυρναίικο, να ασχοληθώ πολύ ευχάριστα με αυτό, να το ψάξω σε βάθος. Ήταν η καλύτερη εμπνεύστρια.

Μια παράσταση, όπου τον πρώτο λόγο έχει το λαϊκό τραγούδι. Υπάρχουν μεγάλα λαϊκά τραγούδια σήμερα, που θα τραγουδιούνται ως κλασικά στο μέλλον;
Ε: Ναι, εγώ πιστεύω ότι θα μείνουνε τραγούδια. Είναι όμως λίγα και υπάρχουν ως νύξεις. Οι εποχές, σήμερα, αλλάζουν ακόμα πιο γρήγορα. Από τη δεκαετία του '80, τρέχουμε με ταχύτητα φωτός, χάνουμε λίγο τη σημασία αυτού που κάνουμε τώρα.
Γ: Το τραγούδι είναι μοιραίο να ακολουθεί την πορεία αυτή. Τα πράγματα έχουν πέσει σε τέλμα σήμερα, δεν υπάρχει δημιουργικότητα γενικά, και το μόνο που ενδιαφέρει τον κόσμο, είναι πως θα μπορέσει να εξοικονομήσει τα χρήματα τα προς το ζην. Πρέπει να φτάσουμε σε ακραίες συνθήκες, για να μπορούμε να κάνουμε μια «επανάσταση»· μπορεί να είναι και μια μουσική επανάσταση.
Ε: Παρόλα αυτά, το τραγούδι που εκφράζει μόνο τη διασκέδαση και την εκτόνωση, είναι ένα τελείως διαφορετικό τραγούδι από αυτό, το άλλο, το πιο εμπνευσμένο, αυτό που το αγαπάει ο δημιουργός, ο τραγουδιστής, που δεν το κάνεις μόνο για τον κόσμο. Πολλές φορές, πολύ χαϊδεύουμε τον κόσμο και γινόμαστε κι εμείς, έρμαια αυτή της αγάπης. Το καλό τραγούδι πλέον είναι εστέτ.

Ακριβώς αυτό είναι που μου κάνει εντύπωση. Σε άλλες εποχές, τα καλά τραγούδια τα άκουγε όλος ο κόσμος...
Γ: Τώρα απλά, βλέπουμε όλους αυτούς τους δημιουργούς, από απόσταση χρόνου. Έχοντας το υλικό αυτό στα χέρια μας, ακόμα και τα πιο μέτρια, εκείνα τραγούδια, τα εξιδανικεύουμε. Ξέρετε ποια είναι, όμως, η λεπτομέρεια; Ότι αυτοί οι άνθρωποι, γράφανε απλά· έγραφε ο συνθέτης με έμπνευση· δεν καθόταν στο κομπιούτερ και έλεγε, «θα κάνω ένα σουξέ σήμερα». Σκάλιζε για παράδειγμα στο μπουζούκι του ο Τσιτσάνης μερόνυχτα, για να αλλάξει τη μια λεξούλα. Τον οδηγούσε το λαϊκό ένστικτο. Σήμερα πια, είναι μηχανοποιημένα όλα· ό,τι αρέσει στον κόσμο επαναλαμβάνεται.

Τελικά, όμως, στον κόσμο αρέσουν, ή κάποια πράγματα επιβάλλονται;
Ε: Κάποια πράγματα επιβάλλονται, ειδικά μέσω της τηλεόρασης, την οποία εγώ θεωρώ τσιχλόφουσκα. Τώρα, που δεν υπάρχει σχεδόν δισκογραφία, δεν είναι και πολύ εύκολο να εμφανιστούν οι νεότεροι, να δώσουν στίγμα και σήμα. Για αυτό μιλάμε για εκείνες τις παλιές εποχές, που ήταν λαϊκές, κοινωνικές, που δίναν τρομερή έμπνευση στους ανθρώπους να γράψουν. Τότε, όλοι οι δημιουργοί ήταν συνταξιδιώτες, συμπλέανε, ακόμα και αν μισιόντουσαν...
Γ: Βέβαια! Τότε υπήρχε άμιλλα. Έγραφε κάποιος κάτι καλό και ήθελε και ο άλλος να γράψει κάτι καλό και έτσι γινόντουσαν πολύ ωραία πράγματα. Σήμερα, το τραγούδι είναι σαν ένα διαφημιζόμενο προϊόν που επιβάλλεται, όπως ένα απορρυπαντικό. Το τραγούδι δεν πάει πια μόνο του.

