MAΡΙΑ ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗ

(Ως3 - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2008)

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ

...Πλέον, σπάνια θα συναντήσεις ένα pop τραγούδι να υπονοεί κάτι από τα αυτονόητα, κάτι παραπάνω από τα χιλιοειπωμένα. Και είναι απορίας άξιο, πώς τόσος πολύς κόσμος, ταυτίζεται με αυτούς τους στίχους...

Για τους ανθρώπους του εξωτερικού, το όνομα της είναι συνυφασμένο με το μεγαλείο της ελληνικότητας. Όχι άδικα. Πρόκειται για μια ερμηνεύτρια, που καταθέτει με την χαρακτηριστική φωνή της, όλη την ουσία της ελληνικότητας, μέσα από τις αρχαίες τραγωδίες και την ποίηση, δίνοντάς μας την αίσθηση πως υπήρξε παρούσα την ώρα της δημιουργίας. Για τον απλό, καθημερινό Έλληνα, είναι η «λόγια αγωνίστρια» του τραγουδιού. Του δικού μας τραγουδιού, εκείνου που έχει ρίζες του μπλεγμένες με τις δικές μας, που στέκεται κοιτώντας ίσια στα μάτια την ιστορία. Η Μαρία Φαραντούρη, μιλάει στο Ως3, με αφορμή το δίσκο «Μύθοι γυναικών», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τη «Legend».

Στην πορεία σας, μέσα στο ελληνικό τραγούδι, συνεργαστήκατε πολύ με το Μίκη Θεοδωράκη και με το Μάνο Χατζιδάκι, με αποτέλεσμα ο κόσμος, σχεδόν, να σας ταυτίσει με αυτούς τους δύο μεγάλους συνθέτες. Ποια η δυναμική των τραγουδιών τους στη σημερινή εποχή;
Αυτοί οι άνθρωποι, είναι φυσικό να έχουν μπει στο ελληνικό πάνθεον. Έδωσαν στη μουσική ελληνικότητα, όνομα και ταυτότητα, όταν πια είχαν χαθεί. Και δεν το λέω από στενή εθνικοπατριωτική αντίληψη. Στηρίχθηκαν στη βαθύτερη ποιητική φιλοσοφία της Ελλάδας, που προέρχεται από την παράδοσή μας, καλύπτοντας ως και τους περισσότερους σύγχρονούς τους ποιητές, μείζονες κι ελάσσονες. Κατά συνέπεια, πιστεύω ότι το έργο τους θα αποτελέσει την παράδοση για τις μελλοντικές γενιές, όπως για εμάς υπάρχουν τα ρεμπέτικα, που κάθε Έλληνας έχει τραγουδήσει μέσα από την ψυχή. Τα τραγούδια αυτά, γράφτηκαν για την εποχή τους και είναι αρκετά φορτισμένα με τις συνθήκες και το κλίμα που επικρατούσε τότε, όμως, κάποια, διατηρούν τη δυναμικότητα ακόμα και σήμερα. Αυτό που συμβαίνει, είναι πως δε βοηθούνται αρκετά από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, εκτός, όπως είπαμε, ελάχιστων εξαιρέσεων, έτσι ώστε να φτάνουν στα αυτιά των νέων. Ένα άλλο που συμβαίνει, είναι πως κάποιοι, έχουν κολλήσει μια πολιτική ταμπέλα στο έργο του Θεοδωράκη. Δεν είναι όλα τα τραγούδια του πολιτικά. Υπάρχουν υπέροχα μελωδικά και ερωτικά τραγούδια, που μπορούν να τραγουδηθούν εκπληκτικά από τους νεότερους. Φαίνεται, όμως, πως η εποχή, είναι εξαναγκασμένη να μη σηκώνει τα πιο ποιητικά τραγούδια. Ωστόσο, οφείλω να ομολογήσω, πως γίνονται προσπάθειες από μουσικούς και ερμηνευτές, που ανατρέχουν στα τραγούδια που έχουν κάνει οι δύο μεγάλοι. Κάποιοι, ασχολούνται ακόμα και με το συμφωνικό τους έργο ή τα λόγια τραγούδια, που κι εγώ προβάλλω κατεξοχήν στο εξωτερικό, όπως έγινε πρόσφατα με το Βερολίνο. Ερμήνευσα τρία έργα του Μίκη Θεοδωράκη, μαζί με τη European Philharmonic Orchestra, με χορηγό την Volkswagen, υπό τη διεύθυνση του Hans Ulrich Kolf και του Istvan Denes.

