ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΥΚΑ

(Ως3 - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2008)

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ

...Αναζητώ το καλό τραγούδι, από όποιον χώρο κι αν προέρχεται,
 φτάνει να έχει λόγο ύπαρξης...

Μια γνήσια λαϊκή φωνή, μια απόφαση επιστροφής και δεκατέσσερα νέα τραγούδια, ήταν οι αφορμές που μας έκαναν να τη συναντήσουμε και να κουβεντιάσουμε μαζί της. Οι αιτίες, ωστόσο, ήταν πολλές και διόλου ασήμαντες. Από τη μέχρι τώρα θητεία της στο ελληνικό τραγούδι, έχουμε εισπράξει, πέρα από τις χαρακτηριστικές ερμηνείες σε σπουδαία τραγούδια, μια στάση συνέπειας προς την ποιότητα και την ουσία του λαϊκού τραγουδιού, μακριά από εξαναγκασμούς και υπαναχωρήσεις. Ο νέος της δίσκος που κυκλοφόρησε πρόσφατα, φέρει τον τίτλο «Φωνές τις νύχτες» και αποτελεί πηγαία κατάθεση ψυχής, απόσταγμα μιας συνειδητής αποχής από τη δισκογραφία.

Από τον δίσκο με το Γιώργο Ζήκα, χρειάστηκαν έξι χρόνια για να ακούσουμε καινούργια τραγούδια από εσάς. Γιατί αυτή η αποχή;
Η αποχή δεν έχει να κάνει με την έλλειψη υλικού, αλλά με μια προσωπική στάση απέναντι στα πράγματα. Οδηγήθηκα εκεί γιατί δε μου άρεσε το σύστημα και οι καταστάσεις γύρω από το ελληνικό τραγούδι, βοήθησε κάπως και η προσωπική μου ζωή. Όλος αυτός ο καιρός, ήταν αρχικά ένα διάστημα άρνησης κι έπειτα περισυλλογής. Αποφάσισα λοιπόν, τώρα, να βγάλω όλα όσα συγκεντρώθηκαν στην ψυχή μου, τα χρόνια που ήμουν απούσα.  

Το κοινό πλέον ζητά διαφορετικά πράγματα από το τραγούδι;
Ανέκαθεν ήμουν αυτής της άποψης, αλλά πλέον μπορώ να το πω με απόλυτη βεβαιότητα: δε θέλω να με αφορά το «κοινό». Αυτό που απαιτεί η δική μου ψυχολογία σήμερα, είναι να εκφραστώ εγώ. Από κει και πέρα, οι αποδέκτες καλώς να έρθουν, όσοι κι αν είναι. Βεβαίως, δεν είναι δυνατόν να μην λαμβάνουμε υπόψη τα μηνύματα που έρχονται από γύρω. Άρα, εδώ πρέπει να θέσουμε κάποια όρια. Έχουμε, λοιπόν, δύο κατηγορίες ακροατών: τους κατευθυνόμενους, εκείνους δηλαδή που παρασύρονται και καταπίνουν όποια μασημένη τροφή του δίνεται κι εκείνους που διατηρούν την αισθητική τους και απαιτούν όσα τους εκφράζουν. Δεν πρόκειται για ένα ενιαίο κοινό. Ας μιλήσω κι εγώ σαν ακροάτρια, ανήκω σε εκείνους που δεν κάνουν διακρίσεις βάσει της ταμπέλας. Αναζητώ το καλό τραγούδι, από όποιον χώρο κι αν προέρχεται, φτάνει να έχει λόγο ύπαρξης. Ο διαχωρισμός που κάνω, είναι καλό και κακό τραγούδι.

