Απολαύστε υπεύθυνα


 

 

 

Πάμε Θέατρο


 

Κάρολος Ντίκενς

Όλιβερ Τουίστ του Καρόλου Ντίκενς
The Adventures of Oliver Twist by Charles Dickens (1838)

Σκηνοθεσία: Καίτη Παγώνη
Σενάριο και ραδιοφωνική προσαρμογή: Κατερίνα Πανάγου
Μουσική επιμέλεια: Μιχάλης Νικολούδης
Επιμέλεια ήχων: Τόλης Κετσελίδης
Παίζουν με τη σειρά που ακούγονται οι ηθοποιοί:
Λευτέρης Ελευθεριάδης, Δήμητρα Σερεμέτη, Γιώργος Γεωργίου, Σπύρος Μπιρμπίλας, Χρήστος Σημαρδάνης, Πάνος Τρικαλιώτης, Αλέκος Ζαρτανούδης, Πέπη Μεταλινού, Στέλλα Φάϊτ, Γιάννης Γούτης, Γιώργος Λέφας, Σπύρος Κωνσταντόπουλος, Γιώργος Βασιλείου, Τώνης Ιακωβάκης,  Μαρία Ζαφειράκη, Ράνια Πανάγου.

Ηχητικό Ντοκουμέντο
Θεατρική παράσταση:
Όλιβερ Τουίστ του Καρόλου Ντίκενς
Διάρκεια: 2:03:45

*Με αριστερό κλικ: Άνοιγμα αρχείου (live), με δεξί κλικ -αποθήκευση ως-: ή -αποθήκευση προορισμού ως- για την αποθήκευση του αρχείου.