Τα όρια στο ελληνικό τραγούδι, έχουν αρχίσει να γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα. Βλέπουμε, ακόμα, τις διάφορες πλευρές του να τέμνονται σε σημεία, με συνεργασίες απροσδόκητες σε καλλιτεχνικό επίπεδο. Θα πέσουν ποτέ τα σύνορα; Θα γίνει το τραγούδι «ένα»;
Οι δημιουργοί, δίνουν ορισμένες φορές τραγούδια για προσωπικούς τους λόγους, στη «μη-έντεχνη» πλευρά του τραγουδιού. Αυτό, δεν αποτελεί ένδειξη για κάτι. Πάντα, γινόταν είτε ως πρόκληση απέναντι στο γενικότερο σύστημα, είτε ως τιμή σε μια φιλία, που ούτως ή άλλως υπάρχει. Δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε το Μάνο Ελευθερίου, επειδή έδωσε ένα τραγούδι στον Ηλία Ψινάκη, ή επειδή ο Μίκης, θέλησε κάποτε να υποστηρίξει και τους ερμηνευτές της άλλης πλευράς, λέγοντας πως δεν είναι κακό να τραγουδούν μεγάλους συνθέτες. Κάποιοι, βέβαια, χρησιμοποιούν τα τραγούδια, ως άλλοθι απέναντι στη σωστή τέχνη. Όλα αυτά, δεν μπορούν να επηρεάσουν βαθιά και να σημαδέψουν το τραγούδι, είναι μεμονωμένες περιπτώσεις. Οι διαχωριστικές, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Βέβαια, εσωτερικά, σε κάποια ήδη, οι διαφορές μεταξύ του ποιοτικού και του μη, έχουν εκλείψει, όπως, στην pop μουσική. Πλέον, σπάνια θα συναντήσεις ένα pop τραγούδι, να υπονοεί κάτι από τα αυτονόητα, κάτι παραπάνω από τα χιλιοειπωμένα. Και είναι απορίας άξιο, πώς τόσος πολύς κόσμος, ταυτίζεται με αυτούς τους στίχους.

Πάντα δε συνέβαινε αυτό, ακόμα και στο παρελθόν; Με τα λεγόμενα «ινδοπρεπή» ή και τα ελαφρά τραγούδια;
Είναι γεγονός πως στην εποχή του '60-'70, οι γνήσιοι λαϊκοί συνθέτες, μετά τον Τσιτσάνη και τον Βαμβακάρη, πέρασαν στη μόδα του «ινδοπρεπούς» τραγουδιού, με δείγματα όπως η Μαντουβάλα και άλλα γνωστά τραγούδια. Ο κόσμος ταυτιζόταν πολύ με αυτά και έγινε μια πρωτοφανής επιτυχία. Σε πληροφορώ, όμως, πως ακόμα και αυτά τα τραγούδια, που και εμείς, οι τότε έντεχνοι, κατηγορούσαμε ως ξενόφερτα και άσχετα με την ελληνική πραγματικότητα, είχαν κάποιους στίχους πολύ ευφυείς κι έβγαζαν μια δική τους, αυθεντική αλήθεια. Η μουσική είχε τις ρίζες της έξω από τη δική μας κοινωνία, αλλά ήταν άριστα προσαρμοσμένη. Τα τωρινά τραγούδια που εμφανίζονται και εξαφανίζονται μέσα σε ένα μήνα, μοιάζουν να μην ανήκουν πουθενά, να μην έχουν καλλιτεχνικές ρίζες. Όσον αφορά το «ελαφρό τραγούδι», να θυμίσω, πολλοί εκφραστές του -συνθέτες- όπως ο Πλέσσας, ο Κλάβας, είχαν επιρροές από το ευρωπαϊκό και το αμερικάνικο τραγούδι, αφού είχαν εντρυφήσει σε αυτό, με σπουδές πάνω στο αντικείμενο. Κάποια από αυτά τα τραγούδια, λοιπόν, δεν είναι καθόλου «ελαφρά», με την έννοια που τα υποτιμά. Έπαιξαν κι αυτά το ρόλο τους.

Σας έχει προταθεί ποτέ συνεργασία από το «ελαφρό» τραγούδι;
Πολύ σπάνια, δεν είμαι από τους καλλιτέχνες που δίνω την αφορμή. Περισσότερο, μέσα από το ρεπερτόριό μου. Καμιά φορά, έρχονται τέτοιες προτάσεις, κυρίως από νέους που ξεκινούν. Δεν μπορώ να τραγουδήσω κάτι αν δεν το πιστέψω. Έτσι, καμιά φορά ανατρέχω στο εξωτερικό, όπως έκανα με το Mosaic, κατ' ουσία ένα ψηφιδωτό, που φτιάχτηκε με ακριβές μουσικές ψηφίδες, που συγκεντρώθηκαν από διάφορα μέρη της γης, ως γράφτηκε. 

Από τους νέους δημιουργούς, ξεχωρίζετε κάποιους που μπορούν να αποτελέσουν το μέλλον για το καλό ελληνικό τραγούδι;
Ας μιλήσω καλύτερα για ανθρώπους με τους οποίους έχω έρθει σε επαφή, τους γνωρίζω και έχω καλύτερη άποψη για το μέχρι στιγμής έργο τους. Ένας είναι ο Μιχάλης Γρηγορίου, μια σπουδαία περίπτωση συνθέτη, που έχει κάνει πολύ μοντέρνα πράγματα, με πάνω από 80 έργα, συμπεριλαμβανομένων κι εκείνων που αφορούν το τραγούδι. Επίσης, είναι ο Γιώργος Λαζαρίδης, με τον οποίο συνεργαστήκαμε στην Επίδαυρο, στο έργο «Ο έρωτας τελειώνει τραγικά» -με ζευγάρια από την αρχαιότητα- που συνέθεσε κομμάτια προερχόμενα από την κλασική, την jazz και τη μοντέρνα μουσική. Είναι νέος σε ηλικία και μεγάλος σολίστας, αναγνωρισμένος ακόμα και από τον Σγούρο. Υπάρχουν και άλλοι, πολλοί ταλαντούχοι, που έχουν όλα τα φόντα για να στηρίξουν το μουσικό μας μέλλον.