Όταν ξεκινήσατε εσείς την καριέρα σας ήταν τα πράγματα διαφορετικά απ' ό,τι σήμερα ;
E: Εντελώς. Εγώ είχα τη χαρά να τραγουδάω και να βρίσκω το στίγμα μου, χωρίς να έχω δισκογραφία, σε ρεμπετάδικα. Το ευχαριστιόταν η ψυχή μου, χωρίς να έχω το άγχος. Είχα ταλέντο και αυτός ήταν ο μοναδικός λόγος που είχα δικαίωμα να υπάρχω ως τραγουδίστρια σε ένα πατάρι.
Γ: Εμείς, προλάβαμε μια εποχή που μπορούσε να αφήσει πράγματα. Καταρχήν, έχει χάσει την εμπιστοσύνη του ο καλός ακροατής. Ακόμη, δεν υπάρχει κρατική μέριμνα σε καμία από τις εκφάνσεις της τέχνης στην Ελλάδα. Βλέπω τους Τούρκους και τους χαίρομαι, το πως συντηρούν την παραδοσιακή τους μουσική. Σε όλα τα αεροδρόμια θα βρω τούρκικα cd, ελληνικά πολύ σπάνια και από πολύ συγκεκριμένους δημιουργούς.

Στο εξωτερικό όμως κάνετε επιτυχία, όπως π.χ. στο Ισραήλ. Αυτό, πώς προέκυψε;
Γ: Ας μην βαυκαλιζόμαστε και λέμε ότι κάνουμε καριέρα στο εξωτερικό. Εγώ, δεν πιστεύω ότι κάνω καριέρα στο εξωτερικό. Το Ισραήλ, είναι μια πάρα πολύ ειδική περίπτωση. Με είδε στη δορυφορική τηλεόραση μια παραγωγός, της άρεσα και με κάλεσε. Έκανα στην αρχή ένα τηλεοπτικό και άρχισε να με μαθαίνει ο κόσμος. Στη συνέχεια, το ένα έφερε το άλλο. Το να κάνεις όμως μια καριέρα σε ένα κράτος, δε σημαίνει ότι κάνεις διεθνή καριέρα.

Γιατί δεν βγαίνουν πια κοινωνικά τραγούδια;
Γ: Το λαϊκό τραγούδι, έχει αλλάξει μορφή σήμερα. Δεν μπορεί να θέλουμε λαϊκό τραγούδι σαν του Τσιτσάνη, σήμερα. Αν πας σε έναν ήχο τέτοιο, θα σε θεωρήσουν γραφικό. Νομίζω, όμως, ότι υπάρχει και μια ατολμία από πλευράς και δημιουργών, αλλά και ερμηνευτών.
Ε: Πάντως, σε όλα τα κράτη που υπάρχει σήμερα παραδοσιακή μουσική, ο μοναδικός τρόπος για να υπάρξει αυτό το είδος, είναι να εξελιχθεί. Ο πρώτος τρόπος, είναι να παίζονται τα λαϊκά τραγούδια, ακριβώς όπως τότε. Ο δεύτερος τρόπος, είναι να δίνεις στη μουσική του κάθε τόπου, ένα βηματισμό προς τα μπροστά. Ανήκουμε πια και στο παγκόσμιο χωριό και οι καλλιτέχνες πρέπει να έχουμε τα αυτιά και τα μάτια μας ανοιχτά και να πειραματιζόμαστε και με άλλους ήχους. Προσωπικά, μ' αρέσει να φοράω μέσα μου και άλλα πράγματα, να τα «μπλεντάρω» και να τα ξαναδίνω με έναν ελληνικό τρόπο. Ο τρίτος τρόπος, είναι να εξελίσσεται με λάθος τρόπο, με απλοϊκότητα, που δυστυχώς στα χρόνια μας έγινε αυτό, κορώνα στη μουσική μας. Υπάρχει, όμως, και το τραγούδι που μένει. Ήδη, υπάρχουν τραγούδια που μιλάνε σε μια άλλη γλώσσα, λαϊκά τραγούδια που δεν είναι παιγμένα με μπουζούκι. Ο κόσμος, θέλει τη συγκίνηση και τους δρόμους του λαϊκού τραγουδιού, αλλά για να το κατανοήσει ο νέος άνθρωπος, το θέλει με ένα λίγο διαφορετικό τρόπο.

