ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

(Ως3 - ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2008)

ΚΕΙΜΕΝΟ/ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΟΥΛΟΥ

ΜΕΛΑΓΧΟΛΟΥΝ ΟΙ ΠΑΤΡΙΔΕΣ;

«...Αναγκαστικά ο κόσμος θα ξεσηκωθεί. Εκεί χρειάζεται λίγη βοήθεια από τους δημιουργούς. Αλλά θέλει ταλέντο...»

Οι ποιητές έχουν τόσο πλούτο να διαχειριστούν, που με «απόγνωση» κοιτούν το μέλλον. Ως τη στιγμή που γίνονται λέξεις κρεμασμένες σ' αυτό. Και οΜάνος Ελευθερίου. Πρωινό καθημερινής ανταμώσαμε για κουβέντα. Ροφήματα και τσιγάρα. Και η κάπνα. «Μην τη διώχνεις, μου αρέσει» θα με παραινέσει. Σημεία αναφοράς, δεκαετίες τώρα, η ποίηση, οι στίχοι και τα πεζά του. «Ψελλίσματα είναι αυτά που γράφεις. Μπορεί να υπάρχει συνέχεια, μπορεί και όχι. Μερικά πράγματα τα έχω τελειώσει. Τους στίχους μάλλον... κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος» εξομολογείται. Ένα διαρκές και ευτυχές παρόν στη ζωή του τόπου, που φτάνει ως τα δικά μου 24 χρόνια... Τα «Παραπονεμένα» και τα «Μαλαματένια Λόγια» να συναντούν τον «Άμλετ της Σελήνης» και «Της βροχής» (ξάδερφος του, όπως δηλώνει!).

Διηγήματα για το τότε, το τώρα, το όποτε...
Και τον περασμένο Νοέμβριο, η «Μελαγχολία της πατρίδας μου μετά τις ειδήσεις των οκτώ» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Διηγήματα, γραμμένα χρόνια πίσω. «Πολλά από αυτά, είναι αυτοβιογραφικά. Αρκετά πρόσωπα είναι ήδη στα μυθιστορήματα, ατμόσφαιρα υπάρχει σ' αυτά, τύποι και καταστάσεις μπλέκονται, και είναι ουσιαστικά ένα».Όνειρα και εφιάλτες, εκφάνσεις της πολυπρόσωπης και καμιά φορά αβάσταχτης πραγματικότητάς μας. Φίλοι που φεύγουν, θύμησες που κυκλώνουν, ο θάνατος, η ανασφάλεια και οι «εχθροί» (βλ. Τρομοϋστερία), η ελληνική επαρχία. Το υποσυνείδητο σε εγρήγορση, το μαγικό (πόσο ανάγκη το έχουμε!) να κάνει κουμάντο!

Οι στίχοι, ο έρωτας, η πολιτική. Μαζί;
Μήτρα των στίχων η ποιητική λαλιά, έτσι που συχνά τα όρια καταργούνται. Λόγια που τραγουδούν την πολυπρόσωπη και αντιφατική ζωή μας. Τον άνθρωπο σ' όλες τις εκφάνσεις του. Κι ο έρωτας, δοσμένος υποδόρια, όχι μελιστάλαχτα ή με... καψούρα. Για τον ίδιο: «Δεν είναι ο δύσκολος δρόμος, απλά, δεν έχω διαλέξει αυτή την επιλογή. Μακάρι να μπορούσα να γράψω έτσι, τα ζηλεύω. Πολλά, είναι τόσο ωραία, που λέω μακάρι να τα είχα γράψει εγώ».
«Ή μήπως ήταν αυταπάτη όλα εκείνα που κατάργησαν τους στίχους μας κι η ομορφιά τους εξευτέλισε τα εγκώμια»;αναρωτιέται σ' ένα ποίημα. Τώρα; «Υπάρχουν πάρα πολύ ωραία τραγούδια, στίχοι, και περνάνε στο ντούκου, διότι έχουν ατυχήσει μουσικά και ερμηνευτικά. Και υπάρχουν και τραγούδια που είναι κακοί οι στίχοι, θαυμάσια η μουσική και γίνονται επιτυχία. Την επιτυχία δεν μπορεί κανείς να την προβλέψει καταρχήν. Είναι απ' τα περίεργα που συμβαίνουν. Βέβαια, αν έχει δουλέψει κανένας, σοβαρά και για χρόνια, έρχεται κάποια στιγμή ως φυσικό επακόλουθο. Όταν ξενυχτάς στα μπαρ μέρα νύχτα, δεν ασχολείσαι με το έργο. Δε λέω να κάθεσαι σαν τον ερημίτη σε μια σπηλιά, αλλά ουσιαστικά, η μεγάλη σου μέριμνα, πρέπει να είναι το έργο σου».
Αντιηρωικοί οι καιροί μας και η κουβέντα για το σύγχρονο πολιτικό τραγούδι αναζωπυρώνεται: «Υπάρχουν πάρα πολλές προϋποθέσεις για να γραφτεί πολιτικό τραγούδι. Βεβαίως, μπορεί να μην έχουμε δικτατορία, αλλά υπάρχουν χίλια άλλα πράγματα που μας καταπιέζουν. Διάβασα ότι 2.000.000 νοικοκυριά στην Ελλάδα ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Αυτό δεν είναι θέμα για πολιτικό τραγούδι; Εάν τραγουδηθεί σε μια συναυλία -είμαι σίγουρος και αν είναι έξυπνο και καλογραμμένο- νομίζω ότι θα έχει μεγάλη επιτυχία. Βέβαια, τότε, έπαιρναν άλλη διάσταση στις καρδιές των ανθρώπων. Αλλά και τώρα, τα αποτελέσματα των προβλημάτων που απασχολούν τους ανθρώπους, θα τα δεις σε λίγο καιρό, οπότε και αναγκαστικά θα ξεσηκωθούν. Εκεί, χρειάζεται λίγη βοήθεια από τους δημιουργούς. Αλλά, θέλει ταλέντο. Και υπάρχουν σπουδαίοι στιχουργοί, νέοι που μπορούν να κάνουν θαύματα» σχολιάζει.

