MR JOHN MALKOVICH, HIMSELF!

(Ως3 - ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2008)

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΒΟΥΛΑ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ

Δανδής ή psycho killer, γητευτής ή ψυχρός δολοπλόκος, κυνικός, αστείος ή αμφίθυμος, ο Τζον Μάλκοβιτς, είναι ηθοποιός που παίζει με την αντίφαση: της τέχνης του ή του εαυτού του. Κάθε πολλαπλού εαυτού του. Γι' αυτό τον λατρεύουμε. Γιατί, πάντα κρύβει κάποιον άλλον...
 

Αυτή η αίσθηση του διφορούμενου, προσδιορίζει το μύθο του. Το παραδέχεται κι ο ίδιος: «Είμαι κυκλοθυμικός. Αλλάζω εύκολα γνώμη. Αλλά πλέον γελάω μ' αυτό, το διασκεδάζω. Παλιότερα με πείραζε, γιατί η αλλαγή στη διάθεσή μου, σε πολλούς έμοιαζε υποκρισία. Τη μια στιγμή μπορεί να σιχαίνομαι το κόκκινο κρασί και την άλλη να πίνω μόνο αυτό. Κάποιος που ίσως δε χωνεύω, μπορεί στη συνέχεια να γίνει φίλος μου. Δεν είναι λίγοι αυτοί που στην πρώτη τους επαφή μαζί μου νιώθουν άβολα. Ευτυχώς, μόλις καταλάβουν τους κώδικες με τους οποίους λειτουργώ, γίνονται φίλοι μου κατόπιν. Το ίδιο συνέβη με τη γυναίκα μου. Στην αρχή τη σόκαρε το γεγονός, τώρα την κάνει να γελάει... Το έχει αποδεχτεί, όπως κι εγώ».

Τον συναντήσαμε με αφορμή την ολιγοήμερη επίσκεψή του στην Ελλάδα, όπου ήρθε με την ιδιότητα του παραγωγού, για την προώθηση της ταινίας «Juno» του Τζέισον Ράιτμαν (υποψήφιο στις Χρυσές Σφαίρες 2008). Στο φετινό 48ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ήταν το τιμώμενο πρόσωπο, καθώς βραβεύτηκε με Χρυσό Αλέξανδρο για το σύνολο της προσφοράς του στον  κινηματογράφο. Μιλήσαμε μαζί του για σινεμά, για θέατρο, για τις αγαπημένες του ταινίες.

Η τέχνη του διφορούμενου
Όσα κατά καιρούς διαβάσατε γι' αυτόν, ισχύουν. Για τον αργό, χαμηλόφωνο λόγο του. Για τις μακρόσυρτες -σχεδόν σαδιστικές- σιωπές του. Για την κομψότητα και το ντελικάτο παρουσιαστικό του. Για την αβρή -πλην μάλλον αδιάφορη- ανταπόκρισή του στις υποχρεώσεις του, ως εκλεκτός καλεσμένος (συνεντεύξεις, γεύματα, εκδηλώσεις, τηλεοπτικές εμφανίσεις, χειραψίες). Φιλικός με τον κόσμο που έσπευσε, ομαδόν, να συναντήσει από κοντά έναν μύθο του δικού του βεληνεκούς, άλλοτε εκνευρισμένος (κατά την άφιξή του στο αεροδρόμιο Μακεδονία, χάθηκαν τα μπαγκάζια του), συχνά, όμως, ευδαίμων και υπομονετικός, παρουσίασε δια ζώσης, όλο εκείνο το γνωστό ρεπερτόριο από γκριμάτσες και χειρονομίες που μέχρι σήμερα αναγνωρίζαμε στους ρόλους του: ανασηκωμένο φρύδι, λάγνο βλέμμα που μαγνητίζει όταν καρφωθεί, direct και ακλόνητο στο δικό σου ή που άλλοτε -συχνά- αλληθωρίζει για να δηλώσει απορία, νωχελικές -σχεδόν θηλυπρεπείς- κινήσεις των χεριών, όταν κόβει το φίλτρο από το τσιγάρο που καπνίζει. Συχνά κομπιάζει, σα να βαριέται ή να περιφρονεί τις ερωτήσεις μας.

