ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΤΣΙΡΑΣ

(Ως3 - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2005)

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΟΛΓΑ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΥ

 

...Δεν ανέχονται να είναι ένα πρόσωπο, το οποίο κάνει πραγματικά καλή μουσική και να τον υποστηρίζουν όλοι. Το θεωρούν παράλογο. Είμαστε λίγο σαν την Αριστερά.

Δεν έχεις βαρεθεί να δίνεις συνεντεύξεις;
Ουσιαστικά έχω βαρεθεί, όμως επειδή δεν δίνω συνεντεύξεις σε περιόδους που δεν κάνω κάτι, όταν κάνω κάτι κι έχω κάτι να ανακοινώσω τότε δίνω και τότε δεν με κουράζουν αλλά και πάλι είναι πολλές. Θεωρώ ότι ζούμε σε μια εποχή που πρέπει να κάνουμε πάρα πολλά πράγματα για να καταφέρει ο κόσμος να μάθει το προφανές.

Εμείς μπορεί να συζητάμε στις συνεντεύξεις μας πράγματα που έχουν να κάνουν με τη δουλειά σου -που αυτά πρέπει να λέμε ούτως ή άλλως-αναρωτιέμαι  όμως τι πραγματικά θέλει να μάθει ο κόσμος, αν λάβουμε υπ' όψιν τι πουλάει, τι περιοδικά πουλάνε, τι εκπομπές έχουν ακροαματικότητα;
Είμαι κι εγώ πολύ μπερδεμένος. Βλέπω μια κοινωνία διχασμένη στα δύο όχι ισομερώς όμως. Πιστεύω ότι υπάρχει ένα 70 με 30%, ένα 70% που ζει σε ένα τελείως επίπλαστο συντηρητικό κόσμο όπου απολαμβάνει και διασκεδάζει με το να διαβάζει τα κουτσομπολιά και να τα βλέπει, όπου χαίρεται να κακοποιούνται τα παιδιά του τις Κυριακές το βράδυ, χαίρεται να ενημερώνεται για τραγουδιστές όχι για το πώς τραγουδάνε αλλά για το πώς περνάνε τις ώρες τους. Υπάρχει κι ένα 30%, το οποίο κατά το ήμισυ δεν ακούει μουσική και το οποίο απ' ότι βλέπω είναι το πιο υγιές και υπάρχει και το άλλο 15% που ακούει μουσική και προσπαθεί να ψάξει λίγο παραπάνω. Δυστυχώς αυτό το ποσοστό μειώνεται όλο και περισσότερο κι αυτό μ' έχει μπερδέψει. Δεν ξέρω κι εγώ τι να κάνω και δεν μπορώ να καταλήξω κάπου. Στο μόνο που έχω καταλήξει είναι ότι ίσως έχω κληρονομήσει κι εγώ μαζί μ' όλη μας τη γενιά την πιο συντηρητική κοινωνία μετά τη δεκαετία του '40.

Τότε όμως βγήκαν δημιουργοί.
Ο λόγος που λέω μια κοινωνία συντηρητική τη δεκαετία του '40 ή του '50 ή του '60, την εποχή των μεγάλων επαναστάσεων είναι ότι υπήρχε ένας τεράστιος αντίποδας. Γίνονταν επαναστάσεις μουσικές, πολιτικές, κοινωνικές, σεξουαλικές. Τώρα δεν συμβαίνει ουσιαστικά καμιά επανάσταση παρά μόνο βρίσκεται εν εξελίξει η τεχνολογική επανάσταση. Είναι τρομερό σ' αυτή την εποχή να μας κληροδοτούν την πιο συντηρητική κοινωνία που έχει υπάρξει. Το θεωρώ τρομερό και μεγάλο μπέρδεμα το 2005 να συζητάμε γι' αυτό.

Τον συντηρητισμό αυτό πως μπορείς να τον περιγράψεις;
Θεωρώ συντηρητισμό το ότι ο κόσμος απολαμβάνει με ποιόν χώρισε η τάδε, ότι βρέθηκε να φιλάει τον τάδε ή να βλέπει τα καμώματα μιας νεαρής παρέας στην τηλεόραση για να δουν πότε θα φιληθούν κι πότε θα αγκαλιαστούν. Το θεωρώ άκρατο συντηρητισμό αυτό μιας κοινωνίας, γιατί αν ζούσαμε σε μια ελεύθερη πραγματικά κοινωνία χωρίς κόμπλεξ και ταμπού δεν θα μας έκανε εντύπωση να δούμε ένα νέο ζευγάρι να φιλιέται ή να χωρίζει. Ο λόγος της ύπαρξης αυτών των εκπομπών είναι ότι υπάρχει ένα κοινό που περνάει καλά μ' αυτό.

