ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΤΣΑΚΝΗΣ

(Ως3 - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2003)

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΟΛΓΑ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΥ

...Για ακόμη μια φορά νιώθω ότι είμαι «Μια ζωή αλλού». Και αυτό το εννοώ, πουθενά και παντού. Αυτό είμαι.

Πρωί Σαββάτου, κάπου στου Παπάγου, με τις φωνές της Ευανθίας και του Βασίλη τριγύρω να παίζουν, με τον καφέ και τα μπισκότα της Μαρίνας και το κασετοφωνάκι πάνω στο γραφείο του Διονύση να γυρίζει στροφές σαν παλιό 45αρι. Βάλτε το αγαπημένο σας, το πιο παλιό σας, δισκάκι να παίζει και πιείτε έναν καφέ μαζί μας.

Μιλάγαμε, λίγο πριν πατήσω το κουμπί να γράφει, για την πρόσφατη δισκογραφική σου δουλειά, «Μια ζωή αλλού»,  η οποία μάλιστα θα παρουσιαστεί τις ημέρες των Χριστουγέννων στο Gagarin στις 26 και 27/12. Ανέφερες τη λέξη «αντιξοότητες» όμως κι αφετηρία της κουβέντας μας θα ήθελα να είναι αυτή η λέξη.
Οι αντιξοότητες έχουν να κάνουν με μια νοοτροπία που συνάντησα στην Universal, μια εταιρεία στην οποία πουλήθηκε η Nitro, και μια αντίληψη για το τι είναι ρεπερτόριο, τι είναι δίσκος, τι είναι τραγούδι που απέχει πάρα πολύ από αυτό που εγώ αισθάνομαι ότι είναι τραγούδι. Δηλαδή, οι διοικούντες εκεί έχουν μια τελείως διαφορετική αντίληψη για το τραγούδι που κατά τη γνώμη μου έχει οδηγήσει τον κόσμο στο να απαξιώνει σήμερα το τραγούδι στο σύνολο του. Και για να έρθουμε στο ψητό, πιστεύω ότι -χωρίς να θέλω να γενικεύσω- οι περισσότερες δισκογραφικές εταιρείες σήμερα έχουν το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης που ανάγκασαν τον κόσμο να πάρει διαζύγιο από το ελληνικό ρεπερτόριο και από την αγορά του ελληνικού δίσκου. Και δεν είναι μόνο ότι η τιμή του δίσκου είναι άκρως απαγορευτική για ένα μεσαίο νοικοκυριό και κάτω, είναι το τι σήμερα σημαίνει τραγούδι. Με ποιόν τρόπο, με ποιόν στόχο, με ποιο σχέδιο ή με απουσία ποιανού σχεδίου παράγεται. Το κατάντησαν να είναι μια λοταρία να κληρώσει στην καλύτερη περίπτωση και στην χειρότερη είναι να τροφοδοτήσει τις πρωινές εκπομπές των τηλεοπτικών καναλιών.

Έτσι όπως το έθεσες με τα πρωινάδικα κ.λ.π., μιλάμε για την λεγόμενη άλλη πλευρά του τραγουδιού από αυτήν στην οποία ανήκεις.
Εγώ ποτέ δεν συμφιλιώθηκα μ' αυτό που λένε ότι το τραγούδι είναι ένα. Αυτό είναι μια αντίληψη ισοπεδωτική και ποτέ δεν μου άρεσε. Το τραγούδι δεν είναι ένα. Σίγουρα υπάρχουν πλευρές- όχθες του ελληνικού τραγουδιού, ανέκαθεν υπήρχαν και ποτέ το ελληνικό τραγούδι δεν ήταν απαλλαγμένο από αυτή την αντιπαλότητα. Πάντα το τραγούδι στην Ελλάδα έμπαινε στην  υπηρεσία κάποιων πραγμάτων, δεν είναι τόσο αθώα τα πράγματα μ' αυτό που λέμε «έλα βρε αδελφέ να ξεφαντώσουμε», δεν ήταν ποτέ χοροξεφάντωμα το τραγούδι και βέβαια ποτέ δεν ήταν μόνο προβληματισμός αλλά ήταν και γάμος, ήταν και χαρά και αγώνας ήταν πάρα πολλά- ακόμα και στο δημοτικό μας τραγούδι μπορούμε να δούμε διαφοροποιήσεις τεράστιες. Ναι, υπήρχε το χορευτικό τραγούδι και πάντα υπάρχει αλλά υπήρχαν και τα τραγούδια της τάβλας. Παραδόθηκε, λοιπόν, η δισκογραφία άνευ όρων στις ανάγκες των πιο ελαφρών τηλεοπτικών προγραμμάτων, έγινε όμηρος, τροφοδότησε, παρήγαγε με βάση αυτά τα προγράμματα και επέβαλε ένα πρόσωπο στο τραγούδι σαν να αντιπροσωπεύει όλα τα είδη του τραγουδιού.

