JAN GARBAREK

(Ως3 - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2005))

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΑΡΗΣ ΔΟΥΚΑΣ

 

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ
Αν μπορούσαμε να διατηρήσουμε τη μνήμη από τη μουσική των ονείρων μας κάπως έτσι θα ήταν. Αν τα όνειρα είναι οι ταινίες του νου, τότε αυτή η μουσική θα ήταν ο απόλυτος ήχος για να τις συνοδεύσει. Πράγματι, το νέο άλμπουμ του Jan Garbarek έχει μια χαρακτηριστικά κινηματογραφική γραφή, όπου οι ομιχλώδεις ηλεκτρονικοί ήχοι συμπλέκονται μαγικά  με τους έξοχους διάλογους ανάμεσα στην υπέροχη βιόλα της Kim Kashkashian και το ιδιοφυές παίξιμο του Manu Katche.

Ανεξάρτητα πάντως από την έντονη συζήτηση που γίνεται στον παγκόσμιο τύπο  για το αν ο νορβηγός σαξοφωνίστας προτείνει κάτι πραγματικά νέο σ' αυτό το προσωπικό (έξι χρόνια μετά) άλμπουμ,  ένα είναι βέβαιο: αυτή η μουσική κερδίζει την καρδιά των ανθρώπων σ' όλο τον κόσμο ανεξάρτητα από την ιδιαίτερη ή και όχι σχέση που μπορεί να έχει κανείς είτε με τη μουσική γενικά είτε και με κάποιο ιδίωμά της. Ο ίδιος αποκαθιστώντας τα πράγματα, μιλά για τις αλλαγές στη μουσική: «.σκέφτομαι τη μουσική περισσότερο σαν μια πορεία εξελικτική παρά σαν μια πορεία επαναστατική. Οι αλλαγές στη μουσική συμβαίνουν αργά μέσα στο χρόνο. Υπάρχει βέβαια και το στοιχείο της έκπληξης...» και συνεχίζει «δεν θα μπορούσα να ονομάσω 'αλλαγή' τη χρήση ηλεκτρονικών στη μουσική μου, γιατί  μ΄ αρέσει να χρησιμοποιώ τους ηλεκτρονικούς ήχους εδώ και πολλά χρόνια. Τους έχω ήδη χρησιμοποιήσει για ηχογραφήσεις μουσικής για μπαλέτο, για τον κινηματογράφο, όχι όμως ιδιαίτερα για τις  ηχογραφήσεις με την ECM. Mε αυτή την έννοια πιθανόν το άλμπουμ να περιέχει ένα στοιχείο έκπληξης. Για μένα τα ηλεκτρονικά είναι απλά ένα απ' τα χιλιάδες στοιχεία που μπορεί να διαλέξει κανείς από τον ωκεανό των ήχων.».