Yπόθεση:
Το Όλιβερ Τουίστ είναι το δεύτερο μυθιστόρημα που έγραψε ο Κάρολος Ντίκενς. Το έργο εκδόθηκε το 1838 και είναι το πρώτο μυθιστόρημα που γράφτηκε στην αγγλική γλώσσα έχοντας ως πρωταγωνιστή ένα παιδί.
«Με τις περιπέτειες και τη δυστυχισμένη ζωή του μικρού Όλιβερ», έγραψε κάποτε ο Κάρολος Ντίκενς, «θέλησα ν' αποδείξω ότι το πνεύμα του καλού καταφέρνει πάντα να υπερνικά κάθε αντίξοη περίσταση και τελικά να θριαμβεύει». Αυτό που επιδίωξε ο μεγάλος Άγγλος συγγραφέας το κατάφερε. Δημιούργησε ένα έργο, γεμάτο ανθρωπιά, χιούμορ και πάθος.
Ο Όλιβερ Τουίστ ήταν ένα παιδί που γεννήθηκε μια νύχτα σε άσυλο. Η μητέρα του ερχόταν από μακριά, κανένας δεν ήξερε από πού. Η φτωχή γυναίκα ξεψύχησε αφού ζήτησε να τη δώσουν να φιλήσει το νεογέννητο. Ο μικρός Όλιβερ δεν είχε ούτε καν επίθετο. Του το έδωσε ο παιδονόμος, ο επιστάτης του φτωχοκομείου, ο άκαρδος κ. Μπαμπλ. Στα ορφανά που δεν είχαν όνομα τους έδινε επίθετα με αλφαβητική σειρά.
Τους πρώτους μήνες της ζωής του, ο Όλιβερ τούς πέρασε στο άσυλο των απόρων. Αργότερα τον έστειλαν στο σπίτι της κυρίας Μαν που έπαιρνε από τον Δήμο χρήματα για να μεγαλώνει τα ορφανά. Η ζωή στο σπίτι εκείνο ήταν φοβερή για τα παιδάκια. Το περίεργο δεν ήταν που πέθαιναν -και πέθαιναν αρκετά- αλλά που κατάφερναν να ζήσουν και να μεγαλώσουν με τα φαγητά που έτρωγαν και με τα κουρέλια που φορούσαν.
Στο σπίτι της κυρίας Μαν ο Όλιβερ έκλεισε τα 9 χρόνια του. Ήταν ένα παιδάκι χλωμό, αδύνατο, δειλό και πάντα τρομαγμένο. Στα 9 του χρόνια πήγε και το παρέλαβε από το ορφανοτροφείο της κας Μαν, ο επιστάτης του ασύλου, ο κ. Μπαμπλ. Οι Σύμβουλοι είχαν αποφασίσει ότι ο Όλιβερ έπρεπε ν' αρχίσει να εργάζεται.
Εκεί στο άσυλο των απόρων του Δήμου, ο Όλιβερ Τουίστ διέπραξε το πρώτο μεγάλο αμάρτημα της ζωής του. Ένα βράδυ, ο δυστυχής Όλιβερ Τουίστ είχε την κακή ιδέα να ζητήσει λίγο φαγητό από το μάγειρα. Ήταν κάτι το ανήκουστο, να ζητήσει κι άλλο φαγητό ένα ορφανό. Το Συμβούλιο αποφάσισε να απομακρύνει τον μικρό «αντάρτη» και «ταραχοποιό» από το άσυλο, αφού πρώτα διέταξε να τον κλείσουν στην απομόνωση.
Έτσι ο Όλιβερ δόθηκε μαθητευόμενος σ' έναν εργολάβο κηδειών, τον κ. Σάουερμπέρρυ (Sowerberry). Μα και στο σπίτι αυτό η ζωή του μικρού Όλιβερ ήταν μαρτυρική και ανυπόφορη. Ώσπου, μια μέρα, ο Τουίστ ξεκίνησε με τα πόδια για το Λονδίνο. Παντού ήταν μόνος, παντού ήταν αποδιωγμένος και αβοήθητος.
Ύστερα από πολλές μέρες ταξίδι με τα πόδια, έφτασε στα προάστια του Λονδίνου. Εκεί συναντήθηκε τυχαία μ' ένα νεαρό αλήτη, τον Τζακ Ντώουκις. Αυτός πρότεινε στον Όλιβερ να τον πάει στο Λονδίνο και να τον συστήσει σ' ένα «καλό γέρο» που... βοηθούσε τ' απροστάτευτα παιδάκια. Ο γέρος αυτός ήταν ο Φέιγκιν. Δουλειά του ήταν να μαζεύει αλητάκια και να τα εκπαιδεύει στην κλεψιά και την λωποδυσία.
Ο δρόμος που θα οδηγούσε στην καταστροφή ήταν πια ορθάνοιχτος μπροστά στο δυστυχισμένο ορφανό. Όμως ο Όλιβερ Τουίστ είχε μέσα του τα στοιχεία που κάνουν έναν καλόν και τίμιο άνθρωπο, γι' αυτό και μετά από πολλές περιπέτειες ο αγώνας του τελικά αμείφθηκε. Στο τέλος βρήκε την οικογένειά του.