Εμείς, επιμένουμε: πόσο δύσκολο είναι άραγε να μπεις στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς;
«Δεν είμαι πρόθυμος στα λόγια» λέει. Ποτέ δεν ήμουν. Για τη δουλειά μου, δε μιλάω, παρά μόνο όταν με ρωτούν οι δημοσιογράφοι. Γενικά, δεν είμαι ομιλητικός, δεν τα πάω καλά με τα λόγια, ιδίως σε ό,τι αναφέρεται στη δουλειά μου. Ακόμη κι αν ήμουν, δεν μου πολυαρέσει να το κάνω. Εννοώ, ότι δε νομίζω ότι οι πόρνες, ας πούμε, ή οι εργάτες, όταν γυρίσουν σπίτι λένε: «Αγάπη μου, έκανα μια υπέροχη χειρωνακτική δουλειά σήμερα!» συμπληρώνει.

Κακός εγώ;
Με το φαντασμαγορικό «Beowulf» του Ρόμπερτ Ζεμέκις να διεκδικεί το ενδιαφέρον της διεθνούς κινηματογραφικής επικαιρότητας και τουλάχιστον 7-8 ταινίες έτοιμες να προβληθούν, ο υπερδραστήριος και πολυσχιδής ηθοποιός, σκηνοθέτης, παραγωγός, δίκαια συγκαταλέγεται στους πλέον περιζήτητους της παγκόσμιας show biz.

Τα τελευταία νέα, αναφέρονται στις συνεργασίες του με τον Τομ Χανκς παραγωγό και συμπρωταγωνιστή του στο «The Great Buck Howard» του Sean McGinly (εμφανίζεται στον ομώνυμο ρόλο ενός αποτυχημένου μάγου - ταχυδακτυλουργού που αναλαμβάνει να εκπαιδεύσει τον μαθητευόμενο βοηθό του, γιο του πρώτου, Κόλιν Χανκς), με τους αδελφούς Κοέν στο «Burn After Reading» (με Μπραντ Πιτ, Τζορτζ Κλούνεϊ, Τίλντα Σουίντον, Φράνσις Μακ Ντόρμαντ), ενώ 15 χρόνια μετά τη «Δεύτερη Ευκαιρία», συνεργάζεται με τον Κλιντ  Ίστγουντ στο «The Changeling», που γυρίζει αυτή την εποχή. Τα προσεχή του σχέδια, περιλαμβάνουν επίσης, γυρίσματα με τον Ραούλ Ρουίζ (συνεργάστηκε μαζί του άλλες δύο φορές), στην ταινία εποχής «Love and Virtue», που μας μεταφέρει στα χρόνια του Καρλομάγνου, ως βάρβαρος ληστής Rodomonte. Μαζί του, οι Ντέμιαν Λούις, Ντάριλ Χάνα, Πίτερ Ο Τουλ, Στίβεν Ντιλέιν, Βιρζινί Λεντογιέν, κ.ά.

Αντιδρά, όταν τον ρωτάμε, γιατί οι σκηνοθέτες τον επιλέγουν για το ρόλο του κακού.
«Δε συμφωνώ, ούτε εγώ ούτε οι σκηνοθέτες - συνεργάτες μου. Μόνο οι άνθρωποι των media επιμένουν σ' αυτό το στερεότυπο, λες και δεν έχουν δει άλλες ταινίες μου. Στην ταινία των αδελφών Κοέν, κάνω κάποιον μεθύστακα (Ozzie Cox), που πίνει μεν, μέχρι σκασμού, αλλά δεν είναι απαραίτητα κακός, ενώ στο καινούργιο φιλμ του Κλιντ (σημ. Ίστγουντ), όπου παίζω πάλι με την Αντζελίνα (σημ. Τζολί), ερμηνεύω έναν παπά. Υποδύθηκα καθηγητές, γιατρούς, λίγο πριν παίξω τον Κλιμντ, τον διάσημο αυστριακό ζωγράφο, ήμουν ο Alan Conway, ένας απίστευτος τύπος, που τριγυρνούσε στο Χόλιγουντ, υποστηρίζοντας ότι είναι ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ («Colour Me Kubrick» ταινία του 2005, σε σκηνοθεσία Μπράιαν Κουκ)... Οι δημοσιογράφοι, λένε αυτά που λένε. Ρωτήστε λοιπόν αυτούς».

