ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΜΠΑΣΗΣ

(Ως3 - ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2005)

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΟΛΓΑ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΥ

...Από τότε που αρχίσαμε να τα βλέπουμε όλα ως νούμερα, είτε η δισκογραφία με το τι πουλάει, είτε το ραδιόφωνο κι η τηλεόραση με το τι ποσοστό ακρόασης έχουν, πάμε σ' ένα επίπεδο που ενδίδουμε σε όλα....

Ανακάλυψη του Σταμάτη Κραουνάκη, αποκάλυψη με τον Χρήστο Νικολόπουλο, ο Δημήτρης Μπάσης συναντιέται τώρα  με τον Νίκο Αντύπα ανοίγοντας πόρτες που βγάζουν σε δωμάτια άλλοτε της Θεσσαλονίκης κι  άλλοτε του Κιλκίς, σε στιγμές που η μουσική αναμετράται με το εμπόριο, στο τώρα που κουβαλάει αρκετά χρόνια επιμονής και αφοσίωσης στο τραγούδι, που χάνεται στους μεγάλους δρόμους της Αθήνας, που περνάνε δίπλα από το παράθυρο μας σ' ένα γραφείο της EMI και συζητάμε για την χαμένη μαγεία όχι των Χριστουγέννων που πέρασαν αλλά για εκείνη του ραδιοφώνου.

Νιώθω μια απογοήτευση για το ραδιόφωνο. Θεωρώ ότι αυτή η εποχή, η μαγική που το ραδιόφωνο διαμόρφωνε καταστάσεις και πράγματα έπαψε να υπάρχει. Αυτό που ακούω πια δεν με ικανοποιεί, εκτός από κάποια πράγματα σε κάποιους σταθμούς.
Κάποιες επιλογές από παραγωγούς που θεωρώ ότι αξίζει να ακούσω και να ενημερωθώ γιατί το ραδιόφωνο έχει και τον ρόλο της ενημέρωσης. Αυτό που επικρατεί  τα τελευταία δύο χρόνια, νομίζω ότι πρώτον δεν μας αντιπροσωπεύει σαν χώρα-μια χώρα που έχει μουσική παράδοση- και δεύτερον κάνοντας ένα ζάπινγκ- και δεν μιλάω για το σταθμό που εργάζεσαι εσύ, αλλά αναγκαστικά τους παίρνει μπάλα όλους -το γυρνάς σ' έναν ειδησεογραφικό σταθμό γιατί απλά θέλεις να ενημερωθείς.

Από τους σταθμούς που παίζουν ελληνικό τραγούδι είσαι απογοητευμένος;
Έχω πληροφορηθεί ότι πια το ραδιόφωνο παίζει παίρνοντας μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, δεν έχει δικαίωμα ο κάθε παραγωγός να παίζει όπως θέλει, υπάρχει μια γραμμή, ένα playlist.

Όχι σε όλα τα ραδιόφωνα
Εντάξει. Στα περισσότερα. Αυτό τι σημαίνει; Ότι εσύ που είσαι μουσικός παραγωγός δεν έχεις δικαίωμα επιλογής. Το έχεις μόνο απ' αυτό που είναι μέσα στο playlist.

Τώρα μιλάς σαν ακροατής. Από την άλλη όμως σαν επαγγελματίας τραγουδιστής μήπως αυτό θα μπορούσε να σε βολέψει λίγο;
Εγώ δεν είμαι επιχειρηματίας τραγουδιστής. Δεν είναι επιχείρηση αυτό. Έχω την τύχη αυτό που αγαπούσα από παιδί και που ήταν το όνειρο μου να γίνει  πραγματικότητα. Έχω μεγάλη αγάπη για τη μουσική, έχω κάνει σπουδές, το τραγούδι για μένα είναι τρόπος έκφρασης όταν  με αγγίζει μια μελωδία την κάνω κτήμα μου και προσπαθώ να την μεταδώσω, άρα θέλω η μετάδοση αυτών των συναισθημάτων να αγγίξει τον παραγωγό και μετά να πάει στον κόσμο. Είναι αλυσίδα. Όχι να πάει γιατί έχει πάρει μια κατεύθυνση. Αυτό δεν θα το' θελα.

