Απολαύστε υπεύθυνα


 

 

 

 

Πάμε Θέατρο


  Ευριπίδης

Μήδεια Τρωάδες Βάκχες


Μήδεια του Ευριπίδης (431 π.Χ.)

Μedea by Εuripides

Σκηνοθεσία: Αλέξης Μινωτής
Βοηθός σκηνοθέτου: Λάμπρος Κωστόπουλος
Μετάφραση: Έφη Σφαιρεντίνου
Ρύθμιση ήχου: Νίτσα Λουνγκή
Παίζουν με τη σειρά που ακούγονται οι ηθοποιοί:
Κατίνα Παξινού (Μήδεια), Ελένη Ζαφειρίου, Λυκούργος Καλλέργης, Γιάννης Αποστολίδης, Αλέξης Μινωτής, Βασίλης Κανάκης, Στέλιος Βόκοβιτς.
Κορυφαίοι του χορού: Κάτια Παναγιώτου, Πίτσα Καπιτσιναία, Βέρα Δεληγιάννη, Όλγα Τουρνάκη, Μαρία Μοσχολιού.
Χορός: Βεατρίκη Δεληγιάννη, Κική Διώγου, Φλόρα Κωστοπούλου, Ριρή Γρηγοραία, Δήμητρα Βολονίνη.
Ηχογράφηση 1962
*Από το αρχείο της ΕΡΤ

Ηχητικό Ντοκουμέντο
Θεατρική παράσταση:
Μήδεια του Ευριπίδη
Διάρκεια: 1:33:07

*Με αριστερό κλικ: Άνοιγμα αρχείου (live), με δεξί κλικ -αποθήκευση ως-: ή -αποθήκευση προορισμού ως- για την αποθήκευση του αρχείου.

Yπόθεση:
Η Μήδεια είναι κόρη του βασιλιά της Κολχίδας Αιήτη, εγγονή του Ηλιου και ανιψιά της μάγισσας Κίρκης. Ο Ιάσονας συνάντησε τη Μήδεια κατά τη διάρκεια της αργοναυτικής εκστρατείας, χωρίς τη βοήθεια της οποίας δεν θα είχε σταθεί δυνατό να πάρει το χρυσόμαλλο δέρας. Η Μήδεια για να τον ακολουθήσει και να του δώσει τη νίκη, όχι μόνο πρόδωσε και εγκατέλειψε τον πατέρα της, αλλά πήρε και ως όμηρο τον αδελφό του Αψυρτο, τον οποίο δεν δίστασε να σκοτώσει και να κομματιάσει. Η Μήδεια και ο Ιάσων τελικά πηγαίνουν να ζήσουν στην Κόρινθο και όλα αλλάζουν από τη στιγμή που ο Κρέοντας, ο βασιλιάς της Κορίνθου αποφασίζει να παντρέψει την κόρη του Κρέουσα με τον Ιάσονα. Καθώς η οργή της Μήδειας αρχίζει να εκδηλώνεται, ο Κρέοντας την εξορίζει από την Κόρινθο, εκείνη όμως κατορθώνει να εξασφαλίσει προθεσμία μίας ημέρας. Σαν κίνηση συμφιλίωσης, η Μήδεια στέλνει στην Κρέουσα φόρεμα, στολίδια και κοσμήματα που τα έχει πρωτύτερα βουτήξει στο δηλητήριο, ξεκινώντας μ' αυτή της την πράξη την εκδίκησή της απέναντι στον Ιάσονα που την έχει απατήσει με την Κρέουσα. Οταν η Κρέουσα παίρνει το δώρο της Μήδειας πεθαίνει με φριχτούς πόνους από το δηλητήριο, μαζί της, δε, πεθαίνει και ο Κρέοντας και το παλάτι παίρνει φωτιά. Επειτα, η Μήδεια σκοτώνει τα παιδιά της πραγματοποιώντας τις εκδικητικές απειλές της απέναντι στον Ιάσονα. Στο τέλος, εμφανίζεται σε ιπτάμενο άρμα με φτερωτά άλογα -δώρα του προπάππου της Ηλιου- και κατευθύνεται προς την Αθήνα.