Being John Malkovich
Μετά από τόσους ρόλους, τόσες μεταμορφώσεις, μετά από τόσα χρόνια, άραγε ποιος είναι τελικά; Ο κενόδοξος κόμης Βαλμόν, ο ψυχοπαθής φονιάς, ο ευαίσθητος γιος, ο μυστηριώδης εραστής; «Νομίζω, ότι είμαι ο ίδιος, που ήμουν πολύ πριν αποφασίσω να γίνω ηθοποιός», απαντάει μονομιάς. Μεγαλώνοντας, εμπλουτίζουμε αυτό που είμαστε, καταθέτοντας και εκθέτοντας τον εαυτό μας. Αν πας στη Βιέννη -πόλη που αγαπώ ιδιαίτερα- και βρεθείς σε μια ταινία για τον Κλιμτ, με έναν καλλιεργημένο σκηνοθέτη, που ζει στο Παρίσι και γνωρίζει από τέχνη, με εξαιρετικούς ηθοποιούς, Γερμανούς, Άγγλους, Αυστριακούς, κλπ., οπωσδήποτε δεν είσαι ο ίδιος. Έχω κάνει περισσότερα από 30 φιλμ... Οπότε ναι! Πολλά πράγματα αλλάζουν στη ζωή σου, εμπλουτίζεις τις γνώσεις σου, μαθαίνεις, η ίδια η ζωή, αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Αυτό είναι το δώρο της δουλειάς μας. Δεν χρειάζεται να το ξεπληρώσεις». Κι όμως, κάτι δίνει. «Εννοώ ότι δεν έχω κάτι ιδιαίτερο, ένα ταλέντο, ώστε να ανταποδώσω γι' αυτό που έλαβα. Δίνω αυτό που μπορώ, το καλύτερο για μένα, προσπαθώ να το κάνω τίμια, αλλά και πάλι, δε δίνω και τίποτα σημαντικό». Το ότι παρακινεί άλλους ανθρώπους να αισθανθούν δεν είναι σημαντικό; «Αυτό είναι το δικό μου δώρο προς αυτούς. Μικρό, ανάλογα με όσα πήρα. Φυσικά, δουλεύω πολύ, παραμένω περίεργος για μερικά πράγματα, προσπαθώ»...

Συμπρωταγωνιστής δεκάδων σταρ Ευρώπης και Αμερικής, παλιότερων (Κατρίν Ντενέβ, Στεφανία Σαντρέλι, Φανί Αρντάν, Ντάστιν Χόφμαν, Φέι Νταναγουέι, Τζόαν Γούντγουορντ, Μπάρμπαρα Χέρσεϊ, Σάλι Φιλντ, Άντονι Χόπκινς, Γουίλιαμ Νταφόε, Νίκολας Κέιτζ, Τζέρεμι Άιρονς, Γκλεν Γκλόουζ, Μισέλ Φάιφερ, Εντ Χάρις, κ.ά.) ή νεότερων (Τζον Κιούζακ, Μίλα Γιόγιοβιτς, Κάμερον Ντίαζ, Στιβ Μπουσέμι, Νικόλ Κίντμαν, Τζούλια Ρόμπερτς, Ούμα Θέρμαν, Μιράντα Ρίτσαρσον, Κρίστιαν Μπέιλι, κ.ά.), σκηνοθέτης του Ξαβιέ Μπαρντέμ («Ο Χορευτής του 2ου Ορόφου»), παραγωγός.

Με ποιο κριτήριο επιλέγει;
«Λίγοι άνθρωποι είναι αυθεντικοί, λίγοι έχουν τη μοναδικότητα σε ό,τι κάνουν... Είναι δύσκολο να βρεις ένα καλό σενάριο, που να αφηγείται με ωραίο τρόπο, μια ωραία ιστορία. Ακόμη κι αν βρεις, μπορεί να μην το γυρίσεις καλά, και σε αυτό, συντρέχουν πολλοί λόγοι, άλλοτε έχεις το σενάριο και το γυρίζεις όπως θέλεις, αλλά μπορεί να μην πάει καλά στο μοντάζ, ενώ, κι αν όλα αυτά πάνε καλά, πάλι υπάρχει περίπτωση να μην αρέσει στον κόσμο. Ή μπορεί να το «ανακαλύψουν» 5 χρόνια αργότερα ή 10 ή και ποτέ.

