ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΣΙΩΛΗΣ

(Ως3 - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2004)

ΚΕΙΜΕΝΟ/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ:ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΙΤΣΟΣ

 

ΓΙΑ ΤΗ ΤΑΙΝΙΑ: ΦΤΑΣΑΜΕ.! ΚΑΙ ΟΙ ΕΣΧΑΤΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΕΣΟΝΤΑΙ.
Κάθε φορά που μας δίνετε η ευκαιρία να έρθουμε σε επαφή, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο με τον κινηματογράφο του Σταύρου Τσιώλη, αυτό μας γεμίζει εκ των προτέρων με μια ευχαρίστηση τέτοια που ξεπερνά κατά πολύ το πλαίσιο μιας δημοσιογραφικής δουλειάς. Όταν συναντάς το σινεμά του Σταύρου Τσιώλη ξαναγίνεσαι μικρό παιδί, απλός και άδολος θεατής, που επιζητάς πάνω από όλα να ψυχαγωγηθείς, βάζοντας στην άκρη κάθε ρόλο και ιδιαίτερα εκείνον του κριτικού.
Ο Σταύρος Τσιώλης χρησιμοποιώντας μια μαγική συνταγή που μόνο αυτός φαίνεται να κατέχει μέχρι τώρα (είμαστε σίγουροι ότι ο κινηματογράφος του σύντομα θα αποκτήσει εκτός από τους πολυάριθμους θαυμαστές που ήδη έχει και πολλούς μιμητές), ανακατεύοντας τα θαυματουργά του φίλτρα πετυχαίνει να δημιουργεί ταινίες (αυτό συνέβη κυρίως με την προηγούμενη ταινία του «Ας Περιμένουν οι Γυναίκες») με καλλιτεχνικές αναζητήσεις αλλά και με αποδοχή από ένα ευρύτερο κοινό.
Το ίδιο πιστεύουμε θα συμβεί με την καινούργια του ταινία, «Φτάσαμε..!», μια μουσική κωμωδία, που για άλλη μια φορά, πιο άμεσα τώρα, προσεγγίζει το χώρο του λαϊκού τραγουδιού και ιδιαίτερα του «σκυλάδικού». Είναι γνωστή η σχέση του Τσιώλη με τη λαϊκή μουσική, η οποία πλημμυρίζει ιδιαίτερα τις κωμωδίες του («Έρωτας στη Χουρμαδιά» 1990, «Παρακαλώ Γυναίκες μην Κλαίτε» 1992, «Ο Χαμένος Θησαυρός του Χουρσίτ Πασά» 1995 και εννοείται το «Ας περιμένουν οι Γυναίκες» 1998), ο ίδιος γράφει τραγούδια που κάποια χρησιμοποιήθηκαν στην προηγούμενη ταινία του, ενώ ένας από τους μόνιμους πρωταγωνιστές των ταινιών του, που συμμετέχει και σε αυτήν ο «χειμερινός κολυμβητής» Αργύρης Μπακιρτζής έχει καταστεί το «alter ego» του.
Ας δούμε σε αυτό το σημείο τι μας είπε για τον Σταύρο Τσιώλη και το «Φτάσαμε...!» ο παραγωγός της ταινίας Τάσος Βασιλείου. «Ο Σταύρος είναι μια ιδιαίτερη και ιδιόμορφη περίπτωση καλλιτέχνη, κάνει ένα σινεμά «φτωχό», μινιμαλιστικό, «ακραίο» θα έλεγα, ένα σινεμά που εστιάζει γύρω από τον άνθρωπο. Μετά την εμπλοκή του με το λεγόμενο «εμπορικό σινεμά» της Φίνος Φιλμ (όπου ο Σταύρος Τσιώλης σκηνοθετεί μερικές από τις πιο αξιόλογες και πετυχημένες εισπραχτικά ταινίες του, Ο Μικρός Δραπέτης-1968, Πανικός και Ζούγκλα των Πόλεων-1969, Κατάχρηση Εξουσίας-1970) και αφού μείνει 15 ολόκληρα χρόνια μακριά από το σινεμά, ακολουθεί μια πορεία μοναχική, την οποία οι σύγχρονοι μελετητές του κινηματογράφου χαρακτηρίζουν «καταραμένη» όπως και αυτή του Τορνέ. Πιστεύω ότι το έργο τους έχει ανταμειφθεί στο σύνολό του, ειδικά του Τσιώλη -ο Σταύρος έχει το κοινό του, τους φίλους του, τους οπαδούς του θα έλεγα-, έχει την ιδιαίτερη αξία του μέσα στα πράγματα και μετά την μεγάλη του επιστροφή από το «Μια τόσο Μακρινή Απουσία»-1985 μέχρι το «Φτάσαμε..!» (που αποτελεί την πρώτη συνεργασία της εταιρίας μας μαζί του) οδεύει προς μια καλλιτεχνική ολοκλήρωση. Είναι ένας δημιουργός που έχει καταθέσει πλούσιο και μεγάλο έργο για τα ελληνικά δεδομένα, με αξιοσημείωτη καλλιτεχνική επιτυχία, αφού έχει βραβευτεί κατ΄ επανάληψη και εδώ και στο εξωτερικό. Έχει καταφέρει παρόλη την ιδιοτυπία και την ιδιομορφία κυρίως της κινηματογράφησης του να αγγίξει και μεγάλες μάζες.