Η Μήδεια δεν εμφανίζεται μέσα από τον μύθο σαν ένα άτομο σκληρό και άτεγκο. Αναφέρεται, μάλιστα, πως εναντιώνεται στον πατέρα της Αιήτη, όταν εκείνος προσπαθεί να εξαντλήσει τη σκληρότητά του στους ξένους που φτάνουν στον τόπο του. Από την άλλη πλευρά, ο Ευριπίδης, σύμφωνα πάντα με τις αποφάνσεις του Αριστοτέλη στην Ποιητική, εστιάζει στον τόπο και στον χρόνο του δράματος, ξεκόβοντας τη φιγούρα της Μήδειας από το μυθολογικό πλαίσιο. Η Μήδεια του Ευριπίδη είναι μια γυναίκα που ενεργεί υποκινούμενη αποκλειστικά από έρωτα· από τον έρωτά της προς τον Ιάσονα.
Σε αντίθεση με τη φιγούρα της Μήδειας, η οποία είναι εκτενώς και αριστοτεχνικά σχεδιασμένη, για τον Ιάσονα δεν έχουμε, εμφανώς τουλάχιστον, πολλά στοιχεία που να μας πληροφορούν για τον χαρακτήρα του. Εμφανίζεται, πάντως, αναμφίβολα αλαζονικός, τη στιγμή που τον βλέπουμε να λέει στη Μήδεια πως εκείνη θα έπρεπε να τον ευγνωμονεί γιατί την πήρε από τον βαρβαρικό τόπο όπου ανήκε και την έφερε στον πολιτισμό. Αυτά τα λόγια του Ιάσονα, που θίγουν τη Μήδεια ανεπανόρθωτα, φέρνουν στο φως τη σύγκρουση δύο εκ βάθρων διαφορετικών χαρακτήρων. Καθώς ο εγωισμός του Ιάσονα τονίζει με τον ιδανικότερο τρόπο τη γυναικεία προσωπικότητα, που είναι έτοιμη να θυσιάσει ό,τι πιο αγαπητό σ' αυτήν υποκινούμενη μόνο και μόνο από έρωτα που έχει μετατραπεί σε μίσος, η Μήδεια σκιαγραφείται σαν μια μορφή που εκφράζεται αποκλειστικά σχεδόν μέσα από τον φόνο: παλαιότερα διέπραξε φόνο, θέλοντας να βοηθήσει τον αγαπημένο της σύζυγο, τώρα είναι έτοιμη να σκοτώσει τα ίδια της τα παιδιά -που είναι και παιδιά του Ιάσονα-, έχοντας πρωτύτερα δολοφονήσει την Κρέουσα, με σκοπό να εκδικηθεί τον άνθρωπο που την πλήγωσε τόσο. Εν τούτοις, η Μήδεια δεν είναι με τίποτα η βάρβαρη και σκληρή πριγκίπισσα που πραγματοποιεί αδίστακτα αγριότητες, σύμφωνα με τις πρωτόγονες παραδόσεις του τόπου της, η Μήδεια είναι μια γυναίκα ερωτευμένη και αυτή της η ιδιότητα είναι τόσο ιδιαίτερη που την κάνει να ξεκόβει από το γένος των ανθρώπων.

Κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, ο αυστριακός ψυχίατρος Καρλ Γκουστάβ Γιουνγκ διατύπωσε τη θεωρία του «συλλογικού ασυνείδητου», μια θεώρηση καινοτόμο απέναντι σ' αυτήν της libido του δασκάλου του Σίγκμουντ Φρόυντ, θεώρηση που, πέρα από οτιδήποτε άλλο, πατά γερά στις ανορθολογικές παραμέτρους της ευρωπαϊκής παράδοσης καθώς και στην κληρονομιά ενός σκοτεινού Μεσαίωνα. Σύμφωνα με τον Γιουνγκ, το κομμάτι της άνιμα (στον ψυχισμό του άνδρα) και του άνιμους (στον ψυχισμό της γυναίκας) δεν εξαντλούν το απύθμενο βάθος, την άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής, καθώς υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο μια «σκοτεινή περιοχή», η «σκιά», περιοχή στην οποία οφείλονται όλες οι ακραίες πράξεις του ανθρώπου, καθώς και οι δεύτερες σκέψεις του· καθώς δίπλα στο συνειδητό και ορατό από όλους «Εγώ» υπάρχει ένα δεύτερο «Εγώ», που σκέφτεται «ό,τι πιο πρόστυχο και αηδιαστικό» (Γιουνγκ), ο άνθρωπος είναι ικανός ακόμα και για τις ειδεχθέστερες πράξεις σε περίπτωση που η σκιά αναγκαστεί να εκφραστεί ανεξέλεγκτα.
Αν πούμε πως η Μήδεια, τη στιγμή που σκοτώνει τα αγαπημένα της παιδιά αποκλειστικά και μόνο για να εκδικηθεί τον Ιάσονα, δρα ενεργώντας σύμφωνα με τα προστάγματα τούτου του σκοτεινού κομματιού της ψυχής της, εξαντλούμε άραγε το ερώτημα του πώς κατέστη δυνατή μια τέτοια φρικτή και εξωανθρώπινη πράξη;