Ευρώπη ή Αμερική;
Στην Αμερική επικρατεί διαφορετική άποψη από ό,τι στην Ευρώπη, σχετικά με το γιατί μπορεί να συμβεί, αλλά και γενικότερα, γιατί κάνουμε σινεμά. Είναι λιγότερο οικονομίστικη η θεώρηση, αλλά βέβαια, τα ποσά είναι μικρότερα, καθώς οι ευρωπαϊκές χώρες, διαθέτουν άλλου είδους χρηματοδοτικές πηγές από αυτές των ΗΠΑ. Εκεί, δεν καταλαβαίνουν γιατί να κάνεις μια ταινία, αν δε βγάλεις λεφτά από αυτήν. Εκτός, βέβαια, αν είσαι πλούσιος. Οπότε, ακόμα κι αν κάνουμε ταινίες που μας αρέσουν, και το «Juno» είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα, πρέπει να πείσουμε το στούντιο, όσο και τους χρηματοδότες, για κάτι περισσότερο από το ότι είναι καλές. Όλοι θέλουν να κάνουν κάτι καλό, δεν είναι αυτό το θέμα. Προτιμούν να κάνουν ταινίες καλές, αλλά να βγάλουν και λεφτά από αυτές. Αυτό είναι το θέμα. Οπότε, ακόμα κι αν τους πείσεις, ελπίζεις να είχες δίκιο. Αλλιώς, δε θα έχεις δεύτερη ευκαιρία... Στην Αμερική ό,τι σχετίζεται με σινεμά, είναι μπίζνες. Από την αρχή της ιστορίας του κινηματογράφου. Στην Ευρώπη, είναι μέσο έκφρασης, είναι τέχνη, δε διαφέρει από τη ζωγραφική, τη γλυπτική ή τη μουσική δωματίου. Στην Αμερική, δεν είναι μουσική δωματίου, είναι rock' n' roll...» (λέει και τραβάει επίτηδες τα φωνήεντα).

«Ανήκει στους ελάχιστους Αμερικανούς ηθοποιούς, που προτιμούν ουκ ολίγοι Ευρωπαίοι σκηνοθέτες (Φρίαρς, Αντονιόνι, Σλέντορφ, Μπερτολούτσι, Ολιβέιρα, Μπεσόν, κ.ά).
«Απλώς συνέβη. Δεν το σχεδίασα, έτυχε. Ήμουν τυχερός μάλλον», λέει. Μέτρησε το γεγονός, ότι είχε μια παράλληλη ενασχόληση με το θέατρο, σημαντική προϋπόθεση, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τους Ευρωπαίους δημιουργούς; «Αυτή είναι μια ερώτηση που πρέπει να θέσεις σε εκείνους? όχι σε μένα», σημειώνει. «Δεν ξέρω στ' αλήθεια γιατί με επέλεξαν ή γιατί εγώ επιλέγω κάποιους να συνεργαστώ, στον κινηματογράφο ή στο θέατρο. Σκηνοθετώ μια θεατρική παράσταση* στο Παρίσι, αυτό το διάστημα, εκεί επέλεξα κάποιους ανθρώπους, αλλά δεν μπορώ να πω γιατί τους επέλεξα. Ίσως, μου φάνηκε ότι ήταν καλή περίπτωση στη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή, και ευτυχώς είχα δίκιο. Αλλά, κάποιες άλλες φορές, πέφτω έξω».

Στις ταινίες του, βρίσκουμε αρκετά σενάρια, που διασκευάζουν λογοτεχνικά έργα (π.χ. «Επικίνδυνες Σχέσεις», «Mary Reilly», κ.ά.), επίσης, τον είδαμε στο «Klimt», όπου ενσαρκώνει το γνωστό ζωγράφο. Επιλέγει ρόλους και συνεργασίες, με βάση αντίστοιχα κριτήρια καλλιτεχνικής φύσης;
«Στη δουλειά μας, ο ηθοποιός δεν είναι αυτός που αποφασίζει. Επιλέγω συνεργασίες, μεταξύ αυτών που με έχουν επιλέξει προηγουμένως. Δε διαλέγω, με διαλέγουν, οπότε μετά, αν ανάμεσα στις επιλογές μου έχω κάτι που μπορεί να με ενδιαφέρει περισσότερο από κάτι άλλο, τότε, ναι, θα διαλέξω κι εγώ με τη σειρά μου».