Η Βρετανία του Ντίκενς ήταν μια χώρα μεγάλων αντιθέσεων. Υπήρχαν πάμπλουτοι αλλά και υπερβολικά φτωχοί. Ήταν μια περίοδος σνομπισμού κατά την οποία μονάχα τα άτομα που προέρχονταν από την αριστοκρατία ή από παλιές οικογένειες γνωρίζονταν μεταξύ τους.
Η απόκτηση χρημάτων ήταν σχεδόν θρησκεία στην Αγγλία του 19ου αιώνα. Έτσι πίσω ακριβώς από την υψηλή κοινωνία βρισκόταν ο κόσμος των πλούσιων επιχειρηματιών. Βασικές ιδιότητες αυτού του κόσμου ήταν ο σεβασμός, η σκληρή εργασία, η ευσέβεια και η νοικοκυροσύνη. Ο σεβασμός και η διακριτικότητα έφταναν στα όρια του γελοίου. Στα χρόνια της βασιλείας της Βικτωρίας ήταν ανάρμοστο να προφέρει κανείς τη λέξη "πόδια". Οι άντρες αντί γι' αυτά χρησιμοποιούσαν τη λέξη "εννοούμενα", ενώ ακόμα και τα πόδια των επίπλων ήταν σκεπασμένα με ύφασμα. Η σκληρή εργασία ήταν συνώνυμη με κουραστικές αγοραπωλησίες. Η νοικοκυροσύνη ήταν υπερβολική κι εκείνοι που κουραζόντουσαν γι' αυτή ήταν οι θηλυκοί υπήκοοι της Βικτωρίας. Η συναίσθηση του καθήκοντος ήταν ίσως πραγματική εκείνη την εποχή, ωστόσο συχνά συνδυάζονταν με άλλες ιδιότητες στις οποίες τα χρήματα και η εξουσία έπαιζαν μεγάλο ρόλο.
Υπήρχαν φυσικά και αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, αλλά γενικά οι άνθρωποι αυτού του κόσμου φαίνεται να ήταν άσπλαχνοι και αναίσθητοι. Αυτή η νοοτροπία είχε την αντανάκλασή της παντού όπου μοχθούσε ο εργατικός κόσμος.
Εργάτες, παιδιά σκλάβων, υποσιτιζόμενοι μαθητευόμενοι, καπνοδοχοκαθαριστές, άνθρωποι που δούλευαν στα σπίτια τους και τυφλωνόντουσαν από την πείνα, ήταν οι φρικτές εικόνες της εποχής. Πραγματικά, εκείνο τον καιρό οι περισσότερες οικογένειες της εργατικής τάξης αγωνιζόντουσαν σκληρά για να κερδίσουν το ψωμί τους και πολλές απ' αυτές ζούσαν μέσα μέσα στη βρωμιά των φτωχοσυνοικιών.
Οι φυλακισμένοι εξακολουθούσαν να στέλνονται στην Αυστραλία υπό φοβερές συνθήκες. Το σύστημα των εγχώριων φυλακών ήταν λίγο καλύτερο, αλλά η φυλάκιση σε πλοία-φυλακές ήταν χειρότερη. Αν δεν είχε κάποιος δουλειά, ήταν καταδικασμένος να πεθάνει. Στο Λονδίνο υπήρχαν τουλάχιστον 50.000 άνθρωποι που δεν είχαν που να κοιμηθούν και που ζούσαν από τη ζητιανιά.
Οι φτωχοί των επαρχιών ζούσαν κάπως καλύτερα από τους φτωχούς της πόλης. Πάντως τα παιδιά τους ήταν υποχρεωμένα να δουλεύουν από μικρά για να μην πεθάνουν αυτά και οι οικογένειές τους από την πείνα. Αλλά όσο σκληρά κι αν εργάζονταν κέρδιζαν πολύ λίγα και οι περισσότεροι εργάτες που δούλευαν σε φάρμες κυνηγούσαν λαθραία για να χορτάσουν την πείνα τους, παρά τους αυστηρούς νόμους και τις σκληρές παγίδες που στήνονταν για τους λαθροκυνηγούς. Φυσικά υπήρχαν και εδώ εξαιρέσεις, αλλά πάντως σ' ολόκληρη τη χώρα οι κτηματίες και οι φεουδάρχες, που κυβερνούσαν τα χωριά, μεταχειριζόντουσαν τους εργάτες τους κάπως καλύτερα από τους προγόνους τους της Μεσαιωνικής εποχής. Και το παράδειγμα των πόλεων το ακολουθούσαν και οι γείτονές τους. Υπήρχαν βέβαια και καλόκαρδοι άνθρωποι, όμως γενικά οι κτηματίες, οι νοικοκυραίοι, ακόμα και οι κληρικοί και όλοι οι άλλοι που είχαν οικονομική άνεση, φαίνεται πως έδιναν περισσότερη αξία στα σπορ παρά στις ανθρώπινες ζωές.
Πολλοί μεγάλοι μεταρρυθμιστές εμφανίστηκαν σ' όλη τη χώρα, αλλά η φωνή εκείνων που είχαν χρήματα κι εξουσία ήταν δυνατότερη. Επέμειναν πως ήταν ανάγκη να εργάζονται και τα παιδιά, γιατί χωρίς αυτά η χώρα θα καταστρεφόταν καθώς τα πρώτα χρόνια που φάνηκαν οι μηχανές και υπήρχε μεγάλος συναγωνισμός με το εξωτερικό, έπρεπε τα ημερομίσθια να κρατηθούν σε χαμηλό επίπεδο. Με τα μάτια της σημερινής εποχής βλέπουμε ότι η φτώχεια των μαζών σ' ένα φόντο αυξανόμενης ευημερίας ήταν το πιο συνταρακτικό χαρακτηριστικό της πλειονότητας του 19ου αιώνα.