Η πραγματικότητα της τρέλας ανέκαθεν υπήρξε για τον άνθρωπο μια συνθήκη που τον σαστίζει, μια πραγματικά «οριακή κατάσταση», όπως θα 'λεγε ο Γιάσπερς. Η κατάσταση της ψύχωσης -της σχιζοφρένειας, στις ακραίες της μορφές- όπως την κωδικοποιεί η σύγχρονη Ψυχιατρική, είναι μια κατάσταση τόσο ανοίκεια σε όλους μας όσο και οικεία, επίφοβη και συνάμα εξοβιλιστέα από τον πολιτισμένο κόσμο. Είναι παρούσα στην τέχνη όσο και στα θεμέλια της λογοκρατούμενης σκέψης μας - ετούτη η «παρέκκλιση» από το «φυσιολογικό» είναι επίσης παρούσα σε όλες τις ακραίες ανθρώπινες εκδηλώσεις. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα: Μετέχει της τρέλας η πράξη της Μήδειας να σκοτώσει τα παιδιά της; Το αδιαμφισβήτητο πάντως είναι πως ο έρωτας σ' αυτήν την περίπτωση «ξεκλειδώνει» την πόρτα για την Αβυσσο, κινητοποιεί και αποκωδικοποιεί εξωανθρώπινα σκοτεινές πραγματικότητες. Ή μήπως πάρα πολύ ανθρώπινες;

Καθώς το μοτίβο της θανάτωσης «του ίδιου του παιδιού» κάποιου ανθρώπου θα ξαναφανεί στις όψιμες Βάκχες, όπου η Αγαύη διαμελίζει τον ίδιο της τον γιο κάτω από το κράτος διονυσιακής μανίας, ο Ευριπίδης εμφανίζεται ως ο κατ' εξοχήν ανατόμος όσο και χαρτογράφος των ανθρώπινων άδυτων, τη στιγμή που θέτει ρητά την προβληματική του μέσα από τα κριτήρια του «ορίου» αλλά και του «μέτρου», μιλώντας ως τραγικός ποιητής με καθήκον, θα λέγαμε, γιατρού ενός κοινού που θα προβληματιστεί διά μέσου των αιώνων. Μήπως αυτό ακριβώς το τρελό κομμάτι που κάνει τη Μήδεια να υπερβεί τα όρια του ανθρωπίνως ανεκτού, δεν είναι ό,τι την κάνει να μας είναι τόσο οικεία και τελικά τόσο ανθρώπινη;
Ποια είναι τελικά η θέση της τρέλας στην, ούτως ή άλλως, τόσο τρικυμισμένη ανθρώπινη ψυχή; Ποια είναι «η περιοχή» από την οποία μιλά, στην ανθρώπινη πράξη η τρέλα, την κάθε φορά που πραγματοποιείται ένας αποτρόπαιος φόνος;

Η Μήδεια έχοντας περάσει μέσα από όλα τα επίπεδα του τραγικού όσο και από όλα τα στάδια του «ανθρωπίνως ανεκτού», εμφανίζεται, μετά τον φόνο, στον Ιάσονα πάνω σ' ένα άρμα με ιπτάμενα άλογα -δώρο τούτο του προπάππου της Ηλιου- έχοντας αποσπαστεί για πάντα από τον χώρο των ανθρώπων, δαίμονας μεταξύ των δαιμόνων, αιώνιο σύμβολο της μέχρι θανάτου ερωτευμένης γυναίκας.

