ΝΙΚΟΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΟΓΛΟΥ

(Ως3 - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2004)

KEIMENO/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΟΛΓΑ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΥ

...Τα χάσαμε όλα δηλαδή, ας περάσουμε καλά τουλάχιστον. Αυτό δείχνει ότι είναι ένα λαϊκό τραγούδι. Περνάει μέσα από τον πόνο και την απώλεια και σε κάνει να χορεύεις και να ελπίζεις. Μέσα από το σκοτάδι, από τις δυσκολίες να σηκώνουμε λίγο το βλέμμα προς τα πάνω...

Έχω κολλήσει έχω χαθεί
σ' ένα ποτάμι δίχως τέλος και αρχή.
Είναι εδώ κάτω όλοι δρόμοι κλειστοί
κι έχω κολλήσει έχω χαθεί.
Τίποτα πια δεν θα ζητήσω
άσε με σπίτι να γυρίσω.

Ώρες ατέλειωτης αναμονής μέσα στο αυτοκίνητο. Απόγευμα, νωρίς. Δυο φορές τουλάχιστον πέρασε όλη η «Δίψα» από τα αυτιά μου.
Ώρα αιχμής, κάπου στην Μεσογείων ακούω τέρμα φωνή «Μετρώ τα κύματα».  Σε λίγο, ώρα που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκομαι στο studio του Μελωδία. Βράδυ πια κι επιτέλους στο studio του Νίκου Πορτοκάλογλου. Διηγόντας στον Ν.Π. αυτή την καθημερινή και γνώριμη σε όλους -φαντάζομαι- καθημερινή περιπέτεια έφερε και την δική του. 20 χρόνια και.Και χρόνια που δεν τραγουδιούνται. Κι οι περιπέτειες έχουν αρκετές παύσεις, πολλές αναμνήσεις και σχεδόν πάντα καλό τέλος διότι εκεί όπου φτάνει κανείς, από εκεί και αρχίζει ξανά. Τσάι και μαγνητόφωνο στο κόκκινο rec.

Το καλλίτερο που μπορώ να ακούσω για τον δίσκο είναι να μου πει κάποιος ότι τον βάζει σπίτι και τον ακούει ολόκληρο. Τώρα με τα cd όλοι είναι με τα κουμπάκια συνέχεια και διαλέγουν. Όταν μου λένε, λοιπόν, ότι τον ακούν ολόκληρο χαίρομαι πολύ.

Είναι ένα πολύ ευχάριστο ταξίδι. Το βασικότερο όμως νομίζω ότι είναι το γεγονός ότι έχεις φτιάξει -μετά το «Μπραζιλέρο» ίσως- μια δική σου μουσική γλώσσα, την οποία μπορούν να  μιλήσουν όλες οι ηλικίες.
Αυτό είναι η κατάληξη μιας πορείας πολλών χρόνων. Εγώ αισθάνομαι ότι άνοιξα μια καινούργια πόρτα με τον «Άσωτο Υιό». Ίσως επειδή είχα την άνεση να ασχοληθώ με τα τραγούδια μου σαν τρίτος λίγο -ήταν επανεκτελέσεις-κι επειδή δεν είχα το άγχος των καινούργιων τραγουδιών. Με βοήθησε αυτό να ανοίξω μια πόρτα κι ενορχηστρωτικά και ερμηνευτικά στα τραγούδια που τραγούδησα εγώ. Άρχισα να βρίσκω τους δικούς μου τόνους και τον δικό μου τρόπο, ενώ παλιά τραγουδούσα πιο βεβιασμένα. Αυτό ξεκίνησε με τον «Άσωτο». Ένα μεγάλο βήμα ήταν τα «Παιχνίδια με τον διάβολο» αλλά και τα δυο soundtrack με βοήθησαν να χαλαρώσω, να παίξω πιο πολύ. Το soundtrack σου δίνει μια ελευθερία να δοκιμάσεις πράγματα, να κάνεις ορχηστικά κομμάτια, να φύγεις λίγο από τις φόρμες σου. Τα soundtrack λειτούργησαν για μένα σαν πρόβες, σαν εργαστήριο που ανακάλυπτα καινούργια μέσα που χρησιμοποίησα μετά στα προσωπικά μου album.