 

Κάρολος Ντίκενς

Ο Κάρολος Ντίκενς, (Charles Dickens, 7 Φεβρουαρίου 1812 - 9 Ιουνίου 1870) ήταν Άγγλος μυθιστοριογράφος.
Ο Κάρολος Ντίκενς υπήρξε ένας από τους πιο διάσημους Άγγλους μυθιστοριογράφους. Θεωρείται ένας από τους καλύτερους συγγραφείς της Βικτωριανής Εποχής (19ος αιώνας). Η δημοτικότητά του ποτέ δεν μειώθηκε στη διάρκεια της ζωής του και σήμερα ακόμη η εκτίμηση για το έργο του είναι πολύ υψηλή.
Πολλά από τα μυθιστορήματά του, με το έντονο ενδιαφέρον που παρουσίαζαν για την κοινωνική μεταρρύθμιση, εμφανίστηκαν αρχικά στα περιοδικά σε συνέχειες, κάτι που εκείνη την εποχή ήταν πολύ διαδεδομένο. Σε αντίθεση με άλλους συγγραφείς, οι οποίοι ολοκλήρωναν τα μυθιστορήματά τους πριν τα εκδώσουν σε συνέχειες, ο Κάρολος Ντίκενς έγραφε το μυθιστόρημά του και το εξέδιδε συγχρόνως σε συνέχειες. Η πρακτική αυτή προσέδωσε στις ιστορίες του ένα συγκεκριμένο ρυθμό, ο οποίος τονιζόταν από δραματικές στιγμές με αποτέλεσμα το κοινό να περιμένει με ανυπομονησία τη συνέχεια του μυθιστορήματος. Η συνεχής δημοτικότητα των μυθιστορημάτων και των μικρών ιστοριών του είναι τέτοια που δε σταμάτησαν ποτέ να εκδίδονται.
Η δουλειά του έχει επαινεθεί για την καλλιέργεια της πεζογραφίας και τις μοναδικές μορφές που δημιούργησε από συγγραφείς όπως ο Τζορτζ Γκίσινγκ, ο Λέων Τολστόι και ο Γκίλμπερτ Κηθ Τσέστερτον, αν και άλλοι, όπως ο Χένρι Τζέιμς και η Βιρτζίνια Γουλφ, την επέκριναν για τη συναισθηματικότητα και την αληθοφάνειά της.
Ο Κάρολος Ντίκενς ήταν γιος του Τζον Ντίκενς, δημοσίου υπαλλήλου με μικρό μισθό, που ποτέ δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στα έξοδά του. Όταν τέλος οι δανειστές του τον κυνήγησαν και τον έριξαν στη φυλακή για τα χρέη του, ο νεαρός Κάρολος πληγώθηκε τόσο βαθιά, ώστε πήρε την απόφαση να αγωνιστεί για να γλυτώσει από τη φτώχεια και τα χρέη.
Σε ηλικία δεκαπέντε ετών αναγκάστηκε να διακόψει το σχολείο και να εργαστεί σε εργοστάσιο βερνικιών για να συντηρήσει την οικογένειά του. Από την περιπέτεια αυτή άντλησε πολύτιμες εμπειρίες για το κατοπινό του έργο.
Μια απροσδόκητη κληρονομιά ήρθε να βγάλει τον Τζον Ντίκενς από την φυλακή και να απαλλάξει τον Κάρολο από τη δουλειά που μισούσε. Αφού πήγε άλλον ένα χρόνο στο σχολείο, έπιασε δουλειά στο γραφείο ενός δικηγόρου. Κι αυτή η δουλειά δεν του άρεσε, γι' αυτό έμαθε στενογραφία και έγινε ανταποκριτής εφημερίδος. Κανείς άλλος ανταποκριτής στο Λονδίνο δεν μπορούσε να συγκριθεί με τον Κάρολο Ντίκενς στην ακρίβεια και στην ταχύτητα των ειδήσεων.