Ευριπίδης

Ο Ευριπίδης (485 π.Χ. - 406 π.Χ.), υπήρξε τραγικός ποιητής και ένας από τους τρεις μεγάλους διδάσκαλους του αττικού δράματος στο αρχαίο ελληνικό θέατρο. Καταγόμενος από τη Φλύα, δήμο της Κεκρωπίας (σημ. Χαλάνδρι), λέγεται ότι γεννήθηκε στη Σαλαμίνα την ημέρα της ναυμαχίας, όταν ο Αισχύλος αγωνιζόταν ως πρόμαχος άνδρας, ο δε Σοφοκλής ως έφηβος που έσερνε το χορό των επί το τρόπαιο επινικίων. Το γένος του ποιητή δεν ήταν επιφανές, όπως των άλλων τραγικών. Γονείς του φέρονται ο Μνήσαρχος και η Κλειτώ, την οποία ο Αριστοφάνης σκώπτει ως λαχανοπώλη (Αχαρν. 480, Ιππ. 19). Ο Ευριπίδης έζησε τα νιάτα του σε εποχή ακμάζουσα, το χρυσό αιώνα του Περικλέους, αλλά γέρασε στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου, όπου έχασε έναν από τους γιους του. Το έργο των σοφιστών και γενικότερα οι νέες ιδέες και τα καινούρια προβλήματα, συνυπάρχουν στα έργα του Ευριπίδη, αντικατοπτρίζοντας την αμφισβήτηση και τις πνευματικές έριδες της εποχής του. Κατά τον Φιλόχορο ο ποιητής έτυχε επιμελημένης αγωγής, σε συμμετοχή του σε εορτές του δήμου του, έγινε πυρφόρος του εκεί λατρευομένου Ζωστηρίου Απόλλωνα σε δε αγώνες έλαβε μέρος στο παγκράτιο και στην πυγμήν όπου και νίκησε ακόμη και στους Παναθήναιους γυμνικούς αγώνες. Γρήγορα όμως απαρνήθηκε τον αθλητισμό και μίσησε τους αθλητές διότι κατά τον ίδιο:
«Κακών γαρ μυρίων όντων καθ΄ Ελλάδα, ουδέν κάκιον έστιν αθλητών γένος».
(Αποσπ.284) (το κακό είναι τεράστιο στην Ελλάδα, τίποτα πιο κακό όμως δεν υπάρχει από το γένος των αθλητών).

   
Ακμή
Ασχολήθηκε και με τη ζωγραφική, τα δε έργα του παρουσιάσθηκαν στα Μέγαρα, την δε επ' αυτού ιδιοφυΐα μαρτυρούν και πλείστες εικόνες στις τραγωδίες του. Για λίγο ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία και την ποίηση, αλλά και τη μουσική. Ήταν πρωτοφανής η αγάπη του για τη θάλασσα, η οποία σφράγισε οριστικώς και το όλο έργο του Ευριπίδη. Ο Ευριπίδης ήταν τύπος αντικοινωνικός (είχε ελάχιστους φίλους), εσωστρεφής, μελαγχολικός και δυσπρόσιτος ,δεν ενδιαφέρθηκε για τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα της εποχής του, ενώ αντιθέτως ασχολήθηκε ενεργά με το πνευματικό κίνημα του διαφωτισμού. Υπήρξε ακουστής (ακροατής) του Αναξαγόρα, Προδίκου, Πρωταγόρα (με τον οποίο κράτησε τις στενότερες σχέσεις) αλλά και του Σωκράτη με τον οποίο διατηρούσε μακρά φιλία. Θαυμαστής των φιλοσόφων Δημόκριτου και Ηράκλειτου διότι δεν ήταν μόνο μελετηρός αλλά διέθετε μια από τις πιο πλούσιες βιβλιοθήκες (Αθην.Ι,3). Αν και ήταν ιδιαίτερα ανοιχτός στην επίδραση της πνευματικής Αθήνας, εντούτοις διατήρησε την πνευματική του ακεραιότητα, διατυπώνοντας συχνά στις πνευματικές αντιλήψεις της εποχής του διάφορες επικρίσεις.
Με την πολιτική δεν ασχολήθηκε όπως οι άλλοι τραγικοί αλλά τη δική του θέση, γνώμη και θεωρία τις παρουσίαζε μέσα από τα έργα του κρίνοντας την άκρατη οχλοκρατία αλλά και κατακρίνοντας με σφοδρότητα τους δημαγωγούς που με ιταμότητα παρέσερναν στον όλεθρο τα πλήθη ενώ στην μεσαία τάξη των πολιτών αναγνώριζε τους σωτήρες της πόλης και φύλακες της τάξης:
«Τριών δε μοιρών η εν μέσω σώζει πόλεις, κόσμον φυλάττουσ΄ όντιν αν τάξη πόλις».    
(Ικετ.244-247). Αλλά και η φιλοπατρία του ποιητή είναι φλογερή και ενθουσιώδης, όπως φαίνεται στα έργα του, που δεν διστάζει να καυτηριάσει τους νικητές του Πελοποννησιακού πολέμου τους Λακεδαιμονίους για τους οποίους λέγει:
   
