Απολαύστε υπεύθυνα


 

 

 

Πάμε Θέατρο


 

Φρίντριχ Σίλερ

ΜαρίαiΣτιούαρτ Οι Ληστές


Μαρία Στιούαρτ του Φρήντριχ Σίλερ

Maria Stuart by Friedrich Von Schiller (1800)
Έργο μεγάλης διάρκειας (3:09:52)

Σκηνοθεσία: Κωστής Μιχαηλίδης
Μετάφραση και ραδιοφωνική προσαρμογή: Θρασύβουλος Σταύρου
Μουσική επιμέλεια: Αργυρώ Μεταξά
Επιμέλεια ήχων: Αρτέμιδα Τροϊζου
Ρύθμιση ήχου: Στέφανος Ευαγγελίου
Παίζουν με τη σειρά που ακούγονται οι ηθοποιοί:
Έλλη Ξανθάκη, Χριστόφορος Χειμάρας, Βάσω Μανωλίδου (Μαρία Στιούαρτ), Νίκος Βασταρδής, Φοίβος Ταξιάρχης, Λεωνίδας Θεοδωρόπουλος, Νάσος Κεδράκας, Άρης Μαλιαγρός, Μαίρη Αρώνη (Ελισάβετ), Ορέστης Ραφτόπουλος, Γρηγόρης Βαφειάς, Νίκος Τζόγιας, Κώστας Κοσμόπουλος, Αθηνόδωρος Προύσαλης, Αλίκη Ζαρβαδινού, Χρήστος Μάντζαρης, Κώστας Παπαγεωργίου, Κώστας Κόκκος.
Hχογράφηση του 1967
*Από το αρχείο της ΕΡΤ

Ηχητικό Ντοκουμέντο
Θεατρική παράσταση:
Μαρία Στιούαρτ του Φρήντριχ Σίλερ
Διάρκεια: 3:09:52

*Με αριστερό κλικ: Άνοιγμα αρχείου (live), με δεξί κλικ -αποθήκευση ως-: ή -αποθήκευση προορισμού ως- για την αποθήκευση του αρχείου.

Yπόθεση:
Η Μαρία Στιούαρτ ενώνει επί σκηνής την Ελισάβετ Α' με τη Μαρία της Σκωτίας, κάτι που δεν έγινε ποτέ στην πραγματικότητα, αλλά που ανήκει στην μυθοπλασία του συγγραφέα. Ο ίδιος ο συγγραφέας «επιβάλλει» τον οίκτο προς την Μαρία Στιούαρτ, αλλά η παράσταση προτείνει οίκτο και για την Ελισάβετ. Και οι δύο γυναίκες είναι φυλακισμένες, απλά ο τρόπος διαφέρει.
Τους ρόλους της Βασίλισσας Ελισάβετ και της Μαρίας Στιούαρτ της Σκωτίας ερμηνεύουν η Μαίρη Αρώνη και η Βάσω Μανωλίδου αντιστοίχως.

Σε μια εποχή όπου ο ισχύων παγκόσμιος χάρτης συνταράσσεραι από πολιτικές ανακατατάξεις, ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες και θρησκευτικές σφαγές, δύο γυναίκες διεκδικούν μέχρι θανάτου την εξουσία της πολιτικής και της γυναικείας τους φύσης.
Ο Σίλλερ, στην πιο διάσημη μετά το Σαίξπηρ πολιτική τραγωδία, περιγράφει έναν ανελέητο αγώνα πολιτικής και υπαρξιακής αντιπαράθεσης δύο δυναμικών γυναικών της αναγεννησιακής περιόδου.
Η Ελισσάβετ της Αγγλίας οδηγεί τη Μαρία της Σκωτίας σε ένα ζοφερό χορό του θανάτου, ενώ γύρω τους τα διαπλεκόμενα πολιτικά συμφέροντα και ο θρησκευτικός φανατισμός ολοκληρώνουν έναν άγριο πίνακα μιας εποχής που έχει πάρα πολλές αντιστοιχίες με τις δικές μας παραθρησκευτικές διαμάχες.