Η θητεία του στο Steppenwolf
Στο θέατρο, πρωτοεμφανίστηκε με το «Birdbath» το 1976, χρονιά που εντάχθηκε στις δυνάμεις του Steppenwolf Theatre Company, θίασο αφοσιωμένο έκτοτε, σε πρωτοποριακές επιλογές. Ακολούθησε το «The Lover», το «The Fifth of July», το "Waiting for Lefty», "Philadelphia, Here I Come», κ.ά., αλλά χρειάστηκαν τουλάχιστον 7 χρόνια, μέχρι να εμφανιστεί στο Μπρόντγουεϊ, με το «True West» του Σαμ Σέπαρντ: ο ρόλος του άξεστου Λι «.ένας αιώνιος έφηβος που ξύνει τα αρχίδια του και σκαλίζει τη μύτη του» του χάρισε πολλά θεατρικά βραβεία κι έγινε αφορμή να ξεκινήσει την -καλπάζουσα -έκτοτε- καριέρα του, τόσο στο θέατρο, όσο και στο σινεμά.
«Όσοι θητεύσαμε στο Steppenwolf, ήμασταν παθιασμένοι, προσπαθήσαμε να «φέρουμε» κάποια στοιχεία στη σκηνή, να τα δοκιμάσουμε, να τα δείξουμε και μετά να τα συζητήσουμε, επιχειρήσαμε να φτάσουμε το θέατρο σε μια τέτοια θέση, ώστε να είναι ζωντανό, να είναι πραγματικά ουσιαστικό. Είτε πρόκειται για θέατρο συμπεριφορών, είτε για ένα καθαρά οπτικό θέατρο. Για να το κάνουμε αυτό, δεν ακολουθήσαμε κάποιο μανιφέστο, δεν «ανακαλύψαμε» κάποια τεχνική, ήταν περισσότερο αποτέλεσμα όσμωσης, όχι μέθοδος, και οπωσδήποτε, δεν ήταν το Actor's Studio».

Το θέατρο, λοιπόν, πάνω από όλα;
«Όχι. Αναφέρομαι στο θέατρο, γιατί από αυτό προέρχομαι, εκεί απέκτησα το στιλ, που όπως λέτε, διακρίνετε στους κινηματογραφικούς μου ρόλους. Φυσικά στο σινεμά είναι πολύ διαφορετικά, όλα είναι θέμα κάδρου, όλα κανονισμένα από πριν. Το φιλμ είναι υλικό. Το θέατρο είναι κάτι πιο ζωντανό. Και στο ένα και στο άλλο, δεν ακολουθώ κάποια «μέθοδο». Η μέθοδος, είναι ίδια στον τρόπο που προσεγγίζω τους ρόλους μου». Το θέατρο είναι ζωντανό, αλλά κάθε βράδυ «πεθαίνει». Το φιλμ όμως μένει. Συμφωνεί. Το θέατρο είναι εφήμερη τέχνη.

Πώς όμως λειτουργεί ο ηθοποιός στο θέατρο και πώς στον κινηματογράφο;
«Η υποκριτική στον κινηματογράφο και η υποκριτική στο θέατρο, αν τη συγκρίνουμε με τη μουσική, μοιάζει με τη σχέση ενός πιανίστα και ενός σαξοφωνίστα. Και οι δύο μπορεί να είναι καλοί μουσικοί, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το να είσαι καλός πιανίστας, μπορεί να βοηθήσει να παίξεις εξίσου καλά σαξόφωνο».

Επικίνδυνες Σχέσεις
«Είναι ταινία που με έκανε να νιώσω καταπληκτικά πράγματα, το κείμενο, η ιστορία, η σκηνοθεσία, με ικανοποίησαν πολύ!»... Ποιόν ηθοποιό εκτιμά; «Τον Ζεράρ Ντεπαρτιέ», απαντά απερίφραστα. Υπάρχει συγκεκριμένη ταινία, κάποιος ρόλος του, που θαύμασε τελευταία; «Μου αρέσει γενικώς. Ξέρετε δεν έχω την ευκαιρία να πηγαίνω συχνά στον κινηματογράφο, η ενημέρωσή μου δεν είναι η καλύτερη. Κι όταν συναντιόμαστε με το Ζεράρ, συζητάμε οτιδήποτε άλλο παρά τις δουλειές μας»...
Όμως ούτε τις δικές του ταινίες βλέπει. Αναρωτιόμαστε: η αποδοχή -είτε πρόκειται για Όσκαρ είτε για επιβεβαίωση από κάποιον απλό θεατή- είναι σημαντική γι' αυτόν; «Όταν κάνεις κάτι, προτιμάς την επιδοκιμασία, περισσότερο από την αποδοκιμασία, προφανώς! (γέλια). Δεν μπορώ να πω ότι την επιδιώκω. Την προσδοκώ, χωρίς όμως να έχω το νου μου στους άλλους. Επικεντρώνομαι στη διαδικασία, όχι στο αποτέλεσμα. Είναι ωραίο να αρέσει -λιγότερο ή περισσότερο- η δουλειά σου, να δέχεσαι την εκτίμησή τους. Αν δεν υπήρχε αυτή η αποδοχή, δεν ξέρω, πραγματικά, αν θα έκανα όσα έκανα με τον ίδιο τρόπο. Δεν ξέρω»...