Στη «Δίψα» πάντως μια και μιλάμε και για τον τρόπο ερμηνείας, νομίζω ότι έχεις ελευθερωθεί πάρα πολύ. Είναι όντως αυτό που λέμε «χαλαρά» κι ίσως είναι κι αυτό που χρειαζόμαστε όλοι τώρα μέσα στο τρέξιμο μας.
Σκέψου εσύ τώρα μέσα στο αμάξι που ήσουνα κι έβριζες θεούς και δαίμονες να άκουγες και κάποιον να σου κλαψουρίζει ότι αυτή η πόλη είναι μαύρη κι άραχνη κι όλα είναι αδιέξοδο και το σύστημα κτλ. Αυτό το μοτίβο της γκρίνιας για κάποιους λόγους που τους έχουμε πει και ξαναπεί θεωρήθηκε κάποια στιγμή στην Ελλάδα προοδευτικό τραγούδι. «Δεν μου αρέσει τίποτα» θεωρείται μια προοδευτική θέση τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα. Τώρα νομίζω ότι έχει κουραστεί ο κόσμος. Πιστεύω ότι όταν οι καλοί μουσικοί δεν καταφέρνουν να δώσουν μια ανάταση στον κόσμο, μια ανάταση που να έχει ποιότητα και αλήθεια, αναγκαστικά ο κόσμος θα ψάξει να την βρει στην πιο φτηνή της εκδοχή. Είναι πολύ ανθρώπινο να ζητάς από την μουσική να σε ψυχαγωγήσει.

Ψυχαγωγία θεωρείται κι η νύχτα.
Αυτό λέω. Αν οι Rolling Stones δεν έκαναν τον κόσμο να χορέψει, ο κόσμος θα χόρευε μόνο disco, λέω για την δεκαετία του '70. Όλη η ροκ σκηνή όμως τότε ήταν σκεπτόμενοι άνθρωποι που ψάχνονταν σε όλα τα επίπεδα αλλά έκαναν και μια μουσική διονυσιακή, μια μουσική που έκανε το κοινό να ξεδίνει. Αυτό εδώ το θεωρούσαν. Θυμάμαι όταν ξεκινούσαμε με τους Φατμέ υπήρχε η άποψη ότι η μουσική δεν είναι για να ξεδώσεις, η μουσική είναι ένα καλό τραγούδι που πρέπει να το ακούς σκεπτικός.

Διαχωρισμός και κατηγορίες του ελληνικού τραγουδιού, λοιπόν.
Δεν θέλω να ασχοληθώ με τον εσωτερικό διαχωρισμό. Εγώ βλέπω από  που ξεκινάει το κώλυμα που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Υπάρχει κώλυμα στο ότι δεν έχει καταφέρει το καλό τραγούδι να καλύψει κάποιες ανάγκες του κόσμου. Από τα λαϊκά μαγαζιά, ας πούμε, απαγορεύτηκε ο χορός.

Με τα θέματα όμως που «σηκώνουν» λίγη γκρίνια τι γίνεται, δεν πρέπει να τα θίγουμε; Σ' αυτά τα θέματα ο ρόλος του καλλιτέχνη -που λέγανε παλιά- ποιος είναι σήμερα;
Για μένα ο δρόμος είναι, όταν μιλάω για πράγματα που δεν μου αρέσουνε, να προτείνω. Δεν μ' αρέσει να βάζω τελεία.

Μια πρόταση που θα έκανες μέσα στις πολιτικές εξελίξεις, εν όψει ολυμπιακών αγώνων, στην ταλαιπωρία που ζούμε τουλάχιστον εμείς εδώ στην Αθήνα.
Γιατί ταλαιπωρία; Γίνονται και έργα που έπρεπε να' χουν γίνει τα τελευταία 50 χρόνια και γίνονται μέσα σε 5.

Έφερα ξανά μάλλον την ταλαιπωρία στην κουβέντα γιατί την έχω πρόσφατη την εμπειρία, ερχόμενη εδώ.
Όταν είμαι σε μια τέτοια κατάσταση, σαν κι εσένα τώρα.

Δεν μιλάς.
Όχι. Να, ένα βράδυ γυρνούσα από κάπου στον Κορυδαλλό και κόλλησα στο ποτάμι για 2 ώρες. Στο δρόμο έφτιαχνα με το μυαλό μου ένα τραγούδι!
«Έχω κολλήσει έχω χαθεί
σ' ένα ποτάμι δίχως τέλος και αρχή
Είναι εδώ κάτω όλοι δρόμοι κλειστοί
κι έχω κολλήσει έχω χαθεί».

Πού να σκεφτεί μετά κανείς ότι έχει γραφτεί για ένα περιστατικό κίνησης στο δρόμο.
Μα η πραγματικότητα είναι το καλλίτερο σενάριο. Και το ρεφρέν λέει:
«Τίποτα πια δεν θα ζητήσω
άσε με σπίτι να γυρίσω».