«Ώ πάσιν ανθρώποισιν έχθιστοι βροτών
Σπάρτης ένοικοι, δόλια βουλευτήρια,
ψευδών άνακτες, μηχανορράφοι κακών
ελικτά κουδέν υγιές, αλλά παν πέριξ φρονούντες
αδίκως ευτυχείτ΄ αν Ελλάδα».   

(Ανδρομ. 444 κ.εξ).
(Μισιτότεροι από όλους τους ανθρώπους, κάτοικοι της Σπάρτης, δόλιοι στη σκέψη, βασιλιάδες στο ψέμα, μηχανορράφοι των κακών, που δεν σκέφτεστε τίποτα τίμια και στα ίσα, αλλά πάντα το φέρνετε γύρω-γύρω, είναι αδικία να ευτυχείτε εσείς στην Ελλάδα)

Ήταν σύγχρονος των σοφιστών και γι' αυτόν τον λόγο άλλωστε πολλές από τις απόψεις τους είτε δεν τις δεχόταν είτε τις παραποιούσε σύμφωνα με την δική του σκέψη. Ο Ευριπίδης με τις τραγωδίες του προβληματίζει τους πάντες ακόμη και σήμερα. Η τραγωδία του «Ελένη» παρουσιάζει στοιχεία πρωτοφανή για την εποχή εκείνη καθώς ο Ευριπίδης δίνει λόγο σε ρόλους ως τότε «βουβούς», όπως στο ρόλο του δούλου. Αρκετές φορές μέσα από τα έργα του αμφισβητεί τα πάντα, ακόμη και την ύπαρξη των Θεών, χωρίς ωστόσο να είναι άθεος.

Ιδιωτικός βίος
Ο ιδιωτικός βίος του ποιητή δεν ήταν ευτυχής. Τη πρώτη του γυναίκα την Χοιρίνη την απέπεμψε για ακολασία. Η δεύτερη η Μελιτώ, υπήρξε πιο ακόλαστη απ τη πρώτη και τον εγκατέλειψε. Από την πρώτη απέκτησε τρεις γιους τον Μνησαρχίδη (έμπορος), τον Μνησίλοχο (έγινε υποκριτής) και τον Ευριπίδη τον νεότερο που δίδαξε (ανέβασε και παίχθηκαν) δράματα του πατέρα του μετά τον θάνατο εκείνου. Αναφέρεται και τέταρτος γιος, ο Ξενοφών, που σκοτώθηκε το 428 π.Χ., τη χρονιά που ο Ευριπίδης κέρδιζε διάκριση για τον Ιππόλυτο.

Η δύση
Ο Ευριπίδης το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του το πέρασε στην Αθήνα αλλά τα τελευταία χρόνια, τα έζησε στη Μακεδονία, προσκεκλημένος στην βασιλική αυλή στη Πέλλα από τον ίδιο τον φιλόμουσο Βασιλιά τον Αρχέλαο που συνήθιζε να καλεί μεγάλους καλλιτέχνες προκειμένου να λαμπρύνει αλλά και να αναπτύξει στη χώρα του καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Εκεί ο ποιητής μετά ολιγόχρονη παραμονή στη Μαγνησία όπου τιμήθηκε τα μέγιστα (μέχρι προξενίας και ατέλειας), έγινε δέκτης επίσης μεγάλων τιμών από τον ίδιο τον Βασιλιά. Έγραψε το δράμα με τον τίτλο «Αρχέλαος» στο οποίο εγκωμίαζε τον Βασιλιά καθώς και το έργο «Βάκχαι» που όμως δεν αξιώθηκε να το παρουσιάσει αλλά ούτε και την πατρίδα του να ξαναδεί λόγω του πρόωρου θανάτου του. Σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία υπέκυψε σα τραύματα που του προκάλεσαν άγρια σκυλιά. Ο Αρχέλαος πένθησε και του ανήγειρε μεγαλοπρεπή τάφο που αργότερα έγινε τόπος προσκυνήματος των θαυμαστών του.