Υπάρχουν και κάποια Μέσα όμως που μπορούν να προβάλλουν το τραγούδι έτσι όπως εσύ το εννοείς.
Υπάρχουν 2-3 σταθμοί στην Ελλάδα σε σύνολο 800 -1000.

Ερχόμαστε σ' αυτόν τον φαύλο κύκλο της απομόνωσης των καλλιτεχνών της μια πλευράς, μια εσωστρέφεια ίσως που απέναντι στην άλλη που μάλλον οργανώθηκε περισσότερο για να καταφέρει μια τέτοια εμβέλεια, την έχει κάνει πιο αδύναμη.
Δεν οφείλεται στις αγαθές προθέσεις κάποιων ανθρώπων ή στον χαρακτήρα της άλλης πλευράς, αλλά στους νόμους της αγοράς. Σήμερα, το τραγούδι της μιας χρήσης- έτσι το αποκαλώ- είναι μια σειρά πράγματα που δυστυχώς δεν μπορεί να εξυπηρετήσει το άλλο τραγούδι. Πρώτον, καλύπτει κάποιες ανάγκες τηλεοπτικές. Μετά, αυτό το τραγούδι ακούγεται σε νυχτερινά κέντρα που κάνουν εκατομμύρια τζίρο την ημέρα. Τρέφει διαφημιστές, μαγαζάτορες, παρκαδόρους. Άρα είναι οικονομικοί οι λόγοι που αναπτύχθηκε αυτό το είδος του τραγουδιού.

Το θέμα είναι όμως ότι  ο κόσμος το ακολούθησε.
Ο κόσμος καταναλώνει. Μπορεί να γυρίσει κάποια στιγμή την πλάτη και τώρα συνολικά γυρίζει την πλάτη. Η πτώση των πωλήσεων των cd στην Ελλάδα δεν οφείλεται αποκλειστικά και μόνον στην ακριβή του τιμή αλλά και στο γεγονός αυτό που είπαμε στην αρχή. Ενώ ανέβηκε η τιμή έπεσε η ποιότητα του. Τα τραγούδια είναι τα περισσότερα βέβαιης απαξίας. Γι' αυτό και ο κόσμος στρέφεται στα πειρατικά cd.

Τώρα μιλάμε και για τις δυο πλευρές του τραγουδιού;
Μιλάω για την μία, η οποία όμως έχει αποτραβήξει τον κόσμο από τα δισκάδικα συνολικά. Σε μένα ο πιτσιρικάς είναι δύσκολο να δώσει 20 ευρω. Μ' αγαπάει αλλά δεν μπορεί να με καταναλώσει εύκολα.  Πέρα από την ακρίβεια όμως όταν συνολικά το τραγούδι σήμερα απαξιώνεται. Και όταν η συντριπτική πλειοψηφία των τραγουδιών είναι για τα σκουπίδια, κάποιες ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις δίσκων που βγαίνουν κι έχουν ένα λόγο ύπαρξης τις παίρνει κι αυτές η μπόρα.

Εσύ ακούς καινούργιες δισκογραφικές δουλειές;
Ακούω, ενημερώνομαι. Αν κοιτάξω όμως το top 50 δεν ξέρω κανέναν, ξέρω ελάχιστους.