Στη μουσική πώς πάει;
Είναι αγχωτική.

Να μιλήσουμε, λοιπόν, για την μουσική γλώσσα που λέγαμε και στην αρχή. Ο τρόπος που ενορχηστρώνεις μου φέρνει στο μυαλό τους συνθέτες των αρχών του 19ου αιώνα, τους ιμπρεσιονιστές που άλλαξαν τις φόρμες σύνθεσης με το να γράφουν θέματα έχοντας σαν βασικό τους άξονα την ενορχήστρωση.
Με αποκαλείς ιμπρεσιονιστή δηλαδή;

Κάπως. Κι είναι σαν να μπαίνει κάποιος στο internet και να χάνεται μέσα στις μουσικές που συναντάς σε διάφορες χώρες. Αυτό έχει ενδιαφέρον γιατί μετά από την επιτυχία του «Μπραζιλέρο» θα πάει εύκολα κάποιος να αγοράσει την καινούργια δουλειά του Πορτοκάλογλου, άρα μπορεί να βάλεις και έναν  νέο άνθρωπο να ψάξει και κάποια πράγματα παρά  πέρα. Να αναζητήσει τις πληροφορίες και τις επιρροές σου.
Εγώ βλέπω την μουσική σαν ένα παιχνίδι.

Λαμβάνεις δουλειές νέων ανθρώπων που θέλουν να ασχοληθούν με το τραγούδι;
Ναι, έχω πολλά demo και αρκετά είναι καλά όμως τα περισσότερα τραγούδια έχουν πρόβλημα στον στίχο κυρίως.

Δώσε μας σε 5 γραμμές ένα βιογραφικό. Αν βρισκόσουν κάπου μ' έναν εντελώς ξένο άνθρωπο που δεν σε ξέρει, τι θα του έλεγες;
Θα του έλεγα ότι γράφω τραγούδια. Θα του έλεγα οπωσδήποτε ότι παίζω κιθάρα. Θυμάμαι πάντα τον εαυτό μου με μια κιθάρα. Είναι ίσως το πιο δικό μου κομμάτι. Και θα του έλεγα ότι προσπαθώ με τα τραγούδια μου και με τον ήχο μου να διηγηθώ την ιστορία μου και την ιστορία της χώρας μου σήμερα. Πώς είναι η ζωή στη χώρα που ζω. Η ταχύτητα και  η τεχνολογία είναι το ηλεκτρονικό κομμάτι της μουσικής, η παράδοση είναι κάποια όργανα που ξεφυτρώνουν -είναι η κρητική λύρα, τα μακεδονίτικα πνευστά- και η ένταση και ο ηλεκτρισμός της εποχής μου μέσα από τα ηλεκτρικά όργανα. Δηλαδή ένα παζλ από όλα τα ακούσματα που μ' έχουν σημαδέψει. Αυτό πιστεύω ότι είναι κάτι που δεν το ξέρουν οι ξένοι σήμερα για την Ελλάδα. Ακούνε Ελλάδα και θυμούνται τον «Ζορμπά», κάτι που είχε συμβεί πριν 40 χρόνια. Δεν ξέρουν πως είναι ένας σημερινός Έλληνας.

Αυτό θα ήθελες να το επικοινωνήσεις έξω;
Πολύ, αλλά δεν βλέπω να υπάρχει περιθώριο.

Γιατί;
Νομίζω ότι είναι θέμα κακής οργάνωσης. Θα ήθελα πολύ να παίξω σε ξένα ακροατήρια. Τώρα που παίξαμε με τον Rachid Taha στην Biennale -παίζαμε το ίδιο βράδυ, ο καθένας με το group του- μου έλεγαν όσοι μας άκουσαν ότι «έπρεπε να παίζετε σε φεστιβάλ όπως παίζουμε εμείς. Μάλιστα τώρα πλέον τα φεστιβάλ ψάχνουν πιο πολύ σύγχρονο ήχο παρά παραδοσιακό. Αυτό που κάνετε εσείς».

Γιατί δεν παίζετε;
Δεν ήξερα να τους απαντήσω. Θα πρέπει κάποιος manager να επενδύσει σε χρόνο σ' αυτό. Είναι κάτι που δεν έχει άμεσα οικονομικά οφέλη. Κυρίως αυτός είναι ο λόγος.

Θα μπορούσε ίσως να γίνεται παράλληλα με τις υπόλοιπες συναυλίες;
Αυτό θέλει χρόνο, θέλει χτίσιμο.