Στις διαθέσιμες ώρες του έγραφε διηγήματα, βάζοντας μέσα τα πρόσωπα που γνώριζε, τους ανθρώπους που συναντούσε στο δρόμο και τους τύπους που δημιουργούσε με τη γόνιμη φαντασία του, εμφυσώντας στον καθένα τη γνώριμη πνοή του Ντίκενς. Το πρώτο του έργο, με τίτλο "Σκιαγραφήματα του Μποζ", τυπώθηκε το 1836. Την ίδια χρονιά, ένα άλλο από τα διηγήματά του δημοσιεύθηκε και αποτέλεσε την εκκίνηση της σταδιοδρομίας που επρόκειτο να δικαιώσει τη βαθιά πεποίθηση που είχε από τα πρώτα του παιδικά χρόνια ότι επρόκειτο να γίνει μεγάλος. Το Μάρτιο του 1836 κυκλοφόρησαν τα "Χαρτιά του Πίκγουικ", που έγιναν ανάρπαστα από το αναγνωστικό κοινό. Μετά εκδόθηκε ο "Όλιβερ Τουίστ", εμπνευσμένος από όσα είχε δει και γνωρίσει ο Ντίκενς στις περιοδείες του ως ανταποκριτής εφημερίδος.
Κατά τη διάρκεια των πρώτων αυτών επιτυχιών του, ο Ντίκενς είχε παντρευτεί την Αικατερίνη Χόγκαρθ και η οικογένειά του μεγάλωσε με γοργό ρυθμό καθώς απέκτησε εννέα παιδιά. Τα οικονομικά του επίσης βελτιώθηκαν πολύ και συνεχώς άλλαζε σπίτι, το ένα πιο μεγάλο από το άλλο.
Η δημοτικότητα του Ντίκενς μεγάλωνε κι αυτή. Έγινε γνωστός στην Αμερική όσο ήταν και στην Αγγλία. Το 1842 διέσχισε τον Ατλαντικό και οι Αμερικανοί τον υποδέχθηκαν με τον χαρακτηριστικό ενθουσιασμό τους. Κι όμως, του νεαρού Ντίκενς οι Αμερικανοί τού φάνηκαν ακαλλιέργητοι και θορυβώδεις, μασούσαν καπνό, είχαν δούλους και δεν σέβονταν την ξένη πνευματική ιδιοκτησία. Δεν δίστασε καθόλου να εκφράσει τις απόψεις του και γυρίζοντας στην Αγγλία έγραψε τις όχι και τόσο κολακευτικές εντυπώσεις από την Αμερική στα "Αμερικάνικα Σημειώματα" (1842) και στο "Μάρτιν Τσάζλγουϊτ" (1843-1844). Το 1843 είχε εκδώσει τα "Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα" που γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία, ενώ αργότερα ακολούθησε ο "Δαβίδ Κόπερφιλντ".
Ο "Δαβίδ Κόπερφιλντ" (1849-1850) είναι σχεδόν η αυτοβιογραφία του Ντίκενς. Στο έργο αυτό απαθανατίζει τον πατέρα του στο πρόσωπο του κ. Μικόμπερ, και τον εαυτό του στο πρόσωπο του Δαβίδ. Το 1860-1861 εξέδωσε σε σειρές τις "Μεγάλες Προσδοκίες".
Το 1867 μια πολύ δελεαστική προσφορά από την Αμερική τον έκανε να διασχίσει πάλι τον Ατλαντικό. Οι Αμερικανοί τον υποδέχθηκαν μ' ένα ενθουσιασμό άνευ προηγουμένου. Ξέχασαν τα όσα είχε γράψει κάποτε γι' αυτούς, αλλά κι αυτός αναίρεσε εκείνα τα λόγια του. Σ' ένα συμπόσιο που έκανε προς τιμήν του το Τυπογραφείο Ντελμόνικο της Νέας Υόρκης, έκανε μια πολύ εύγλωττη έκκληση για τη φιλία των δύο αγγλόφωνων λαών.
Το 1868 ο Ντίκενς επέστρεψε στην Αγγλία και δύο χρόνια αργότερα, το 1870, πέθανε στο Ρότσεστερ. Η σορός του τάφηκε στο Αββαείο του Γουεστμίνστερ.
(Πηγή: Βικιπαίδεια).