Τόσα χρόνια στο προσκήνιο της επικαιρότητας, απαντά σε δεκάδες, εκατοντάδες ερωτήσεις. Έχει ποτέ σκεφτεί να ρωτήσει κάτι ο ίδιος σε κάποιον; Και σε ποιόν;
«Μμμ, δεν νομίζω. Υπάρχουν άνθρωποι που θεωρώ σπουδαίους, τον Μαρκές, το Μαλφούζ, το Λέοναρντ Κόεν, κ.ά., τους θαυμάζω, αλλά δεν έχω κάποια ιδιαίτερη περιέργεια, δε νιώθω την ανάγκη να τους ρωτήσω κάτι. Όσα είχαν να μου πουν, μου τα είπαν, είναι επαρκής τροφή για μένα. Είναι αυτό που εκφράζουν, που με ενδιαφέρει. Υπάρχουν άνθρωποι που θαυμάζω, όπως ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, αλλά δεν ξέρω αν θα με ενδιέφερε να τους συναντήσω. Δε χρειάζεται να σχετιστώ μαζί τους σε προσωπική βάση».
Είπαμε κι άλλα. Πολλά. Αν και, όσα δεν είπαμε είναι που μετράνε. Θα το ξαναπούμε: μονάχα το βλέμμα του υπερβαίνει τις σιωπές του...

*Σκηνοθετεί την παράσταση «Good canary», έργο ενός νεαρού συγγραφέα, του Zach Helm, με τους Cristiana Reali και Vincent Elbaz. Το «Good canary», όπως λέει, «είναι πάνω από όλα, μια εξτρίμ ιστορία αγάπης, μεταξύ μιας ανορεξικής νέας γυναίκας, εξαρτημένης από τα ναρκωτικά, της Ανί, και ενός συγγραφέα του Ζακ. Είναι ένα έργο, για την αγάπη και τη δημιουργία», λέει. Φίλη που ζει στο Παρίσι και πήγε να δει την παράσταση στο Theatre Comedia, στη μπουλβάρ de Strasbourg, δηλώνει ενθουσιασμένη από τη σκηνοθεσία και τα εντυπωσιακά ντεκόρ, με τα έντονα χρώματα, που ντύνουν το έργο. «Να έρθεις να το δεις», μου είπε. Θα καταλάβεις περισσότερα γι' αυτόν τον σπουδαίο τύπο».

MR JOHN MALKOVICH , HIMSELF!
-Ήταν ο Μπιφ, ο πασίγνωστος ήρωας του Άρθουρ Μίλερ, που εναντιώνεται στον υποταγμένο στη μιζέρια του πατέρα (Ντάστιν Χόφμαν). Αυτός ο ρόλος στο «Θάνατο του Εμποράκου», τη θρυλική παράσταση του Steppenwolf που του χάρισε βραβεία και αναγνώριση, ήταν που τον καθιέρωσε και στο εκτός ΗΠΑ κοινό, όταν ο Βόλκερ Σλέντορφ το γύρισε σε τηλεταινία, που ευτύχησε σε διεθνή διανομή. Ήταν ο φωτορεπόρτερ Αλ, στο «Κραυγές στη Σιωπή», ο κομψευόμενος τυφλός κος Γουίλ, στο «Μια θέση στην καρδιά» (ρόλος που του χάρισε την πρώτη του υποψηφιότητα στα Όσκαρ 1984), ο αμοράλ Μπάσι στην «Αυτοκρατορία του Ήλιου», ο ευαίσθητος Τομ στον «Γυάλινο Κόσμο» που σκηνοθέτησε ο Πολ Νιούμαν το 1987, ο αλαζών κόμης Sebastien de Valmont, στις «Επικίνδυνες Σχέσεις» του Φρίαρς, ο μπλαζέ διανοούμενος Πορτ Μόρεσμπι στο «Τσάι στη Σαχάρα».

-Υποδύθηκε τον κλόουν, στο «Σκιές και Ομίχλη» του Γούντι  Άλεν, τον σαλεμένο Λένι, στο «Άνθρωποι και Ποντίκια» που σκηνοθέτησε ο φίλος του Γκάρι Σινίζ, το σκηνοθέτη, στο αλληγορικό «Πέρα από τα Σύννεφα» του Αντονιόνι, τον παρανοϊκό τρομοκράτη Μιτς Λίρι, στο «In the Line of Fire» (σημ. «Δεύτερη Ευκαιρία» στα ελληνικά και β΄υποψηφιότητα στα Όσκαρ 1993), τον Τομ Ρίπλεϊ, στο «Ripley's Game» της Καβιάνι το 2003. Έπαιξε σε μεγάλες παραγωγές, που έσκισαν στο box office, αλλά και σε low budget φιλμ όπως το «Art School Confidential» (2006), του Terry Zwigoff, κ.ά.