Πώς το εξηγείς αυτό, πώς γίνεται αυτοί οι δίσκοι να πουλάνε και να μην τους ξέρεις;
Κατ' αρχήν δεν ξέρω αν όλοι πουλάνε και τι σημαίνει σήμερα να είσαι στο top 50 και τι είναι το top 50. Δεν σημαίνει πάρα πολλά πράγματα ίσως από ότι σήμαινε στο παρελθόν. Πάντως, πιστεύω, ότι αν δεις το δυναμικό των συνθετών, των στιχουργών και των φωνών που υπάρχουν στην Ελλάδα, είμαστε μια χώρα που καρποφορεί, που ανθεί το τραγούδι. Εκεί που υπάρχει πρόβλημα είναι στην παραγωγή του, στον τρόπο με τον οποίο προβάλλεται ή δεν προβάλλεται και στην ταύτιση ότι καλό τραγούδι είναι το τραγούδι που πουλάει. Καλό τραγούδι είναι το τραγούδι που υπάρχει.

Αν οι συνθήκες ήταν λίγο διαφορετικές από αυτές, έχεις σκεφτεί ότι τα τραγούδια σου μπορεί να ήταν κι αυτά πολύ διαφορετικά από αυτό που είναι τώρα; Δηλαδή, να ήσουν πιο ελεύθερος ως δημιουργός χωρίς αναγκαστικά να δεσμεύεσαι από την ύπαρξη όλων αυτών των προβλημάτων.
Αυτό προϋποθέτει μια οικονομική άνεση. Σε πληροφορώ ότι εγώ αν ήμουν απαλλαγμένος από το να θρέψω έξι στόματα θα μπορούσα μέχρι και να αλλάξω δουλειά. Δεν είμαι τόσο ευτυχισμένος στον χώρο του ελληνικού τραγουδιού έτσι όπως έγινε σήμερα. Τι εννοώ; Να κάνω έναν δίσκο όποτε θέλω, να αδιαφορώ για τις ραδιοφωνικές του μεταδόσεις κτλ. Τώρα με ενδιαφέρει γιατί βάζω κι ένα στοίχημα κι εγώ. Και πάλι να σου πω ένα παράδειγμα, έκανα έναν δίσκο με τον Τριπολίτη. Πού πήγε; Έκανα εν γνώσει μου εμπορική αυτοκτονία. Το έκανα όμως γιατί ήθελα να καταγράψω τον Τριπολίτη, να τον ξαναφέρω στα πράγματα. Αποτέλεσμα;

Αυτοί που ήθελαν να ακούσουν Τριπολίτη και Τσακνή το άκουσαν.
Το άκουσαν; Πώς; Όταν έκλεισε η εταιρεία ένα μήνα μετά την κυκλοφορία του δίσκου; Το έχει τώρα η Univesal, είπε ότι θα το επανεκδώσει, δεν έκανε τίποτα. Θέλω, να σου πω ότι εγώ είμαι ίσως από τους λίγους που έχουν κάνει τρέλες στην δισκογραφία αλλά κι εγώ που το κάνω έναν δονκιχωτισμό κρύβω.

Δεν βγήκες ποτέ στην αγορά σκεπτόμενος κάθε φορά να έχεις ένα-δύο σουξέ στον δίσκο, όπως λέμε;
Ποτέ. Δεν είμαι επιχειρηματίας-καλλιτέχνης. Κάνω την δουλειά μου. Έμαθα να κάνω μια δουλειά. Από μικρό παιδί ήταν το μεράκι μου αλλά και την σπούδασα γιατί ήθελα αν είχα ένα ταλέντο να το πάω παραπέρα. Ήθελα να την σπουδάσω την μουσική, την σπούδασα και την χάρηκα. Απέκτησα και μια άλλη σχέση μαζί της. Εγώ όλα αυτά τα χρόνια κάνω την δουλειά μου, γράφω αυτά τα τραγούδια που κατ' αρχήν με αφορούν σαν θεματική και νομίζω αφορούν και άλλο κόσμο και ποτέ δεν είχα το άγχος του πρωταθλητή. Είμαι συνεπής μ' αυτό που είχα σαν ένα όραμα.

Με ποιους στίχους σου θα ήθελες να κλείσεις αυτή την κουβέντα μας;
Ενώ αυτό το cd το τελευταίο έχει και πάρα πολύ όμορφους στίχους άλλων συναδέλφων, ως επισφράγισμα της κουβέντας που κάναμε θα σου έλεγα τον τίτλο του cd ότι για ακόμη μια φορά νιώθω ότι είμαι «Μια ζωή αλλού». Και αυτό το εννοώ, πουθενά και παντού. Αυτό είμαι.