Για τον ίδιο, ο ήχος της βιολονίστριας Kim Kashkashian, αποτέλεσε μια νέα ισχυρή πηγή έμπνευσης στη δημιουργία του: «Η Κιμ ήταν για μένα ένας νέος δυνατός άνεμος δημιουργίας στον τρόπο που κάνω μουσική. Είχα μέχρι τώρα την ευκαιρία να απολαύσω την Κιμ σε ηχογραφήσεις για την ΕCM, με κλασικές ορχήστρες, μουσική δωματίου και τέτοιου είδους ρεπερτόριο στο οποίο εκτίμησα απεριόριστα την ερμηνεία της. Θα μπορούσα να πω, πως ο ήχος της Κιμ, μου όρισε έναν άλλο ήχο για την βιόλα απ' αυτόν που γνώριζα μέχρι τώρα... η επαφή μου με τον ήχο της Κιμ, ήταν για μένα μια αληθινά μαγική εμπειρία. Κι όταν ο Αρμένιος συνθέτης Τιγκράν Μανζουριάν έγραψε εκείνο το μικρό ντουέτο για σοπράνο σαξόφωνο και βιόλα και ηχογραφήσαμε μαζί, αυτό μας έφερε ακόμα πιο κοντά. Και από τότε που ξεκίνησα να ετοιμάζω το άλμπουμ, ο ήχος της Κιμ ήταν τόσο έντονος στ΄ αυτιά μου, όπου σκεφτόμουν πως χρειάζομαι οπωσδήποτε μια βιόλα.. Και όταν έπαιξα κάποια σημεία στον Μanfred Eicher, μου πρότεινε να ρωτήσουμε την Κιμ αν θα ήθελε να παίξει.. και όταν τελικά ηχογραφήσαμε με διακατείχε πλήρως αυτό το αίσθημα της ζωής και του βάθους που μετάδωσε η Κιμ στις μελωδίες που της παρουσίασα. Ο τρόπος που η Κιμ παίζει βιόλα, οι ευαίσθητες μουσικές της φράσεις, οι λεπτές αποχρώσεις του ήχου της αγγίζουν τον τρόπο που θέλω να παίζω σαξόφωνο. Μ' αυτή την έννοια νοιώθω ότι μας χαρακτηρίζει μια ισχυρή συγγένεια.. Υπάρχουν φορές που αισθάνομαι ότι το όργανό μου είναι κατώτερο από κάποια άλλα. Και αυτό είναι καλό γιατί σημαίνει πως μπαίνω ση διαδικασία να αναμετρηθώ με μια νέα ιδέα στον τρόπο που παράγεται ο ήχος. Και σ΄ αυτό το πλαίσιο η Κιμ ήταν η πηγή της έμπνευσης μου.. είναι απίστευτο, πόσο πλούτο φέρνει η Κιμ στη μουσική. Είναι ένα άλλο επίπεδο. Και μου δίνει το έναυσμα να φτάσω και το δικό μου παίξιμο σε κάτι νέο...».

Μιλώντας για τον τρίτο συντελεστή της ηχογράφησης, τον Manu Katche, ο Garbarek λέει: «Ως ερμηνευτής, ο Manu έχει τόσες πολλές αρετές που μόνο λίγες απ΄ αυτές θα μπορούσα να περιγράψω. Ωστόσο, προσανατολίζει σε μεγάλο βαθμό το παίξιμό του σε ένα συγκεκριμένο μοτίβο. Ο ίδιος ψάχνει για το κατάλληλο μοτίβο στα ντραμς το οποίο να ταιριάζει με το κάθε μουσικό κομμάτι. Μ' αυτό το μοτίβο πορεύεται, μεταπλάθοντάς το μινιμαλιστικά με ιδιαίτερη δυναμική και σφρίγος, χωρίς να αφεθεί στο «άνοιγμα» ενός σολιστικού παιξίματος. Προτιμά να διατηρεί την ατμόσφαιρα που ο ίδιος δημιούργησε. Όπως όλοι οι παλιοί καλοί ντράμερς της τζαζ που τόσο πολύ αγαπώ, όπως τον Jo Jones για παράδειγμα, ή τον Gene Krupa, οι οποίοι έπαιζαν επικεντρωμένοι στο εκάστοτε μοτίβο, αντί να παίζουν τόσο ελεύθερα όπως κάνουν οι σημερινοί ντράμερς της τζαζ. Αυτό, το παίξιμο των παλιών μουσικών είναι κάτι που μου έχει λείψει. Ο Mανού διατηρεί αυτή την ποιότητα στην ερμηνεία του, συνδυάζοντας μοναδική κομψότητα και ευαισθησία.».

Ο μουσικός σχολιαστής του Observer, πρόσφατα παρουσιάζοντας το «In praise of Dreams» έγραψε πως αν κάποιος θα ήθελα να αισθανθεί την ουσία της μουσικής του Γκάρμπαρεκ, θα πρέπει να την απολαύσει με τα μάτια κλειστά. «Δεν θα μπορούσα να αρνηθώ σε κάποιον να το κάνει» σχολιάζει ο ίδιος, «ξέρω ότι όταν παίζω σαξόφωνο συχνά παίζω με κλειστά τα μάτια. Έτσι αν δεν χρειάζεται να διαβάσω νότες, φαίνεται πως συγκεντρώνομαι καλύτερα με κλειστά τα μάτια. Μα ξέρετε αυτό που λένε: κάποιοι άνθρωποι φιλούν με τα μάτια κλειστά και κάποιοι με τα μάτια ανοιχτά.».