-Γεννήθηκα σε μια ανώδυνα υγιή επαρχία της δύσης, δε χρειάστηκε να αγωνιστώ ιδιαίτερα για τη ζωή μου. Φυσικά, ως νέος, βρέθηκα χωρίς λεφτά, για μεγάλο διάστημα δεν είχα ούτε ψυγείο, αλλά αυτό, δεν είναι τίποτα με όσα έπαθαν οι άνθρωποι π.χ. στη Ρουάντα. Γι' αυτό, λέω είμαι τυχερός... Πριν την υποκριτική, έκανα διάφορες δουλειές. Δούλεψα σε αποθήκη, οδήγησα σχολικό λεωφορείο σε αριστοκρατικό εβραϊκό σχολείο, δούλεψα σε μια μεγάλη μεξικάνικη εταιρία με είδη κηπουρικής, όπου ξερίζωνα αγριόχορτα, έβαφα σπίτια. Συχνά, αναρωτιέμαι πώς θα ήταν η ζωή μου αν δεν έμπλεκα με θέατρο και σινεμά. Όπως και να έχει, είμαι τυχερός, ταξιδεύω σε διάφορα μέρη, γνωρίζω ενδιαφέροντες ανθρώπους, υποκρίνομαι ότι είμαι κάποιος άλλος -ο ρόλος που παίζω κάθε φορά- και, κυρίως, πληρώνομαι αδρά για αυτό. Δεν είναι και άσχημα. Γενικά, πιστεύω ότι αν δεν βγάζεις πολλά λεφτά ως ηθοποιός, δύο τινά συμβαίνουν: ή είσαι απίστευτα βλάκας ή τραγικά άτυχος.

-Στο θέατρο, τον οδήγησε το ένστικτο. Με την αρωγή του έρωτα βεβαίως, βεβαίως. Η σχέση του 19χρονου Τζον, με μια συνομήλικη συμφοιτήτριά του, τον έκανε να την ακολουθήσει στο τμήμα υποκριτικής, παρατώντας τις περιβαλλοντικές του σπουδές. Σήμερα, θα ήταν γεωλόγος ή δασονόμος, αλλά και πάλι, ποιος ξέρει;

Το 1976, παράτησε και τις θεατρικές σπουδές στο κολέγιο του Ιλινόις, για να ενταχθεί στο Steppenwolf Theater, που ίδρυσε ο φίλος του Γκάρι Σινίζ. Φήμες λένε, ότι ο διευθυντής του, στο τμήμα θεατρικών σπουδών όπου φοιτούσε, του είπε, πως δεν είχε καμιά ελπίδα να κάνει καριέρα ως ηθοποιός. Παρότι δεν αποφοίτησε, τα αρχεία της σχολής, έκτοτε, τον αναφέρουν πάντα στα ονόματα των σπουδαστών του, ώσπου το 2005, όταν επισκέφτηκε τη σχολή, παρέλαβε, τιμής ένεκεν το πτυχίο (bachelor στο θέατρο), που τόσο πραξικοπηματικά αρνήθηκε.

-Το 1992, εμφανίστηκε στο βίντεο κλιπ της Annie Lennox «Walking on Broken Glass», όπου φορούσε ένα ρούχο, «δανεισμένο» από την γκαρνταρόμπα της ταινίας, «Επικίνδυνες Σχέσεις» του Φρίαρς.

-Για αρκετά χρόνια, διατηρούσε δικιά του εταιρία ρούχων, λανσάροντας την ανδρική σειρά «Uncle Kimono», την οποία σχεδίαζε ο ίδιος. «Η μόδα και το στιλ, με ενδιέφεραν από πάντα», λέει. «Δεν ξέρω από πού προέρχεται αυτό, ίσως, από το γεγονός ότι ήμουν υπέρβαρος ως παιδί (σημ. στα 16 του, αποφάσισε να απαλλαγεί δια παντός από τα περιττά κιλά του, τρώγοντας για δυο μήνες, μόνο ένα ειδικό τζελ, το Jell-O. Μικρός, έπαιζα ποδόσφαιρο και ήμουν καλός στο baseball, αλλά ο πατέρας μου, έλεγε, θυμάμαι, ότι περισσότερο με ενδιέφερε η εμφάνισή μου καθώς έπαιζα, παρά το ίδιο το παιγνίδι. Αναγνωρίζω, ότι μάλλον είχε δίκιο», λέει, προσθέτοντας ότι έχει γράψει και σκηνοθετήσει τρία φιλμ μόδας (!), για τον Άγγλο σχεδιαστή Bella Freud.