Ας περιοριστούμε λοιπόν στο κοινό που μας αφορά. Υπάρχουν άξιοι δημιουργοί σήμερα που ανταποκρίνονται στο αίτημα αυτού του κοινού;
Ναι, για μένα υπάρχουν. Κάποτε, φανταζόμουν ότι είχαν στερέψει οι μεγάλοι δημιουργοί. Δεν συμβαίνει όμως αυτό και θέλω να το τονίσω: αυτό που έχει στερέψει είναι η εποχή που ζούμε. Έχουμε και δημιουργούς και ερμηνευτές και πολλές ακόμα αξίες στο ελληνικό τραγούδι. Επίσης, υπάρχει και κόσμος που διψά για πολιτισμό. Όμως, πάντοτε αυτός ο κόσμος ήταν λιγότερος από τον «άλλο». Τι έχει αλλάξει λοιπόν; Όπως μου είχε πει πολύ σοφά κάποτε ο Μάριος Τόκας, αν αφήσεις σε μια πλαγιά ένα άδειο βαρέλι να κυλήσει, θα κάνει πολύ περισσότερο θόρυβο από ένα γεμάτο. Παλιά, δεν έκανε τόση φασαρία κάθε άδειο βαρέλι, δίναμε περισσότερη σημασία στην ουσία. Νομίζω ότι αυτό άλλαξε τη ζυγαριά και αποδεικνύεται πως όλη αυτή η λάμψη και η φανφάρα, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είδαμε πριν λίγες ημέρες τη συναυλία που έγινε στο Καλλιμάρμαρο για τα δάση. Εξήντα χιλιάδες άνθρωποι, έδωσαν ένα ηχηρό μήνυμα πως η καλή αισθητική δεν είναι προνόμιο των λίγων. Ωστόσο, σαν είδηση πέρασε στα ψιλά, αν εξαιρέσουμε τα κρατικά κανάλια. Τελικά, ο θόρυβος που κάνει το άδειο βαρέλι σε ποια πραγματικότητα ανταποκρίνεται; Άρα τα νούμερα που μας παρουσιάζουν μάλλον είναι λίγο πλασματικά. Αυτό που έχουν να κάνουν οι δημιουργοί και γενικότερα όσοι νιώθουν ως ανάγκη τους να εκφραστούν, να το κάνουν με όποιο τρόπο μπορούν, γιατί μόνο έτσι δημιουργείται πραγματικό τραγούδι κι όχι κατευθυνόμενες φούσκες.

Το ραδιόφωνο πώς βλέπετε να αντιδρά;
Όλη μου τη ζωή πίστευα στο ραδιόφωνο. Η έλλειψη της εικόνας, επιτρέπει στον ακροατή να εστιάσει περισσότερο στο λόγο ενός τραγουδιού. Αυτό, σχεδόν χάθηκε με την εισβολή της τηλεόρασης. Βέβαια και το ραδιόφωνο έχει αλλάξει πάρα πολύ. Την εποχή που ξεκίνησα με δικό μου ρεπερτόριο, πριν από δεκαπέντε χρόνια, οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί είχαν έναν ρόλο που καθόριζε αυτό που έβγαινε, ήταν παραγωγοί. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τη Σωτηρία την Μπαβέλου να παίρνει τον καινούργιο δίσκο στο σπίτι της, να τον ακούει συνεχώς, για μέρες, και στο τέλος να επιλέγει αυτά που θα μεταδώσει. Αυτό, φυσικά, το έκαναν όλοι οι παραγωγοί, είχαν γνώση σφαιρική του υλικού. Θλίβομαι που τα περισσότερα ραδιόφωνα, πλέον, είναι κατευθυνόμενα. Χάνει το ίδιο το τραγούδι. Όλα, γύρω μας, αλλάζουν κι εμείς προσπαθούμε ανάμεσά τους να πορευτούμε και να επικοινωνήσουμε την κατάθεση της ψυχής μας, της δουλειάς μας.