Επειδή έχω μιλήσει και με άλλους συναδέλφους σου και βλέπω ότι τελικά ζητάνε το ίδιο και οι μουσικοί και οι δημιουργοί, αλλά και οι δικοί μου συνάδελφοι, τότε  γιατί  έχει έρθει το τραγούδι σε τέτοιο αδιέξοδο;
Ελπίζω να έρθουν καλύτερες μέρες. Από τότε που αρχίσαμε να τα βλέπουμε όλα ως νούμερα είτε η δισκογραφία με το τι πουλάει, είτε το ραδιόφωνο κι η τηλεόραση με το τι ποσοστό ακρόασης έχουν, πάμε σ' ένα επίπεδο που ενδίδουμε σε όλα. Ενδίδουμε στην ευτέλεια με μοναδικό σκοπό να θέλουμε νούμερα. Εγώ νομίζω ότι από εκεί ξεκινάει η ευθύνη, στο ότι ασχολούμαστε καθαρά με αριθμούς. Κοιτάμε τι πουλάει. Πουλάνε, ας πούμε, οι τραγουδιστές που βγαίνουν από κάποια reality, των οποίων προϋπάρχει η εικόνα και όχι το τραγούδι ενώ παλιότερα γινόταν το αντίθετο. Όταν πρωτοβγήκα έκανα το «Με τη φόρα του ανέμου» που ξεχώρισαν τα «Χαμοπούλια» και πολύ γρήγορα, σε διάστημα 6 μηνών έκανα το «Ψίθυροι καρδιάς», όπου προϋπήρχε το τραγούδι, δεν ήξεραν ποιος το έλεγε. Κάποιοι μου έλεγαν ότι με φαντάζονταν πιο μεγάλο ηλικιακά. Αυτή είναι και η μαγεία του ραδιοφώνου. Το τραγούδι πρέπει να προϋπάρχει και τώρα φτάσαμε στο σημείο το τραγούδι να είναι απλά η αφορμή.

Άρα σ' ενοχλεί και μια εκπομπή σαν το Fame Story;
Εγώ δεν πρόκειται να σηκώσω το λάβαρο της επανάστασης του καλού τραγουδιού. Καταλαβαίνω ότι υπάρχει μια εξέλιξη, είμαστε στο 2005 πια, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει και καλώς έχουν αλλάξει. Και η μουσική έχει αλλάζει κι η νοοτροπία των ανθρώπων αλλάζει, όλα. Δεν έχω πρόβλημα με το να υπάρχει μια Μουσική Ακαδημία σ' ένα κανάλι. Θα' θελα όμως μια πραγματική Μουσική Ακαδημία, η επιλογή να γίνεται αυστηρά για το ποιοι θα μπούνε, δεν νομίζω ότι από τους -χιλιάδες που τρέξανε- αυτοί είναι οι καλλίτεροι. Θα ήθελα μια Ακαδημία που να ασχολείται καθαρά με το μουσικό κομμάτι των μαθητών, να τους μάθουν τι είναι Χατζιδάκις και Θεοδωράκης, ποια είναι η ιστορία του τραγουδιού και της μουσικής.

Αγχώνεσαι με τη βιομηχανία του τραγουδιού σε προσωπικό επίπεδο;
Αγχώνομαι αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Αυτό που μπορώ είναι να αντισταθώ όσο μπορώ. Είμαι με το ένα πόδι μέσα στο σύστημα και με το άλλο έξω. Δεν μπορώ να μπω και με τα δυο.