Ηδονοβλεψίες;
Ακριβώς. Γιατί περνάνε καλά; Γιατί κατά βάση είναι η έννοια του συντηρητισμού αυτό.

Είναι συντηρητικό το να έρθει μια παρέα στο μαγαζί που τραγουδάς και όταν τραγουδάς ένα τσιφτετέλι να σηκωθεί μια κοπέλα πάνω στο τραπέζι και ν' αρχίσει να χορεύει προκλητικά;
Όχι, αυτό είναι ένδειξη διασκέδασης.

Είναι;
-Κατά 90% είναι. Δεν είναι ένδειξη διασκέδασης να ανέβει κάποιος πάνω στην πίστα να το χορέψει, αυτό είναι ένδειξη προβολής. Θέλουν να προβληθούν οι περισσότεροι από αυτούς και γι' αυτό αν πας και στα κέντρα που έχουν πίστα, αν δεις αυτοί που χορεύουν είναι λίγοι και συγκεκριμένοι. Είναι 100 άνθρωποι, οι οποίοι όπου κι αν πάνε θα χορέψουν κι όχι γιατί το θέλουν αλλά για να τους δουν οι υπόλοιποι και να αισθανθούν ότι θα αγκαλιάσουν λίγο τον τραγουδιστή, να' ναι δίπλα να τον σκουντήσουν και λιγάκι. Αυτός είναι ο συντηρητικός κι όχι αυτός που ακούει ένα τραγούδι κι έχει την ανάγκη να το χορέψει. Τώρα έχω κάνει ένα πρόγραμμα που είναι κατά βάση λαϊκό και δεν εννοώ μόνο με λαϊκά τραγούδια αλλά ότι στην ουσία του προωθεί τη διασκέδαση με την έννοια του να μπορεί να  γλεντήσει κάποιος ασταμάτητα και με εξάρσεις χωρίς να ακούσει ούτε μια βλακεία. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Φέτος το καταφέραμε κι ενώ δεν έχουμε πίστα όλο το μαγαζί είναι όρθιο εκεί που περνάει καλά  μαζί την παρέα του καθένας και στα τραπέζια θ' ανέβουν και θα αγκαλιαστούν και θα μεθύσουν. Είναι η πρώτη φορά φέτος που κάνω εγώ πρόγραμμα και νιώθω τόσο ωραία.

Πέρσι δεν το έζησες αυτό με την Χαρούλα;
Σε άλλο επίπεδο. Ήμουν τόσο μαγεμένος από αυτό που ζούσα που δεν έβλεπα κάτω τι συνέβαινε συν του ότι είχα να κάνω με την Χαρούλα Αλεξίου, τη μόνη γνήσια λαϊκή τραγουδίστρια που έχουμε αυτή τη στιγμή ή από τις μόνες. Νομίζω ότι η Χαρούλα είναι η πιο γνήσια κι είναι μαζί κι η Γλυκερία.

Απογοητεύεσαι από κινήσεις συναδέλφων σου και σε δισκογραφικό επίπεδο πια πέρα από τα live, που δεν  είναι καλλιτεχνικές αλλά καθαρά επιχειρηματικές;
Αυτό πάντα με ενοχλούσε. Εγώ προτιμώ όταν κάποιος δεν έχει να προσφέρει κάτι καλλιτεχνικά να μην κάνει τίποτα καλλίτερα. Καλλίτερα να περιμένει τη στιγμή που θα είναι έτοιμος.

Όλα αυτά δεν εμποδίζουν την τέχνη του τραγουδιού δημιουργικά και ερμηνευτικά;
Την καταστρέφουν τελείως. Μην ξεχνάμε ότι κάθε χρονιά κάποιοι νέοι άνθρωποι αποκτούν επαγγελματική συνείδηση. Όταν αυτοί οι νέοι  θέλουν να ασχοληθούν με την τέχνη τους και ως παράδειγμα προβάλλεται όχι η καλή μουσική αλλά οι δημόσιες σχέσεις τότε θα ποντάρουν στις δημόσιες σχέσεις. Αυτό που στην ουσία χάνει είναι η μουσική. Βλέπω ταλαντούχους ανθρώπους ακόμη και παλιούς στο χώρο να είναι απομονωμένοι. Να κάνουν σημαντικές καταθέσεις και να μην τις βλέπουμε καν.