Το «Ας περιμένουν οι γυναίκες» το είδε πολύς κόσμος και ικανοποιήθηκε έτσι το παράπονο του Σταύρου ότι οι ταινίες του δεν συναντούσαν το κοινό που τους άρμοζε. Αν και θεωρείται από πολλούς «κουλτουριάρης», είναι ένας πολύ προσηνής άνθρωπος, διαλογικός και διαλεκτικός, πολύ ευχάριστος στην παρέα, πολύ δυσάρεστος ίσως στην ώρα της δουλειάς. Όσον αφορά τώρα την ταινία, γυρίστηκε μέσα σε 35 ημέρες συνεχόμενες, αφού δουλέψαμε και Σαββατοκύριακα, στη Λιβαδειά, κάτω από καύσωνα 45 βαθμών, δίπλα στο ποτάμι όπου κυριαρχούσε μια αθόρυβη και αφόρητη υγρασία.
Άλλωστε όπως ξέρετε ο Τσιώλης  κάνει γυρίσματα με παρόμοιες συνθήκες αφού μετά την Πελοπόννησο και ιδιαίτερα την Αρκαδία , την Μακεδονία και τώρα τη Λιβαδειά δε μένουν παρά τα νησιά, αλλά  δεν νομίζω ότι το «καραβάνι του Τσιώλη» στην επαρχία θα συνεχιστεί, αν και με το Σταύρο ποτέ δεν μπορεί να είσαι σίγουρος.
Η ταινία που είναι μια συμπαραγωγή της δικής μας εταιρίας Θάλασσα Α.Ε, του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, της ΕΡΤ και της ΝΟVA στοίχισε κοντά στα 230 εκατομμύρια  δραχμές, αφού θα πρέπει να λάβετε υπόψη σας ότι 70 ηθοποιοί από τους 100 που συμμετείχαν στην ταινία μεταφέρθηκαν, διέμειναν στην Λιβαδειά και μαζί με τα έξοδα της διατροφής τους εκτόξευσαν το κόστος της ταινίας. Εκτός από τους πραγματικούς μουσικούς που παίζουν στην ταινία (θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι όλα σχεδόν τα τραγούδια που ακούγονται είναι γραμμένα ειδικά για την ταινία) υπάρχει ένα πλούσιο καστ παλιών και καινούργιων ηθοποιών, όσο αφορά τη συνεργασία τους  με το Σταύρο, όπως η Άννα Παναγιωτοπούλου, η Ταμίλα Κουλιεβα, η Κωνσταντίνα η τραγουδίστρια, η Ελένη Φιλίνη  και  ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο Παύλος Κοντογιαννίδης, ο Αργύρης Μπακιρτζής, οι Λειβαδιώτες Χρήστος Τσάγκας και Πάνος Σκουρολιάκος και άλλους που ξεχνώ».
Ο Σταύρος Τσιώλης που δεν συνηθίζει να μιλάει ο ίδιος για ταινίες του, κατ΄ εξαίρεση μας δήλωσε για την περιπέτεια της νέας του ταινίας τα εξής:
«Η ταινία θα γυριζόταν το 1994. Έγινε 10 χρόνια αργότερα. Μιλούσε για τους μουσικούς μας χωρίς όνομα. Αυτούς που δούλευαν στο περιθώριο και τις παρυφές. Τους συναντούσαμε στα θρησκευτικά πανηγύρια και τους γάμους, στα μαγαζιά της Ακομινάτου ή στις κεντρικές πλατείες των χωριών τις Κυριακές. Κατά τη γνώμη μου, αυτοί οι μουσικοί ήσαν η μεγάλη δεξαμενή του μουσικού μας πολιτισμού, από την οποία ετροφοδοτείτο όλο το δισκογραφικό σύστημα. Σήμερα μετά από 10 χρόνια, φαίνεται πως όλα άλλαξαν με βίαιο τρόπο και εγώ ετοιμάζοντας την ταινία αιφνιδιάστηκα, δεν μπόρεσα να αφομοιώσω την αλλαγή. Προσπάθησα να μην κάνω την ταινία, αλλά εντάξει δεν γινόταν να μην γίνει, άλλωστε έξι χρόνια ήμουν χωρίς ταινία...Αυτό που προέκυψε σαν αποτέλεσμα δείχνει κυρίως τη δική μου αμηχανία και το φόβο μπροστά στο καινούργιο και το άγνωστο». Όταν τον ρωτήσαμε τι εννοεί ότι τα πράγματα άλλαξαν με βίαιο τρόπο, τότε μας είπε ότι αυτό είναι μια μεγάλη κουβέντα, που ίσως κάποτε -στο κοντινό μέλλον- την κάνουμε. Εμείς πάντως από την πλευρά μας δηλώνουμε ότι χωρίς να μας πτοήσει καθόλου η «αποκήρυξη» της ταινίας του, για άλλη μια φορά αισθανόμαστε ευεργετημένοι που κοινωνήσαμε με το έργο  του ευαίσθητου αυτού καλλιτέχνη και ανθρώπου.