Αυτό ήθελα να σε ρωτήσω τώρα,  γιατί δεν είμαι βέβαιη για το τι θες να πεις και με ποιο τρόπο θες να το πεις, δηλ. με ροκ, με λαϊκό, με δημοτικό;
Δεν έχω δώσει καθαρό στίγμα; Η πορεία κι η προσωπικότητα ενός καλλιτέχνη δεν σκιαγραφείται μόνο από τη δισκογραφία. Είναι δυο δρόμοι που συναντιούνται: είναι το live κι η δισκογραφία. Έχω αποδείξει στα προγράμματα μου ότι καταλήγω να λέω παλιά λαϊκά τραγούδια και με τους πρώτους δίσκους έχω αποδείξει ότι έχω πάρει την ταυτότητα του λαϊκού τραγουδιστή. Από την άλλη επειδή, έχω μελετήσει πάρα πολύ την ελληνική μουσική, τραγουδάω καλά τα δημοτικά γιατί έχω τα βιώματα αυτά, έχω μεγαλώσει στην επαρχία, σε μια ακριτική περιοχή στο Κιλκίς. Έχω μεγαλώσει με ακούσματα δημοτικά, έχω ψάλλει, έχω μελετήσει τη βυζαντινή μουσική. Είναι μεγάλη η αγάπη μου για το λαϊκό τραγούδι. Έχω μελετήσει όλους τους λαϊκούς τραγουδιστές που υπήρξαν δάσκαλοι μου χωρίς να το ξέρουν. Την Αλεξίου, τον Νταλάρα. Από εκεί και πέρα μεγαλώνοντας και ωριμάζοντας θέλω να τραγουδήσω κι άλλα πράγματα. Κάποια στιγμή μου ήρθε κι έκανα το «Σπασμένο καράβι», πιο ροκ εκτέλεση και πήγε πολύ καλά. Ερχόντουσαν παιδιά 17 χρόνων και μου έλεγαν «αυτό το καινούργιο τραγούδι!». Δεν είναι καινούργιο τραγούδι τους έλεγα, το έχω κάνει επανεκτέλεση, είναι σε ποίηση του Σκαρίμπα, σε μουσική του  Σπανού, το έχει πει ο Καράλης πριν 25 χρόνια. Κι ήρθε η ώρα να κάνω ένα δίσκο με τον Νίκο Αντύπα. Ένα τελείως διαφορετικό ύφος και ηχόχρωμα από αυτό που μ' έχει συνηθίσει ο κόσμος μέχρι τώρα. Αυτό όταν καταφέρει κάποιος και το κάνει, είναι ένας ολοκληρωμένος τραγουδιστής που δεν ξεφεύγει από το στίγμα του. Μια κορυφαία στιγμή για μένα ήταν όταν τραγούδησα Θεοδωράκη. «Το τραγούδι του νεκρού αδερφού». Είναι πολύ σημαντικό ότι ο Μίκης Θεοδωράκης αποφάσισε να το επανεκτελέσει μετά  από 40 χρόνια (επειδή το '61 λογοκρίθηκε το έργο αυτό) και με επέλεξε για να το ερμηνεύσω.

Στον καινούργιο δίσκο φέρεις ένα γυναικείο λόγο, πέρα από το τραγούδι του Νίκου. Υπάρχει πιστεύεις γυναικεία και ανδρική γραφή;
Νομίζω ότι το τραγούδι είναι μικρές ιστορίες που αφορούν όλους. Έχω την τύχη  σ' αυτόν τον δίσκο να μου έχουν εμπιστευτεί τραγούδια η Λίνα Νικολακοπούλου που είναι από τις κορυφαίες στιχουργούς, έχει κάνει δική της Σχολή και η Μυρτώ Κοντοβά που είναι μια εξαιρετική στιχουργός, ηλικιακά κοντά σε εμένα και αυτό κάνει το δίσκο πιο σημερινό. Η μουσική του Νίκου Αντύπα είναι γνωστή σαν τρόπος γραφής, δυτικότροπη, πιο ηλεκτρική, με ροκ στοιχεία. Κι αυτό που κάνει τον δίσκο αυτό να είναι πρόταση είναι ότι παντρεύεται ένας λαϊκός τραγουδιστής μ' ένα είδος αντίθετο από αυτόν. Πρώτη φορά είμαι στο studio 14 μήνες. Δούλεψα πάρα πολύ. Για μένα αυτός ο δίσκος είναι ένα στοίχημα κι ελπίζω να πετύχει.

Με ποιους στίχους που έχεις τραγουδήσει θα ήθελες να κλείσουμε αυτήν την κουβέντα;
Κανείς δεν πέθανε από λίγη μοναξιά.