Πείτε μας δυο λόγια για τον νέο σας δίσκο με τίτλο «Φωνές τις νύχτες». Είναι μια πολυσυλλεκτική δουλειά.
Την περίοδο όπως είπα «της περισυλλογής», άρχισαν να έρχονται στα χέρια μου τραγούδια τα οποία ούτε ζήτησα, ούτε παρήγγειλα από κανένα. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι έχω φιλαράκια τα οποία, μπορεί για πέντε χρόνια να μην είχαμε μιλήσει καν στο τηλέφωνο, αλλά στην πραγματικότητα αγαπιόμαστε. Κι αγαπιόμαστε γιατί μιλάμε την ίδια γλώσσα. Ήθελα, λοιπόν, να εκφραστώ μην έχοντας την άκρη του νήματος και σα δια μαγείας, μου την έδωσαν αυτοί οι άνθρωποι. Βρίσκομαι σήμερα, μετά από καιρό, να μπορώ να πω ακριβώς αυτό που θέλω, με δεκατέσσερα τραγούδια. Δεκατέσσερα τραγούδια, τα οποία ήρθαν στα χέρια μου ανθρώπινα, όπως βρισκόμαστε για παρέα σε μια καφετέρια.

Ποιο πιστεύετε πως είναι το δυνατό σημείο του δίσκου;
Δεν μπορώ να πω εγώ για το αποτέλεσμα. Εκείνο που χάρηκα πολύ, ήταν η ίδια η ηχογράφηση του δίσκου. Με το ξεκίνημα της ηχογράφησης, αισθάνθηκα σαν πρωτάκι, είχα μεγάλη χαρά, κάτι το οποίο είχα χάσει για πολλά χρόνια στο παρελθόν, γιατί είχε ενσωματωθεί σε αυτό που λέμε δουλειά. Το δυνατό στην όλη ιστορία, είναι πως ξαναβρήκα την ψυχή μου και τη χαρά να τραγουδήσω καινούργια πράγματα. Για παράδειγμα, στο δίσκο υπάρχει ένα blues τραγούδι του Γιάννη Νικολάου με τίτλο «Καταδίκη», το οποίο για μένα ήταν πρόκληση. Αισθάνθηκα, για άλλη μια φορά, την επιβεβαίωση πως δεν υπάρχουν ταμπέλες. Επίσης, πολύ μεγάλη τιμή για εμένα, είναι η συμμετοχή του Γιάννη Πάριου, ο οποίος, πέρα από την αγάπη που υπάρχει μεταξύ μας, δεν είχε άλλους λόγους να μπει σε μια τέτοια διαδικασία. Μάλιστα, αρχικά, ήθελε να κάνει φωνητικά σε ολόκληρο το δίσκο. Τέλος, η αμέριστη αγάπη και συμβολή του Νίκου του Κούρου που είναι επί χρόνια ο μαέστρος μου. Είναι από τους φίλους, που είτε είσαι στην πρώτη γραμμή και πουλάς δίσκους με τις χιλιάδες, είτε είσαι εξαφανισμένος, είναι φίλος σου.

Στην φωτογράφηση υπάρχει αισθητή αλλαγή όσον αφορά το concept. Βλέπουμε μια λαϊκή τραγουδίστρια σε μια πιο. pop εκδοχή. Πόσο σημαντικό είναι το «φαίνεσθαι»;
Πρόκειται για μια δική μου ιδέα. Και τα δεκατέσσερα τραγούδια του δίσκου, είναι βαθειά ερωτικά τραγούδια, τα οποία, όμως, κατά την άποψή μου, ένα εικοσάχρονο κορίτσι, χωρίς τα αντίστοιχα βιώματα της ζωής και του έρωτα, δε θα μπορούσε να τα νιώσει σωστά. Δεν θα μπορούσε να εκφέρει τον λόγο των τραγουδιών με τη βαρύτητα που του πρέπει. Ήθελα, λοιπόν, η φωτογράφηση να έχει την αισθητική της γυναίκας Κατερίνας, η οποία, ναι μεν δεν θέλει να το παίξει παιδούλα, αλλά και δεν έχει γεράσει ακόμα. Το αποτέλεσμα, θέλει να δείξει χωρίς καμιά αναστολή, πως πρόκειται για μια γυναίκα που ερωτεύεται, γι' αυτό και μπορεί να μιλήσει για τον έρωτα και την απώλειά του.