Άρα και στις εμφανίσεις σας θα ακούσουμε τα λαϊκά τραγούδια «πειραγμένα»;
Γ: Όχι, όχι, ακριβώς το αντίθετο! Θα τα αφήσουμε όπως είναι, αλλιώς είναι σαν να τα προδίδουμε. Για να αγαπήσει και ο κόσμος το νέο λαϊκό τραγούδι, θα πρέπει καταρχήν να ξέρει τι είναι το λαϊκό τραγούδι. Με όλη αυτή την πλύση εγκεφάλου, ο κόσμος αισθάνεται και καμιά φορά λίγο «βλάχος», αν ακούσει το λαϊκό τραγούδι. Μέσα μας, όμως, το κουβαλάμε αυτό το πράγμα, το έχουμε στο DNA μας.
Ε: Θα υπάρχουν δύο μέρη. Κυρίως -και το λέω με πολύ καμάρι αυτό- θα υπάρχει το λαϊκό τραγούδι. Θέλουμε να το στήσουμε με έναν τέτοιο τρόπο, ώστε ο κόσμος να το ακούσει και να το καθαγιάσει μέσα του, και να το ξαναθυμηθεί, όχι όμως πρόχειρα.

Το ποπ στοιχείο που έχει εισβάλλει στο λαϊκό τραγούδι, είναι κάτι καλό, κάτι κακό, πώς το αξιολογείτε; Γιατί κι εσείς έχετε κάνει αρκετά ποπ ανοίγματα...
Ε: Το ποπ τραγούδι σήμερα, παίρνει το στίγμα του, από τη φωνή του τραγουδιστή. Οι «χίλιες σιωπές», είναι το πιο λαϊκό μου τραγούδι, το οποίο είναι βεβαίως μια ηλεκτρική μπαλάντα, που, όμως, εμπεριέχει και την αίσθηση την ελληνική.
Γ: Είμαστε σύγχρονες τραγουδίστριες, σε μια εποχή που αλλάζει και δεν μπορούμε να μένουμε προσκολλημένες. Σε μια ποπ εποχή, δεν μπορείς να μην κάνεις ποπ τραγούδι. Η φωνή, η ψυχή του τραγουδιστή, όπως είπε και η Ελένη, είναι η σφραγίδα το τραγουδιού και μπορεί να δώσει άλλες προεκτάσεις στο ποπ τραγούδι.

Πίσω από τους μεγάλους άντρες, βρίσκονται μεγάλες γυναίκες. Πίσω από εσάς, καλλιτεχνικά, ποιοί μεγάλοι άντρες βρίσκονται;
Ε: O Ανδρέου εμένα, δεν το συζητώ (γέλια). Ο Γιώργος, ήταν ο άνθρωπος που γνωρίζοντάς τον τέλη της δεκαετίας του '80, το μεγαλύτερο δώρο που μου έκανε, ήταν να με κάνει να πιστέψω στον εαυτό μου. Έχω το αίσθημα της ευθύνης από κει και πέρα, του τι κάνω στο μέλλον. Μέχρι τότε, ήμουν απλά μια εγωίστρια τραγουδίστρια. Με έκανε να πατήσω στα πόδια μου και να πω: «καλή είμαι» (γέλια). Είναι ο συνταξιδιώτης μου και στη ζωή και στο μουσικό μου ταξίδι. Έχω την ανάγκη να είναι το τρίτο μάτι.
Γ: Για μένα αντίστοιχα, ήταν ο Στέλιος Φωτιάδης, με τον οποίο έχουμε κάνει μεγάλες επιτυχίες. Είναι αυτός που κάνει την βρώμικη δουλειά. Μια και με ρωτάτε, ξέρετε, κατ' ιδίαν ντρεπόμαστε καμιά φορά να πούμε και ένα ευχαριστώ. Θέλω, λοιπόν, να του εκφράσω μεγάλη ευγνωμοσύνη.