-Τα πρώτα χρόνια στο Steppenwolf και ενώ παράλληλα δούλευε σε άλλες δουλειές, ερωτεύτηκε την ηθοποιό Laura Metkalfe, ενώ το 1982 παντρεύτηκε την ηθοποιό (μέλος επίσης του θιάσου) Glenne Headley (χώρισαν το 1988). Αργότερα, για μικρό χρονικό διάστημα, έβγαινε με τη Μισέλ -ma belle- Φάιφερ.

Τη γυναίκα του, Nicoletta Peyran, τη γνώρισε στο Μαρόκο, στα γυρίσματα της ταινίας «Τσάι στη Σαχάρα». Ήταν β΄ βοηθός σκηνοθέτη του Μπερτολούτσι. Με διδακτορικό στις ανατολικές σπουδές και παρότι εργάστηκε στον κινηματογράφο, η ίδια, δεν κρύβει την αντιπάθειά της  για τα περί της show biz. Παντρεύτηκαν το 1989 και απέκτησαν δυο παιδιά, την 17χρονη Amandine και τον 2 χρόνια μικρότερό της Loewy.

-Έζησε για αρκετά χρόνια στη Γαλλία, «σε μια μικρή, καταπράσινη επαρχιακή πόλη» όπως διευκρινίζει, «και όχι στο Παρίσι, όπως κατά λάθος έχει αναφερθεί», αλλά, τώρα, επέστρεψε με την οικογένειά του στις ΗΠΑ. Ο λόγος; Υπερβολικοί δασμοί, στο αυστηρό φορολογικό γαλλικό σύστημα, καθώς και οι ανάγκες του Steppenwolf Theater. Λατρεύει, όμως, και την Πορτογαλία (γύρισε αρκετές ταινίες εκεί, αγαπημένος του Ολιβέιρα, γαρ) όπου αγόρασε σπίτι, ενώ είναι συνιδιοκτήτης μιας ντίσκο στη Λισσαβόνα.

-Παρών στο masterclass που έδωσε στη Θεσσαλονίκη, καθήμενος μάλιστα στις πρώτες θέσεις, ήταν ο Νίκος Γκατζογιάννης, ο Έλληνας σκηνοθέτης και συγγραφέας της ανεκδιήγητης «Ελένης», ταινία που ο ίδιος έχει αποκηρύξει. «Έχω μετανιώσει για αυτήν την ταινία, όπως και για αρκετές ακόμα», είχε δηλώσει παλιότερα. «Ούτε εγώ ήμουν καλός».

-Αγαπημένες του ταινίες: η θρυλική «Μάχη της Αλγερίας» του Ποντεκόρβο, «Τα 400 Χτυπήματα» του Τριφό, «Ο Κομφορμίστας» του Μπερτολούτσι, «It's a Wonderful Life» του Κάπρα, κ.ά.

-Εκτός από την ταινία του Ίστγουντ ("The Changeling») που γυρίζεται αυτήν την εποχή, όπου και πάλι εμφανίζεται σε ρόλο παπά (αιδεσιμότατος Briegleb), προσεχώς, θα τον δούμε γιατρό στο «Afterwards» (ταινία ευρωπαϊκής παραγωγής σε σκηνοθεσία Gilles Bourdos), καθηγητή στο Κέιπ Τάουν που ερωτεύεται μαθήτριά του και βιώνει το μίσος του απαρχάιντ («Disgrace» του Steve Jacobs), ήρωα ενός σκοτεινού παρελθόντος («In Tranzit» του Tom Roberts, που αναφέρεται στα χρόνια του β΄παγκοσμίου πολέμου σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Ρωσία) αλλά και ταξιδευτή σε ένα σκοτεινό μέλλον («The Mutant Chronicles» του Simon Hunter). Συμμετείχε, επίσης, στο «Gardens of the Night» (2007) του Damian Harris, με θέμα εγκαταλελειμμένα παιδιά, ενώ άγνωστο παραμένει ακόμα αν θα προβληθούν στην Ελλάδα τα «Drunkboat (2007), του Bob Meyer, όπου πρωταγωνιστεί μαζί με τον Τζον Γκούντμαν και «The Call» (2006), του βραβευμένου «βιντεοκλιπά» Antoine Fuqua (εμφανίζεται σε ρόλο παπά -πάλι;- στο πλευρό της Ναόμι Κάμπελ.