Όλη η Ελλάδα γράφει;
«Πάντοτε γράφανε. Αλλά οι ποιητικές συλλογές, βγαίνουνε κάθε μέρα μία-δύο.  Που δε γινόταν στα παλιότερα χρόνια. Υπήρχαν άνθρωποι που κρυβόντουσαν κυριολεκτικά. Ο Τέλος Άγρας, προπολεμικά, κρυβότανε πηγαίνοντας στη δουλειά του στην Εθνική βιβλιοθήκη που δούλευε, γιατί τον πλησίαζαν 2-3 την ημέρα λέγοντάς του: «πάρε χειρόγραφα μου να τα διαβάσεις, να μου πεις τη γνώμη σου...» και, τι να του πεις του αλλουνού; Σταμάτα να γράφεις; Θα τον κάνεις εχθρό... Είσαι μεγάλος; Γράψε μου, προλόγισε το βιβλίο μου...
Και τώρα γίνεται αυτό. Άνθρωποι τα στέλνουν σ' όλους τους ποιητές και λένε πέστε μου τη γνώμη σας...
Μα δε γίνεται αυτό το πράγμα...Τι θα πει προλογίστε; Μου έχει συμβεί κι εμένα. Είδα και έπαθα να πείσω μια κυρία, ότι αυτά τα πράγματα γινόντουσαν στον Μεσοπόλεμο (1920-1940). Τι θα πει ο άλλος στον πρόλογο; Τι το θες; Κι αν δε μ' αρέσουν εμένα; Εντάξει είναι ωραία ποιήματα. Τι να κάνω εγώ, να γράψω και πρόλογο, ύμνο δηλαδή; Γιατί, εκεί, περί ύμνου πρόκειται. Κι αν για τα ποιήματα που θα γράψω εγώ τον ύμνο, τα βρει απαίσια ο κριτικός, θα πάρει η μπάλα κι εμένα...»

Είναι καιρός για ποιητές;
«Οι ποιητές δεν είναι για να συναγελάζονται με καμιά εξουσία, πέρα απ' την εξουσία του δίκαιου και τ' ανθρώπινου» διάβασα κάπου. «Υπήρξαν ποιητές σπουδαίοι στον κόσμο που ήταν εξουσία, είχαν βαθμό πρεσβευτού, υπουργού. Αυτό, δεν επηρεάζει το ένα το άλλο, είναι τελείως διαφορετικό. Ας πούμε ότι ένας ποιητής κάνει παρέα με τον Καραμανλή? πέφτει η υπόληψή του; Ή αν κάνει παρέα με την Παπαρήγα -που κι αυτή είναι εξουσία ουσιαστικά- θα γράφει χειρότερα; Τι θα πάθει η ποίησή του;» ενίσταται.
Συλλογίζομαι, αν είναι καιρός για ποιητές. Μήπως τους έχουμε εξορίσει; Ή κρύβονται; «Οι καλοί ποιητές πάντα θα υπάρχουν, πάντοτε γράφουν, εκδίδουν τα βιβλία τους, πάντοτε έχει ένα κοινό ένας καλός ποιητής» κατηγορηματικά σημειώνει. Για να συνεχίσει: «Όταν γίνονται εκδηλώσεις για ποιητές, ποιητικές βραδιές, οι αίθουσες είναι πάντοτε γεμάτες, κι από νέους ανθρώπους, κι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό». Την ίδια στιγμή, όμως, οι «ειδικοί», ισχυρίζονται ότι «φτωχαίνουμε» τη γλώσσα. «Όχι, το λεξιλόγιο σας δεν είναι καθόλου φτωχό. Εφόσον μπορείς και συνεννοείσαι με τους ανθρώπους, δεν έχει χαθεί τίποτα. Η ελληνική γλώσσα συνέχεια πλουτίζεται. Τώρα, το αν τη λέξη «προχωρημένος», τη λέει ο άλλος «προχώ», το πολύ πολύ να μπει και σε ένα λεξικό αργότερα. Και σ' έναν καλό συγγραφέα, όλα χρειάζονται. Και αυτές οι λέξεις. Αρκεί πώς θα τις χρησιμοποιήσει, με ποιον τρόπο, σε ποια στιγμή του βιβλίου του, σε ποιους ήρωες του βιβλίου θα βάλει αυτά τα λόγια», καταλήγει.