Αλλά και οι Αθηναίοι, όταν έμαθαν το θάνατό του πένθησαν. Ο δε Σοφοκλής παρουσιάσθηκε με μαύρο χιτώνα και εισήγαγε αστεφάνωτους(λόγω του θανάτου του Ευριπίδη) τους υποκριτές και τον χορό κατά την είσοδό τους στο Θέατρο. Μετά την άρνηση του Μακεδόνα Βασιλιά να τους παραδώσει τα οστά του Ευριπίδη, εκείνοι ανήγειραν μέγα κενοτάφιο στην άγουσα προς Πειραιά οδό (Πα Ο Ευριπίδης το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του το πέρασε στην Αθήνα αλλά τα τελευταία χρόνια, τα έζησε στη Μακεδονία, προσκεκλημένος στην βασιλική αυλή στη Πέλλα από τον ίδιο τον φιλόμουσο Βασιλιά τον Αρχέλαο που συνήθιζε να καλεί μεγάλους καλλιτέχνες προκειμένου να λαμπρύνει αλλά και να αναπτύξει στη χώρα του καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Εκεί ο ποιητής μετά ολιγόχρονη παραμονή στη Μαγνησία όπου τιμήθηκε τα μέγιστα (μέχρι προξενίας και ατέλειας), έγινε δέκτης επίσης μεγάλων τιμών από τον ίδιο τον Βασιλιά. Έγραψε το δράμα με τον τίτλο «Αρχέλαος» στο οποίο εγκωμίαζε τον Βασιλιά καθώς και το έργο «Βάκχαι» που όμως δεν αξιώθηκε να το παρουσιάσει αλλά ούτε και την πατρίδα του να ξαναδεί λόγω του πρόωρου θανάτου του. Σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία υπέκυψε σα τραύματα που του προκάλεσαν άγρια σκυλιά. Ο Αρχέλαος πένθησε και του ανήγειρε μεγαλοπρεπή τάφο που αργότερα έγινε τόπος προσκυνήματος των θαυμαστών του.
Αλλά και οι Αθηναίοι, όταν έμαθαν το θάνατό του πένθησαν. Ο δε Σοφοκλής παρουσιάσθηκε με μαύρο χιτώνα και εισήγαγε αστεφάνωτους(λόγω του θανάτου του Ευριπίδη) τους υποκριτές και τον χορό κατά την είσοδό τους στο Θέατρο. Μετά την άρνηση του Μακεδόνα Βασιλιά να τους παραδώσει τα οστά του Ευριπίδη, εκείνοι ανήγειραν μέγα κενοτάφιο στην άγουσα προς Πειραιά οδό (Παυς. 1,2,2) με το υπό Θουκυδίδη επίγραμμα:
   
«Μνήμα μεν Ελλάς άπασ΄ Ευριπίδου. οστέα δ΄ ίσχει
γή Μακεδών. Η γαρ δέξατο τέρμα βίοο.
πατρίς δ΄ Ελλάδος Ελλάς, Αθήναι. Πλείστα δε Μούσα:
Τέρψας εκ πολλών και τον έπαινον έχει».    

(Μνήμα όλη η Ελλάδα για τον Ευριπίδη, κι ας είναι τα κόκαλά του στη Μακεδονία, αφού αυτή δέχτηκε το τέλος της ζωή του, πατρίδα του είναι η Αθήνα, η Ελλάς της Ελλάδος)
Κατόπιν οι Αθηναίοι με πρόταση του ρήτορα Λυκούργου έστησαν χάλκινο ανδριάντα του ποιητή στο θέατρο του Διονύσου. Κατά τον βιογράφο ο τραγικός ποιητής φαίνονταν σκυθρωπός, αυστηρός και αγέλαστος, εικόνα θεόπνευστου ποιητή.
υς. 1,2,2) με το υπό Θουκυδίδη επίγραμμα:
   
Μνήμα μεν Ελλάς άπασ΄ Ευριπίδου. οστέα δ΄ ίσχει
γή Μακεδών. η γαρ δέξατο τέρμα βίοο.
πατρίς δ΄ Ελλάδος Ελλάς, Αθήναι. Πλείστα δε Μούσα:
τέρψας εκ πολλών και τον έπαινον έχει    
(Μνήμα όλη η Ελλάδα για τον Ευριπίδη, κι ας είναι τα κόκαλά του στη Μακεδονία, αφού αυτή δέχτηκε το τέλος της ζωή του, πατρίδα του είναι η Αθήνα, η Ελλάς της Ελλάδος)
Κατόπιν οι Αθηναίοι με πρόταση του ρήτορα Λυκούργου έστησαν χάλκινο ανδριάντα του ποιητή στο θέατρο του Διονύσου. Κατά τον βιογράφο ο τραγικός ποιητής φαίνονταν σκυθρωπός, αυστηρός και αγέλαστος, εικόνα θεόπνευστου ποιητή.