Αν σου πρότειναν να τα αφήσεις όλα εδώ και να πας για παράδειγμα στο Παρίσι να δουλέψεις;
Θα πήγαινα όχι για να ζήσω αλλά για να έκανα ένα δίσκο. Θα διάλεγα 12 τραγούδια μου και θα τα έκανα με ξένους τραγουδιστές με στόχο να ακουστούν έξω από την Ελλάδα. Αυτό θα μ' ενδιέφερε πολύ. Έχω σκεφτεί και φωνές, όχι απαραίτητα μεγάλα ονόματα.

Παλιότερα το σκεφτόσουν αυτό; Με τους Φατμέ θέλατε να βγείτε έξω;
Όχι. Ούτε ποτέ το είχα όνειρο.

Πάμε λίγο στο παρελθόν, που έλεγες ότι θυμάσαι τον εαυτό σου με μια κιθάρα; Πιτσιρικάς τι ονειρευόσουν;
Κιθαρίστας ήθελα να γίνω.

Πήγες σε ωδείο;
Αυτοδίδακτος. Πέρασαν αρκετά χρόνια όμως για να γράψω κάτι που να αισθανθώ ότι είναι δικό μου, ότι δεν είναι απομίμηση κάποιων ανθρώπων που μ' άρεσαν. Τον πρώτο καιρό που άρχισα να παίζω σκάρωνα τραγουδάκια, με εγγλέζικο στίχο.

Σαν γυμνάσματα;
Ναι, ήταν σαν σχολείο. Μετά άρχισαν τα δύσκολα. Τότε άρχισα να γράφω τραγούδια στα ελληνικά. Ο «Άσωτος Υιός» είναι από τα πρώτα και το «Πίσω από τις γρίλιες» επίσης. Όλα τα τραγούδια του πρώτου δίσκου σχεδόν.

Μετά βρεθήκατε με τους Φατμέ και τα υπόλοιπα τα γνωρίζουμε. Αυτό που είχες στο νου σου όταν ξεκίναγες ανταποκρίνεται με το τώρα; Είσαι ικανοποιημένος;
Ναι. Κατ' αρχήν έχω πολλές κιθάρες. Αυτό θυμάμαι είναι που πάντα ονειρευόμουν. Να έχω έναν τέτοιο χώρο και να παίζω μουσική. Γενικά είμαι πολύ ευγνώμων που έχουν συμβεί αυτά όλα. Είμαι χαρούμενος που κάνω πρόβες στο σπίτι. Εδώ και 5 χρόνια, από τότε που έφτιαξα αυτόν τον χώρο, έχω αναγεννηθεί. Και το ξεκίνημα με τους Φατμέ ήταν έτσι πάλι. Είχαμε ένα σπίτι στο Φάληρο, όπου βρισκόμασταν απίθανες ώρες και παίζαμε μουσική. Γυρνάγαμε από σινεμά και παίζαμε μετά όλη νύχτα. Ίσως είναι αυτός ο λόγος που έχω αυτό το αίσθημα πάλι μετά από τόσα χρόνια.

Αυτά που ήθελες να πεις τα έχεις πει στα τόσα χρόνια;
Στα «Παιχνίδια με τον Διάβολο» έχω ένα τραγούδι που λέει «Δεν σου' χω πει ακόμη τίποτα». Ευτυχώς αισθάνομαι ότι δεν τα έχω πει.

Ίσως γιατί εκεί που βγάζεις την ψυχή σου, σ' ένα έργο, σ' ένα τραγούδι πρέπει να είναι το πιο όμορφο κομμάτι σου. Το κομμάτι που αφήνει τις ασχήμιες έξω.
Ο λόγος που με τα χρόνια έχω εξελιχθεί σαν μουσικός είναι γιατί μαθαίνω να  ακούω περισσότερο το ένστικτο μου. Το βασικότερο που έχω μάθει για την τέχνη μου είναι αυτό. Το μυαλό μέσα σ' όλα κουβαλάει και πολύ σκουπίδι κι είναι και κάποια πράγματα που δεν μπορεί να τα πει. Γι' αυτό και τα τραγούδια λένε μερικά πράγματα που δεν λες σε μια συνέντευξη. Αυτό είναι που αξίζει στο τραγούδι. Με ρωτάνε τώρα με τον δίσκο «γιατί διψάς εσύ». Άμα δεν κατάφερα να το πω σ' ένα ολόκληρο τραγούδι θα σας το πω τώρα με λόγια;
Όλα είναι παραλλαγές στο ίδιο θέμα. Είναι 4-5 πράγματα που στοιχειώνουν τον καθένα κι αυτά γυροφέρνει κάθε φορά, απλώς τα φωτογραφίζει από άλλη γωνία.
Μια ζωή για την δίψα γράφω τραγούδια. Το νερό είναι το πρωταρχικό στοιχείο για τη ζωή.