Αυτό δεν θα μπορούσατε να το βοηθήστε λίγο εσείς οι «επιτυχημένοι»;
Θα σου πω ένα παράδειγμα. Εγώ ποτέ δεν έχω κάνει ένα δίσκο όπου να μην μάθει ακόμα και ο τελευταίος που γνωρίζει το πρόσωπο μου, ποιος τον έχει γράψει. Θα μπορούσα να το κάνω. Δεν το έχω κάνει ποτέ. Ρώτα όποιον έχει δικό μου δίσκο, ποιος έχει γράψει το τάδε τραγούδι, θα σου πει. Γιατί το έχω καταφέρει εγώ αυτό; Τι άλλο θα μπορούσα να κάνω; Με ρωτάνε: «σήμερα δεν υπάρχει καινούργια παραγωγή τραγουδιού;» και λέω «βεβαίως και υπάρχει. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ο Κραουνάκης δεν είναι ο Χατζιδάκις του μέλλοντος ή ότι ο Φάμελλος, ο Λειβαδάς, ο Πορτοκάλογλου, ο Περίδης, ο Θαλασσινός σε 10 χρόνια από σήμερα δεν θα είναι οι μεγάλοι συνθέτες που δεν μπορούμε να τους διακρίνουμε τώρα γιατί τους ζούμε». Δεν μπορώ να κάνω τίποτα παραπάνω κι ούτε καν είμαι το αγαπημένο πρόσωπο των τηλεοράσεων και των περιοδικών.

Εγώ χάρηκα που σε είδα στον τηλεμαραθώνιο της ΕΡΤ για την Ν. Ασία.
Πίστευα ότι έχω κάτι ουσιαστικό να κάνω, ότι μπορώ μέσω της κίνησης μου να δείξω πόσο τουλάχιστον εμένα μ' έχει επηρεάσει αυτό το πράγμα και πέντε άλλους ανθρώπους που με πιστεύουν να καταλάβουν  πόσο σημαντικό ήταν αυτό που ήθελα να κάνω.

Άνθρωποι που είναι πάντα στη δημοσιότητα όπως εσύ δεν θα ήταν καλλίτερο να το κάνουν πιο συχνά και για άλλα πιο μικρής έστω εμβέλειας πράγματα;
Όλοι το κάνουμε αυτό. Εγώ τουλάχιστον το κάνω πάρα πολλά χρόνια και πάρα πολλές φορές το χρόνο.  Με καλούν  να κάνω μαζί με του μουσικούς  μια συναυλία δωρεάν για να δοθούν τα έσοδα κάπου, το κάνω. Αν προβάλλεται ή όχι δεν είναι δικό μου θέμα. Γι' αυτό σου λέω δεν είμαι το αγαπημένο παιδί της τηλεόρασης. Άλλα είναι. Εγώ μπορεί να είμαι αγαπημένος κάποιων ανθρώπων που κινούνται σ' αυτό το χώρο αλλά όχι της τηλεόρασης και δεν θα ήθελα να είμαι.

Θα μπορούσες.
Ναι αλλά δεν με αφορά. Προτιμώ να σταματήσω να πουλάω δίσκους παρά να κάνω πράγματα που όταν θα τα κρίνω μετά από χρόνια να είμαι σίγουρος ότι έχω κάνει λάθος.

Γιατί επικρατεί τέτοιο χάλι στο τραγούδι από τη στιγμή που υπάρχουν τόσοι τραγουδιστές, συνθέτες, στιχουργοί, άνθρωποι της δισκογραφίας και των μέσων που συμφωνούν στο ότι είναι στα  χάλια του το τραγούδι;
Γιατί όσοι συμφωνείτε είστε ταυτόχρονα διχασμένοι. Υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι αυτών που θεωρητικά υποστηρίζουν το καλό τραγούδι και μέσα σ' αυτό ανήκω κι εγώ, οι οποίοι είναι οι χειρότεροι πολέμιοι του. Δεν το αγαπάνε πραγματικά. Τους ενοχλεί, ας πούμε, πως ένας δίσκος πουλάει. Το εισπράττω!

Για ποιο λόγο να συμβαίνει αυτό; Από ζήλια;
Δεν είμαι σίγουρος. Θεωρούν ίσως ότι το καλό τραγούδι δεν πρέπει να πουλάει. Δεν ξέρω. Από την άλλη μεριά, όταν βγάλει δίσκο κάποιος από τους εμπορικούς τραγουδιστές, που μπορεί και να μην πουλάνε αλλά θεωρούνται εμπορικοί, έχουν μια υποστήριξη μαζική από παντού. Στη δική μας τη μεριά βάζουμε τα χέρια μας και βγάζουμε τα μάτια μας. Δεν ανέχονται να είναι ένα πρόσωπο, το οποίο κάνει πραγματικά καλή μουσική και να τον υποστηρίζουν όλοι. Το θεωρούν παράλογο. Είμαστε λίγο σαν την Αριστερά.