 

Εργογραφία

-The Posthumous Papers of the Pickwick Club (Τα μεταθανάτια χαρτιά του Πίκουικ Κλαμπ, 1836-1837)
-The Adventures of Oliver Twist (Οι περιπέτειες του Όλιβερ Τουίστ, 1837-1839)
-The Life and Adventures of Nicholas Nickleby (Η ζωή και οι περιπέτειες του Νίκολας Νίκλμπυ, 1838-1839)
-The Old Curiosity Shop (Το παλαιοπωλείο, 1840-1841)
-Barnaby Rudge (1841)
-The Christmas books (Τα βιβλία των Χριστουγέννων) 
-A Christmas Carol (Χριστουγεννιάτικα κάλαντα, 1843)
-The Chimes (Οι καμπάνες, 1844)
-The Cricket on the Hearth (Ο γρύλος στο τζάκι, 1845)
-The Battle of Life (Η μάχη της ζωής, 1846)
-The Haunted Man and the Ghost's Bargain (Ο στοιχειωμένος άνθρωπος και το παζάρεμα του φαντάσματος, 1848)
-The Life and Adventures of Martin Chuzzlewit (Η ζωή και οι περιπέτειες του Μάρτιν Τσάζλγουϊτ, 1843-1844)
-Dombey and Son (Ντόμπυ & Υιός, 1846-1848)
-David Copperfield (Ντέιβιντ Κόπερφηλντ, 1849-1850)
-Bleak House (1852-1853)
-Hard Times (Δύσκολα χρόνια, 1854)
-Little Dorrit (Η μικρή Ντόρριτ, 1855-1857)
-A Tale of Two Cities (Ιστορία δύο πόλεων, 1859)
-Great Expectations (Μεγάλες προσδοκίες, 1860-1861)
-Our Mutual Friend (Ο κοινός μας φίλος, 1864-1865)
-The Mystery of Edwin Drood (Το μυστήριο του Έντουϊν Ντρουντ, 1870)

 




   



Απολαύστε υπεύθυνα




   

Copyright © ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ως3
Aνάπτυξη & Yλοποίηση: Ως3 Π.Ο.Ε.Α.Μ.
Πρότυπη Οικολογική Εκδοτική Αγροτουριστική Μονάδα Ως3