Σύνολο έργων
Ο Ευριπίδης εκτός ενός επινίκιου προς τιμή του Αλκιβιάδη που νίκησε στο άρμα και μιας ελεγείας προς τιμή των πεσόντων Αθηναίων στις Συρακούσες, εποίησε 92 δράματα ή 23 τετραλογίες αλλά στα χρόνια των βιογράφων του σώζονταν μόνο τα 78 εκ των οποίων τα 8 ήταν σατυρικά. (Στην πίσω πλευρά του εις Λούβρο ανδριάντα αναγράφονται σε αλφαβητική σειρά 37 δράματα μέχρι του Ορέστη). Σήμερα είναι γνωστοί 81 τίτλοι έργων εκ των οποίων έχουν διασωθεί «πλήρη» 19 εξ ων 1 σατυρικό. Αν και η συγγραφική σταδιοδρομία του Ευριπίδη υπήρξε έντονη, εντούτοις επειδή προξένησε πολύ θόρυβο για την εποχή του, δεν τον επιδοκίμαζε ιδιαίτερα το κοινό, γεγονός που φαίνεται από το ότι ο Ευριπίδης αν και συμμετείχε πενήντα χρόνια στους δραματικούς αγώνες, βγήκε πρώτος σε αυτούς μόλις τέσσερις φορές. Για πρώτη φορά συμμετείχε σε ποιητικό αγώνα το 455 π.Χ., τρία χρόνια έπειτα από την «Ορέστεια» του Αισχύλου ( 358 π.Χ.), όπου βγήκε τρίτος (ο Ευριπίδης), διδάσκοντας το έργο «Πελιάδας» με το οποίο και έλαβε τις «τριτείες» και εφεξής δίδασκε μέχρι το τέλος του βίου του. Κατά το Πάριο μάρμαρο το 441 π.Χ. σε αγώνα αξιώθηκε των πρωτείων σε ηλικία μόλις 39 ετών.
Ένα επίγραμμά του σώζεται στην Παλατινή Ανθολογία (Χ 107).
«Σοφός Σοφοκλής, σοφότερος Ευριπίδης, ανδρών δ΄ απάντων Σωκράτης σοφότατος»    
(Ο παρά του Πλάτωνα χρησμός, υπό τινός σχολιαστή μνημονευόμενος).

Πλήρη έργα
Τα διασωθέντα 19 πλήρη έργα από τους 81 γνωστούς τίτλους, κατ΄ αλφαβητική σειρά με το έτος παρουσίασης
Άλκηστις - 438 π.Χ. 
Ανδρομάχη - 420 π.Χ.
Βάκχαι έτος άγνωστο
Εκάβη - 425 π.Χ.
Ελένη - 412 π.Χ.
Ηλέκτρα - 413 π.Χ.
Ηρακλείδαι - 417 π.Χ.
Ηρακλής μαινόμενος - 424 π.Χ.
Ικέτιδες - 420 π.Χ.
Ιππόλυτος - 428 π.Χ. 
Ιφιγένεια εν Αυλίδι άγνωστο έτος
Ιφιγένεια εν Ταύροις άγνωστο έτος
Ίων - 412 π.Χ.
Κύκλωψ - (το μοναδικό σατυρικό), έτος άγνωστο.
Mήδεια - 431 π.Χ.
Ορέστης - 408 π.Χ.
Ρήσος - 453 π.Χ.
Τρωάδες - 415 π.Χ.
Φοίνισσαι - 408 π.Χ.
(Πηγή:Βικιπαίδεια)



Τρωάδες του Ευριπίδη (415 π.Χ.)