Πώς εξηγείς τη συσπείρωση ονομάτων στις μουσικές σκηνές;
Γίνεται για την επιβίωση του life style, διότι αν δεν περάσεις μέσα σ' αυτό δεν επιβιώνεις μέσα στο χώρο. Γίνονται διάφορες συνεργασίες προκειμένου να προκαλέσουν κουτσομπολίστικες εκπομπές.  Εμένα ο αγώνας μου δεν είναι να γίνω αποδεκτός από τους δημοσιογράφους τους τηλεοπτικούς για να με παίζουν και να με δείχνουν. Το θέμα είναι να αγαπήσουν τα τραγούδια μου, μπορούν; Έχουν την ικανότητα να αγαπάνε μουσική; Έχουν την ικανότητα να ξεπεράσουν το πρόβλημα του να γοητεύονται να κάνουν παρέα μ' έναν τραγουδιστή αλλά να γοητεύονται με τα τραγούδια του; Για μένα αυτό είναι το σημαντικό.

Να μιλήσουμε για το '30 και κάτι;
Μετά το «Μόνο ένα φιλί», είναι ο πιο παρεϊστικος δίσκος που έχω κάνει ποτέ μου. Γεννήθηκε μέσα από τη φιλία και την παρέα κι όχι από την ανάγκη δισκογραφικής παρουσίας. Με τον Λειβαδά είχαμε συζητήσει από το '97 για να καταλάβεις. Με τον Φάμελλο το 2001. Κάποια στιγμή πήγα στο Σταυρό του Νότου που έπαιζε ο Μανώλης και του είπα ότι θέλω να κάνουμε ένα δίσκο εμείς, η παρέα μας. Το θεώρησε τόσο τρελή ιδέα που στο τέλος ανέλαβε και την παραγωγή του δίσκου. Η συλλογή τραγουδιών ήταν τελείως αυθόρμητη. Μαζευόμασταν στα σπίτια κι οι τρεις, ο ένας στο πιάνο, ο άλλος στην κιθάρα κι εγώ με μια κιθάρα και τη φωνή μου και παίζαμε. Μαζέψαμε 30 και κάτι τραγούδια και επιλέξαμε.

Νόμιζα ότι αφορά την ηλικία  ο τίτλος του δίσκου.
Έχει σχέση κι αυτό. Αρχικά γιατί ηχητικά θεωρούμε ότι εκφράζει απόλυτα τη γενιά μας, δηλαδή τη συνύπαρξη του σύγχρονου ήχου με το καθαρόαιμο λαϊκό τραγούδι. Μετά η συνύπαρξη τριών και παραπάνω ανθρώπων που δουλέψαμε για αυτό το δίσκο που είμαστε όλοι αυτής της γενιάς.

Στην ιδανική συνθήκη σου ηρεμίας, τι εύχεσαι, τι ονειρεύεσαι για τη νέα χρονιά και για το μετά;
Εύχομαι να αποκτήσουμε ξανά κριτήριο και αισθητική και να μην έχουμε παρωπίδες γιατί αυτό θα βοηθούσε σε πάρα πολλά πράγματα. Αισθάνομαι ότι λείπει. Είναι τρομερό, ας πούμε, από τη μια να βλέπεις την αλληλεγγύη των Ολυμπιακών Αγώνων, του Euro και να εξαφανίζεται εν μια νυκτί, να καταστρέφονται γήπεδα, να τσακωνόμαστε περιμένοντας στην ουρά κλπ. Όλα αυτά μπορεί να είναι γραφικά αλλά είναι άσχημα. Ας αναπτύξουμε αυτό το κριτήριο του λαού μας που κάποτε υπήρχε, ήμασταν επιλεκτικοί στο τι θα ακούσουμε. Για παράδειγμα αλλάζαμε κανάλι στο φάλτσο! Έγινε ένα μεγάλο βήμα με την Τελετή Έναρξης του Δημήτρη Παπαιωάννου, πιστεύω. Θα ήθελα το 2005 να είχαμε κάθε μέρα Τελετές Έναρξης.

Τι εμπειρία είχες με τη συμμετοχή σου εκεί;
Συγκλονιστική όχι επειδή ήμουν μέσα αλλά από αυτό που είδα κι από αυτό που ένιωσα πίσω από τη σκηνή, από τον τρόπο που δούλεψαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Θα ήθελα να το ζω καθημερινά αυτό, θα ήμουν περήφανος. Τώρα δεν είμαι γιατί είμαι κι εγώ μέσα σ' αυτό.

Με ποιους στίχους να κλείσουμε την κουβέντα μας;
Ο ένας στίχος που με εκφράζει πάντα από τότε που ξεκίνησα είναι του Άρη Δαβαράκη από ένα τραγούδι που λέγεται «Σάι Μπάμπα» όπου καταλήγει σε ένα απόφθεγμα ότι η χειρότερη ανέχεια είναι να είσαι φτηνός. Επίσης, η αισιόδοξη νότα που έψαχνα για τον τελευταίο δίσκο είναι ένα τραγούδι που έγραψα εγώ και λέγεται «Όσα είναι να ρθουνε θα ρθούν».