ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΤΣΙΡΑΣ

(Ως3 - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2003)

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΟΛΓΑ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΥ

 

«Όποιος δεν κάθισε σε Ίκαρου σκιά
κέρινα δάκρυα για τον έρωτα να στάξει
και η αρρώστια του δεν βρίσκει γιατρειά
πρέπει το όνειρο να φεύγει όταν χαράξει.
Και μένει πάντα ένα παιδί μοναχικό,
που δεν μοιράστηκε κρυψώνες και παιχνίδια
και πριονίζει ένα χάρτινο ουρανό,
κάνει τα λόγια του ξυράφια και λεπίδια».


Με αυτούς τους στίχους του Ισαάκ Σούση, σε απαγγελία αυτή τη φορά κι όχι σε τραγούδι, έκλεινε η κουβέντα που κάναμε με τον Γιάννη Κότσιρα ένα βραδάκι, Κυριακής στο καμαρίνι του στην μουσική σκηνή Σφεντόνα. Συγκεκριμένα ήταν η
Κυριακή της πρώτης εβδομάδας του πολέμου αλλά και της άνοιξης που φέτος
τα γιορτινά της τα φόρεσε με ημέρες χιονισμένες, κρυολογημένες και
παγωμένες.
Στην παγωνιά των καιρών, λοιπόν, ένα παιδί -παρ όλο που αυτό δεν θα σας φαίνεται καθόλου πιστευτό- μοναχικό προτείνει την επικοινωνία, προβάλλοντας σαν πιο ισχυρό και δυνατό μέσο την ομιλία παρά το τραγούδι. «Εν αρχή ην ο Λόγος» κι η ανάγκη που τώρα μεγαλώνει είναι να μιλάμε, να αρθρώνουμε τον θυμό, την αδικία, την ανησυχία γι αυτό που υπάρχει και γι' αυτό που πρόκειται να έρθει. Να μιλάμε όσο πιο δημόσια γίνεται ακολουθώντας τον παλμό των πιτσιρικάδων που κατεβαίνουν στις αντιπολεμικές πορείες. Να ενώνουμε τις φωνές μας, που από την ίδια ανάγκη της μοναχικότητας, το βράδυ τις χορεύουμε πάνω στο ρυθμό του χασάπικου και του ζεμπέκικου.
Στο τελείωμα της κάθε ημέρας, όλοι θέλουμε να ξεχαστούμε πια, να ξεφύγουμε, ν ακουμπήσουμε τις αγωνίες μας πλάι-πλάι κι έτσι σχεδόν μαγικά να τα κάνουμε όλα αυτά τραγούδι, να τα κάνουμε ζωή. Έτσι μπορεί ένας τραγουδιστής την ώρα που τα φώτα ανάβουν μόνο στη σκηνή να ψιθυρίζει ή να ξεσπάει εκείνο που θολά ή ξεκάθαρα περνάει σαν την πιο όμορφη σκέψη από τον νου του καθενός, ότι δηλαδή η ζωή συνεχίζεται. Κι έτσι συμβαίνει κι όταν τα χρόνια που περνάνε προδίδουν τα πρώτα τους όνειρα ή βολεύονται ή τα βολεύουμε εμείς στο σύστημα.
Στην περίπτωση του Γιάννη Κότσιρα το πραγματοποιημένο όνειρο του τραγουδιστή δεν συμβιβάστηκε και με το εμπορικό μοντέλο της μαζικής απήχησης που είχε. Εκμεταλλευόμενος πολλές φορές αυτό που έχει προσφέρει εμπορικά στις δισκογραφικές εταιρείες μπορεί να κάνει αυτό που πιστεύει. Για παράδειγμα μετά από τοlive album, που πούλησε 120.000 αντίτυπα σε πολύ δύσκολη για την δισκογραφία εποχή, κυκλοφορεί το Πνευματικό Εμβατήριο και το ¶ξιον Εστί. Σκοπός; Ίσως όταν τραγουδάει στις νότες του Μίκη Θεοδωράκη τα λόγια αυτά του Οδυσσέα Ελύτη, «Μην λησμονάτε τη χώρα μου» να επαναφέρει και να υπενθυμίζει τον λησμονημένο από όλους κοινό στόχο για κάτι, για κάπου.
Πάντα και για τους πάντες υπάρχει ένας προβληματισμός διαχρονικός που όσο μεγαλώνει στον χρόνο μεγαλώνει και σε πόνο. Γιατί, όντως μπορεί κάποιος να πονάει βλέποντας μια χώρα ή μια Ευρώπη ή έναν κόσμο ολόκληρο καθηλωμένο απέναντι στα πράγματα, απέναντι σε μια οθόνη, μέσα σ ένα σύστημα κι όχι σε μια παρέα μικρή ή μεγάλη που να επικοινωνεί μέσα από τα πράγματα.
Όπως και να χουν τα πράγματα, μια παρέα χρόνων και ήδη με μια καλή δημιουργική στιγμή, το Εφ άπαξ- παίρνει τα ηνία το αλόγου και αρχίζει μια νέα πορεία. Γιάννης Κότσιρας, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Ισαάκ Σούσης. Κι ας είναι ξύλινο το αλογάκι τους, σκιτσαρισμένο από τον Σπύρο Ορνεράκη, έχει μια μολυβιά από τις παιδικές μας ζωγραφιές, από τις εφηβικές μοναχικές στιγμές που συνομιλούσαν με τα χελιδόνια όχι από διάθεση ρομαντική αλλά από ανάγκη αληθινή να προμηνύσουν μια άνοιξη που οι καρποί της ωριμάζουν και στο χιονιά.