The Trojan Women by Euripides

Σκηνοθεσία: Γιώργος Θεοδοσιάδης
Μετάφραση: Έφη Σφαιρεντίνου
Ρύθμιση ήχου: Νίτσα Λουνγκή
Παίζουν με τη σειρά που ακούγονται οι ηθοποιοί:
Γκίκας Μπινιάρης, Άννα Ραυτοπούλου, Έλσα Βεργή (Εκάβη), Βασίλης Κανάκης, Κάτια Παναγιώτου, Ελένη Χατζηαργύρη, Στέλιος Βόκοβιτς, Πίτσα Καπιτσιναία, Ελένη Μενεδάκη, Έλλη Βοζικιάδου, Έλλη Ξανθάκη, Ελένη Κυπραίου.
Σπάνια ηχογράφηση 1963
*Από το αρχείο της ΕΡΤ

Ηχητικό Ντοκουμέντο
Θεατρική παράσταση:
Τρωάδες του Ευριπίδη
Διάρκεια: 1:26:41

Yπόθεση:
Πώς συνεχίζεται η ζωή μετά τις μεγάλες ήττες; Πώς προσδιορίζονται οι άνθρωποι όταν ο κόσμος τους καταρρέει; Πώς αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας στο άγνωστο τοπίο που αναδύεται σε περιόδους κρίσης; Η φωνή των Τρωάδων ηχεί σαν προειδοποίηση στον «νεκρό χρόνο» που ακολουθεί την καταστροφή.

Οι «Τρωάδες», μια από τις πιο δημοφιλείς σωζόμενες τραγωδίες του Ευριπίδη, η οποία παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στα Μεγάλα Διονύσια το 415 π.Χ., δεν απηχούν τόσο τον πόλεμο και την ήττα, όσο την υπέρβαση παντός ορίου στη διαχείριση κρίσεων εκ μέρους των «διαχειριστών», δηλαδή των νικητών. Στη «νεκρή ζώνη» μεταξύ μιας κατάκτησης (της Τροίας) και ενός ολοκληρωτικού αφανισμού, το έργο μιλάει για την εξάλειψη της προοπτικής των ηττημένων και την απαρχή της καταστροφής των νικητών. Είναι η απαρχή μιας νέας «θολής» εποχής με πολλά ερωτηματικά και αβέβαιο μέλλον. Ισως γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο παραμένει επίκαιρο ως και σήμερα. «Οταν η πόλη ερημώνει θρηνούν και οι θεοί» έγραφε ο Ευριπίδης. «Μόνη μας εξουσία να χτυπάμε το κεφάλι και τα στήθη μας».

Μετά την πτώση της Τροίας οι αιχμάλωτες γυναίκες περιμένουν να επιβιβαστούν στα πλοία που θα τις μεταφέρουν στην Ελλάδα. Ανάμεσά τους, η βασίλισσα Εκάβη που θρηνεί το χαμό της οικογένειας και της πόλης της και η χήρα του Έκτορα, η Ανδρομάχη, η οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει ακόμα μια τραγωδία, καθώς οι νικητές σκοτώνουν το νεαρό σε ηλικία γιο της. Και ενώ ο Μενέλαος συναντά την άπιστη Ελένη, την αιτία αυτού του πολέμου, η μάντισσα Κασσάνδρα προμηνύει τα κακά που θα βρουν τους νικητές στο δρόμο για την πατρίδα.

Οι γυναίκες στις «Τρωάδες» έχουν πάντα τον πρώτο λόγο σε σημείο ώστε οι άνδρες να φαίνονται γελοίοι και ασήμαντοι. Ο ρόλος της Εκάβης ευτυχεί να έχει τις πιο διαχρονικές και σοφές ατάκες. Η θρηνούσα Εκάβη συνομιλεί με την κόρη της Κασσάνδρα που προλέγει τις κακοτυχίες που θα ακολουθήσουν, τη νύφη της Ανδρομάχη που σπαράζει στην είδηση ότι το παιδί της πρόκειται να εκτελεστεί αλλά και την πέτρα του σκανδάλου, τη λαμπερή Ελένη που για να αποφύγει τον θάνατο συχνά προκαλεί με τα νάζια της προς στον Μενέλαο....



Βάκχες του Ευριπίδη (407 π.χ.)

 

 

 

 




   



Απολαύστε υπεύθυνα




   

Copyright © ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ως3
Aνάπτυξη & Yλοποίηση: Ως3 Π.Ο.Ε.Α.Μ.
Πρότυπη Οικολογική Εκδοτική Αγροτουριστική Μονάδα Ως3