Παρακολουθείς δουλειές των συνοδοιπόρων συναδέλφων σου;
Ναι.

Έχεις κάποιες φορές απογοητευτεί;
Απογοητεύομαι από την κούραση, από συνομήλικους μου να δείχνουν γέροι, να βαριούνται τα πάντα. Βλέπω ανθρώπους που τους ήξερα παλιότερα κι ήταν μέσα στη ζωντάνια και τον ενθουσιασμό να είναι τώρα κουρασμένοι ενώ συμβαίνουν γύρω τους θαύματα. Και γράφω γι' αυτούς τραγούδια, το «Χρωστάμε την γιορτή» για παράδειγμα. Τους πονάω κι όταν γράφω γι' αυτούς δεν γράφω σαν δάσκαλος αλλά σαν φίλος που προσπαθεί να δώσει μια κλωτσιά στον άλλο να ξεκολλήσει όπως θέλω να μου κάνει και ο άλλος. Ξεκόλλα!

Σε μένα το λες;
Όχι, αλλά ξέρεις τι ωραίο πράγμα είναι να στο πουν; Σ' ενοχλεί βέβαια αλλά αν ξέρεις ότι ο άλλος είναι δικός σου πρέπει να το εκτιμάς.

Η επιτυχία του «Θάλασσα μου σκοτεινή» σ' εγκλώβισε να κάνεις οπωσδήποτε επιτυχία ξανά;
Στην αρχή. Περισσότερο μου έδωσε άνεση και μ' έκανε να χαλαρώσω και να αισθανθώ ακόμη περισσότερη σιγουριά ότι μόνο η καρδιά μου μπορεί να με οδηγήσει. Γιατί κι η «θάλασσα» γράφτηκε σαν νεράκι.

Είχε κυκλοφορήσει και την εποχή της κατάρρευσης του χρηματιστηρίου και ακούμπησε πολύς κόσμος σ' αυτό το τραγούδι.
Εγώ το κατάλαβα στις συναυλίες αυτό με διάφορους κουστουμαρισμένους που πέταγαν γραβάτες, σακάκια. Τα χάσαμε όλα δηλαδή, ας περάσουμε καλά τουλάχιστον. Αυτό δείχνει ότι είναι ένα λαϊκό τραγούδι. Περνάει μέσα από τον πόνο και την απώλεια και σε κάνει να χορεύεις και να ελπίζεις. Μέσα από το σκοτάδι, από τις δυσκολίες να σηκώνουμε λίγο το βλέμμα προς τα πάνω.

Ας γυρίσουμε πάλι πίσω για λίγο να δούμε  κάποια φωτεινά σημεία, κάποια γεγονότα καθοριστικά για σένα.
Θα σου έλεγα περισσότερο πράγματα που δεν έχουν σχέση με την μουσική. Ας πούμε, είναι η εποχή που έφυγα από το σπίτι μου γύρω στα 20 κι έπιασα το πρώτο μου σπίτι αλλά το πραγματικά δικό μου σπίτι, γιατί πάντα νοικιάζαμε ένα σπίτι με τους φίλους μου και το είχαμε δίπορτο. Και το πατρικό αλλά και το άλλο για πρόβες, για γκόμενες. Αυτό ήταν λίγο ψευδαίσθηση. Το πρώτο δικό μου σπίτι ήταν το πρώτο σοβαρό πράγμα που έκανα και νομίζω ότι με βοήθησε να γράψω τραγούδια, να έχω κάτι δικό μου. Μετά ήταν ο γάμος μου και η γέννηση των δυο μου παιδιών. Και από την μουσική στιγμές. Στιγμές παρέας σε περιοδείες μέχρι και τώρα. Και κάποιες συναυλίες.

Αυτή με τους U2, για παράδειγμα;
Αυτή δεν την ευχαριστήθηκα και τόσο. Δεν πρόλαβα. Η τελευταία συναυλία στον Λυκαβηττό, ας πούμε, μου έδωσε καύσιμα για πολύ καιρό.

Με ποιους στίχους σου θα ήθελες να κλείσουμε αυτήν την κουβέντα;
Με το Υ.Γ.
«Όλος ο κόσμος είναι εδώ
και περιμένει
και εμείς ακόμα
του χρωστάμε τη γιορτή».