Είστε και οι δυο μητέρες, έχετε προσωπική ζωή και το τραγούδι. Πόσο δύσκολο είναι να τα συνδυάσετε όλα αυτά;
Γ: Για μένα είναι πάρα πολύ εύκολο. Μαθαίνει ο άνθρωπος; Δεν ξέρω τι γίνεται. Όταν αγαπάς τα πράγματα, μπορείς πολύ εύκολα να τα καταφέρεις όλα και να τα κάνεις και σωστά.
Ε: Εγώ ίσως επένδυσα πολύ χρόνο μέσα στο τραγούδι και τη μουσική. Η μουσική με κέρδισε, με πήρε, με κατάπιε. Στην καθημερινότητα, όμως, δεν είμαι τραγουδίστρια, είμαι η Ελένη και όλο αυτό, ίσως μου βγήκε τελικά λίγο σε κακό... Αυτό θα άλλαζα, αν μου δινόταν η ευκαιρία να κάνω κάποια διορθωτική κίνηση. Δυσκολεύτηκα πάρα πολύ στο να έχω παιδί, κυρίως. Τώρα, τα τελευταία χρόνια, πια, νιώθω ισορροπημένη.
Γ: Πρέπει να προσέχουμε, να δίνουμε προτεραιότητα στον εαυτό μας και στους γύρω μας. Αν και λατρεύω, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς το τραγούδι, προτιμώ όμως, την άλλη ζωή, την απλή, την οικογενειακή, γιατί εκεί είναι η Ζωή... Θα μπορώ και μαγειρεύοντας, ας πούμε, να τραγουδάω.

Το έντεχνο τραγούδι έχει γίνει τελευταία και λίγο παρεξηγημένος όρος...
Ε: Όντως. Ακόμα και σε μας, που υποτίθεται ότι το υπηρετούμε (γέλια). Νομίζω ότι είναι κεκτημένη ταχύτητα, που μας την άφησαν οι παλιότεροι, Χατζηδάκις, Θεοδωράκης... Σήμερα, δεν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει το λαϊκό και από την άλλη, το έντεχνο. Δεν αφορά την εποχή αυτός ο διαχωρισμός.
Γ: Δε θέλω να βάζω τίτλους· με ενοχλούν. Νομίζω ότι το έντεχνο, βάζοντας τον τίτλο αυτό, έκανε κακό στον εαυτό του. Βάζοντας έναν τίτλο, βάζεις όρια και ξεχωρίζεις. Υπάρχει καλή πρόθεση και κακή πρόθεση. Υπάρχουν αυτοί που πέφτουν στην παγίδα να κάνουν το πολύ εύκολο τραγούδι, το σουξέ, και μετά υπάρχει, απλά, και το καλό τραγούδι. Τα καλά τραγούδια, όμως, μπορεί σήμερα να μην έχουν απήχηση στον κόσμο. Ο κόσμος του μέλλοντος, όμως, θα τα ανακαλύψει.
Ε: Όντως. Ο κόσμος θα δείξει τι θα μείνει από όλον αυτόν τον κυκεώνα, από όλη αυτή την αναζήτηση. Ο χρόνος κάνει τα τραγούδια μνήμη, ώστε να λέμε ότι δεν πήγε χαράμι η εποχή... Κάτι έγινε!
Γ: Μοιραία, έτσι θα γίνει. Γιατί, τελικά, ο κόσμος επιλέγει αυτά που έχει ανάγκη.