Πέρα από το ερωτικό στοιχείο που επικρατεί κατά κόρον στο λαϊκό τραγούδι, πόσο απαραίτητη είναι η «παρουσία» της απώλειας; Τα περισσότερα τραγούδια του δίσκου έχουν στη βάση τους την απώλεια.
Πάντα ο έρωτας ήταν ο νούμερο ένα ερεθισμός των δημιουργών, γιατί πρόκειται για ένα από τα δυνατότερα συναισθήματα του ανθρώπου. Βεβαίως, η απώλεια του έρωτα, είναι αυτή που πονάει, άρα είναι λογικό να υπάρχει έντονα στα λαϊκά τραγούδια. Ποιος δεν έγραψε για τον έρωτα; Ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης ο Τσιτσάνης, όλοι μίλησαν για την απώλεια του έρωτα, μα λίγοι ύμνησαν τη χαρά του. Είναι στη φύση του ανθρώπου να γράφει για εκείνο που τον πονά κι όταν αυτό που γράφει αντανακλά στην ουσία το αίσθημα του λαού, τότε γεννιέται το λαϊκό τραγούδι.

Πριν λίγα χρόνια, συμμετείχατε στην κριτική επιτροπή του Fame Story. Τι σας οδήγησε στο να αποδεχθείτε μια τέτοια πρόταση;
Αρχικά να θυμηθούμε πως το Fame Story στο οποίο συμμετείχα, ήταν το πρώτο στην Ελλάδα. Όταν μας κάλεσαν από την παραγωγή να συζητήσουμε, μας τα έθεσαν ως εξής: θα γίνει μια μουσική ακαδημία τηλεοπτικής φύσεως, με νέα παιδιά γεμάτα όνειρα, φιλοδοξίες και αξίες, τα οποία θα διδάσκονται από καθηγητές σχετικά με τη φωνή τους, το στήσιμό τους στη σκηνή, το λόγο και την έκφρασή τους και μέσα σε κάποιους μήνες, με τη βοήθεια και των δικών μας παρατηρήσεων, θα μεταμορφωθούν σε ανθρώπους σχετικούς με αυτό που οι ίδιοι ήθελαν να πραγματοποιήσουν. Έτσι, η κριτική επιτροπή, έπρεπε να είναι από ανθρώπους κοινής αποδοχής και με ένα καλό παρελθόν στο χώρο. Κατά συνέπεια, οι ίδιοι οι μαθητές θα είχαν μια σημαντική βοήθεια για το ξεκίνημά τους. Θεωρήσαμε λοιπόν, μαζί με τον Αντώνη το Βαρδή, ότι θα ήταν κάτι πάρα πολύ ενδιαφέρον και δημιουργικό κάτι τέτοιο. Σκεφτήκαμε, ότι επιτέλους η τηλεόραση έχει σκοπό να κάνει κάτι καλό. Αυτό που με ενθουσίασε, δεν ήταν το γεγονός ότι εγώ θα έκρινα τους άλλους, αλλά θυμήθηκα τον εαυτό μου είκοσι χρονών, γεμάτο όνειρα και επιθυμίες, που όμως δεν είχα βήμα, κάπου να διοχετεύσω όλο αυτό που με έκαιγε. Μπήκα στη θέση αυτών των παιδιών και γούσταρα πολύ που θα είχαν την ευκαιρία για ένα καλό ξεκίνημα. Όσα λέω, δεν είναι για να δικαιολογήσω τα αδικαιολόγητα που ήρθαν μετά. Γιατί, όσα ήρθαν μετά, ήταν μια φάρσα για την οποία λυπάμαι βαθειά και θα λυπάμαι πάντα. Βέβαια, αυτό το λέμε εκ των υστέρων και αφού είδαμε τόσα Fame Story κι άλλα ανάλογα shows στη σειρά, που κάθε άλλο παρά να βοηθήσουν αυτά τα παιδιά είχαν στόχο. Να ζητήσω συγγνώμη που δεν αντιλήφθηκα εκ των προτέρων τα παιχνίδια που ετοίμαζε για όλους μας αυτό το σύστημα; Αν τεθεί έτσι, ναι, απολογούμαι. Αλλά οι προθέσεις μου ήταν εντελώς αγνές. Εξαπατήθηκα.