Σήμερα, συναντιόμαστε με αφορμή το δίσκο σας «Μύθοι γυναικών», που κάνατε παρέα με την ηθοποιό κα Λυδία Κονιόρδου. Πείτε μας δυο λόγια γι' αυτήν την ξεχωριστή ηχογράφηση.
Πρόκειται για το επιστέγασμα μια περιοδείας που κάναμε πέρσι, ξεκινώντας από το Παλλάς. Είδαμε πως συγκινούσε πολύ, παρόλο που προήλθε από έναν μουσικό κόσμο, ο οποίος δεν ακούγεται συχνά στα ραδιόφωνα. Η επιλογή έγινε γύρω από το θέμα «γυναίκα», ένα θέμα που πάντοτε υπήρχε στις συναυλίες μου. Πάντα, σε όλα τα προγράμματά μου, ανεξάρτητα από το ύφος που είχαν, επέλεγα τραγούδια που αφορούν γυναικείες προσωπικότητες. Τα πρώτα θέματα του δίσκου, είναι παρμένα από τις αρχαίες τραγωδίες, όπως η Αντιγόνη, η Ηλέκτρα, η Ανδρομάχη, η Μελισσάνθη, δημιουργίες κυρίως του Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος έγραψε σπουδαία πράγματα πάνω στα έργα των αρχαίων τραγωδών. Τραγούδια, όπως η Φαίδρα του Θεοδωράκη, η Ελένη του Μικρούτσικου, η Μαριάνθη του Χατζιδάκι, που έχουν τη ρίζα τους στην ελληνική ιστορία και μυθολογία. Τα τραγούδια αυτά, παραμένουν διαχρονικά, όχι μόνο γιατί στηρίζονται σε καταπληκτικά ποιήματα, αλλά γιατί έχουν και ωραίες μουσικές. Αν όχι όλα, κάποια από αυτά, έπαιξαν και μεγάλο ρόλο στην εποχή τους. Η απαγγελία, ταυτόχρονα με τη μουσική και το τραγούδι, έδωσε μια άλλη διάσταση, την οποία σπάνια ο κόσμος είχε δει σε παραστάσεις. Ήταν φυσικό, όλο αυτό να συγκινήσει μια μεγάλη μερίδα του κοινού. Επίσης, πάντα πίστευα πως η συναυλία είναι μια πολύ όμορφη και δημιουργική στιγμή, που αξίζει να αποτυπώνεται, πόσο μάλλον, όταν συνεργάζονται δυο άνθρωποι προερχόμενοι από διαφορετικό χώρο.

Πιστεύετε πως παραστάσεις όπως οι «Μύθοι γυναικών», που συνδυάζουν την ποίηση με τη μουσική υπό αυτό το φάσμα, λείπουν από τη σημερινή Ελλάδα;
Ασφαλώς, ζούμε σε μια αντιποιητική εποχή, που όλα γύρω μας είναι τυποποιημένα. Κάποιες ευαισθησίες, κάποιες στιγμές που ο άνθρωπος θα μπορούσε να εκφραστεί και ο ίδιος, θάβονται, γιατί δεν έχει το χρόνο και την ευκαιρία να καλλιεργήσει το πνεύμα του. Φυσικά, υπάρχει ένα σταθερό κοινό που θα πάει στο θέατρο, θα ακούσει καλό τραγούδι, όμως η πλειοψηφία δεν λειτουργεί έτσι. Γι' αυτό, ευθύνονται και τα ραδιόφωνα, διότι πλέον κάνουν εμπορικές επιλογές, επιταγές μιας ολόκληρης πολιτικής που τους επιβάλλεται. Κάθε ραδιοφωνικό λεπτό είναι πανάκριβο και πρέπει να αποδώσει τα μέγιστα οικονομικά. Έτσι, ακούμε μια αλυσίδα από πράγματα μίας χρήσεως, που εξαφανίζονται πολύ γρήγορα. Το φαινόμενο είναι παγκόσμιο, δεν είναι μόνο στην Ελλάδα, απλά, στην εδώ, γίνεται πολύ ωμά. Στο εξωτερικό, λειτουργούν και παράλληλες σκηνές, όπως της jazz, που δημιουργούν αξιόλογα πράγματα. Λείπουν, λοιπόν, παραστάσεις που θα καλλιεργήσουν τις ευαισθησίες μας και νομίζω, πως το κοινό θα τις αγκάλιαζε αν εμφανίζονταν...