Λάθη έχετε κάνει καλλιτεχνικά;
Γ: Εγώ πιστεύω, ότι και λάθη να έχουν γίνει, δεν θα άλλαζα τίποτα. Ξέρετε γιατί; Γιατί, όλα αυτά τα πράγματα σου δίνουν, είναι εμπειρίες, είναι επιλογές σου. Να μετανιώνεις για τις επιλογές σου, δεν είναι ωραίο. Θα μου πεις, στην πλάτη του καμπούρη; Όχι, γιατί, λάθη τραγικά δεν έχουν γίνει. Όποια λάθη έγιναν, τα έχει πληρώσει ο καθένας μας προσωπικά.
Ε: Μπορώ να πω, ότι παραήμουν ανήσυχη όλα αυτά τα χρόνια, πολλές φορές εις βάρος μου, κυρίως, χάνοντας ίσως και λίγο χρόνο. Ποτέ, όμως, δεν πετυχαίνουν όλα, ειδικά, αν υπάρχει ανησυχία. Ίσως, έρχονται λίγο πριν από την ώρα τους. Ενορχηστρωτικά επίσης. Αυτά, όμως, είναι κομμάτι της δουλειάς μας. Έχω λατρέψει τραγούδια που χαθήκαν στην ενορχήστρωση, που τα έχω λατρέψει εγώ και πενήντα άλλοι.

Και δύο κουβέντες για τα επόμενα δισκογραφικά σας βήματα...
Γ: Έχει κυκλοφορήσει ένας δίσκος, τα λαϊκά τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη. Σε πολλά από αυτά, οι δεύτερες εκτελέσεις γίνονται τώρα, με μένα. Στο δίσκο συμμετέχει με τρία τραγούδια ο Πασχάλης Τερζής, με δυο τραγούδια ο Δημήτρης Μπάσης, και ένα τραγούδι το λέμε πρίμο -σεκόντο αλά Καζατζίδη- Μαρινέλλα (γέλια) με το Γιώργο Νταλάρα. Ο δίσκος λέγεται: «Τα Θεμέλιά μου στα βουνά» (Legend).

Ε: Θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες ένας δίσκος, ένα best of, ας το πούμε και στα αγγλικά, γιατί έτσι λέγεται, μια δική μου αναδρομή είκοσι χρόνων, σε τρία cd (sony). Διάλεξα εγώ τα τραγούδια, που είναι όλη μου η πορεία, όλα τα είδη μουσικής που έχω τραγουδήσει, όχι μόνο τα «χιτ». Όλα αυτά τα τραγούδια, που είμαι εγώ. Υπάρχει και μια υπέροχη συνεργασία, που δείχνει την ανατολή μέσα όμως από μια πολύ ωραία δύση. Είναι ένα τραγούδι που έχει γράψει ένας Παλαιστίνιος, σε στίχο ελληνικό της Λίνας και αραβικό. Τέλος, υπάρχουν και 4 νέα τραγούδια, τρία είναι νέων δημιουργών και ένα του αγαπημένου μου Κώστα Λειβαδά, το τραγούδι των τίτλων της τηλεοπτικής σειράς «Έχω ένας μυστικό».

Έσβησα το μαγνητοφωνάκι και ζήτησα να μου πουν από ένα μικρό ρεφραίν. Η Γλυκερία μου τραγούδησε έναν παραδοσιακό αμανέ και μου εξομολογήθηκε ότι το τραγουδούσε στο τηλέφωνο κλαίγοντας στο γιο της όταν σπούδαζε στην Αγγλία. Η Ελένη Τσαλιγοπούλου αρνήθηκε ευγενικά, λέγοντας μου πως δεν είναι όλες οι ώρες ίδιες. Τη συγχώρησα, γιατί φορούσε υπέροχες γόβες...