Ξυπνάς μόνη, η βεβαιότητα ότι δεν ήταν όνειρο αποτελεί τη μοναδική εξήγηση ως προς το γιατί οι τοίχοι γυρίζουν γύρω σου και γιατί τα παράθυρα συμπεριφέρονται σαν διαφανείς φύλακες που αρνούνται πλέον να κρύψουν το μυστικό σου. Το οποίο έχει τώρα θεριέψει και η παρουσία του υπονομεύει τη δική σου.
Ίσως σε κρατάνε εδώ έτσι ώστε να αποδείξουν ότι το ιδιόμορφο φως του δικού τους σκοπού είναι πιο λαμπερό στις γωνίες των δωματίων. Με εσένα στο σκοτάδι είναι πιο εύκολο, βλέπεις.
Το θέμα δεν είναι συνεπώς αν έζησες μάταια. Αυτή η μακρινή εικόνα του εαυτού σου, η εικόνα της νεανικής δύναμής σου - τόσο ερωτική - σε επισκέπτεται τακτικά και δεν ξέρεις αν τη νοσταλγείς ή αν τη φοβάσαι. Και, όπως συμβαίνει συνήθως, θα έρθει κάποια στιγμή που το πάθος των πράξεων δεν θα είναι πλέον αρκετό, σαν την απειλή ενός σκληρού σώματος πίσω από το δικό σου. Είσαι όμως αποφασισμένη. Ασχέτως των δισταγμών σου, μπορεί να υποτεθεί ότι έχεις νικήσει, κινούμενη στη σκιά της δίδυμης ύπαρξής σου: μία λέξη της θα μπορούσε να σου χαρίσει την ελευθερία, δεν έχεις όμως άλλες ψευδαισθήσεις. Το χειρότερο μέσα σου είναι ανοιχτό βιβλίο: το καλύτερο ακόμη δεν έχει διαβαστεί.

Δύο γυναίκες, η μία με εξουσία, η άλλη με την ανάμνηση της εξουσίας, αιχμάλωτη, αντιπαρατίθενται ορμητικά. H μία δεν μπορεί να υπάρξει όσο υπάρχει η άλλη. H Ελισάβετ επιθυμεί να κοιμάται ήσυχη και η Στιούαρτ είναι ο μεγαλύτερος εφιάλτης της, η ρωγμή που μπορεί να προκαλέσει την αστραπιαία κατάρρευση του θρόνου της. H μία δεν μπορεί να υπάρξει όσο υπάρχει η άλλη: η τραγωδία αυτής της εξίσωσης θα οδηγήσει και τις δύο στην καταστροφή αφαιρώντας από τη μία την ανθρωπιά και από την άλλη τη ζωή της.
H ισορροπία του τρόμου είναι απόλυτη και διατηρείται ζωντανή μέχρι τέλους: καθώς η Μαρία αποκεφαλίζεται η Ελισάβετ βυθίζεται στο σκοτάδι της μοναξιάς της. H πολιτική αναγκαιότητα επιζητεί λύσεις ξεκάθαρες, αποτελεσματικές, χωρίς περιθώρια λάθους. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να επιτρέψει τη μεγαλοψυχία...

Φρίντριχ Σίλερ

O Φρίντριχ Σίλερ γεννήθηκε στο Μάρμπαχ της Βυρτεμβέργης στη Γερμανία στις 10 Νοεμβρίου του 1759 και πέθανε στη Βαϊμάρη στις 10 Μαΐου 1805. Η καταγωγή του ήταν ταπεινή και η ζωή του γεμάτη δυσχέρειες. Σπούδασε νομικά και ιατρική. Το πρώτο ώριμο έργο του είναι το δράμα «Οι ληστές» (Die Rauber, 1783), μια τολμηρή διακήρυξη ελευθερίας εναντίον της τυραννικής και διεφθαρμένης ηθικά κοινωνίας.
Το 1783 εκδίδεται το δραματικό έργο «Η συνωμοσία του Φιέσκο στην Γένουα». το 1784 το «Ραδιουργία και έρως» και το 1787 το «Δον Κάρλος». Την ίδια χρονιά γράφει την «Ωδή στη Χαρά» και εγκαθίσταται στη Βαϊμάρη. Γνωρίζεται με τον Γκαίτε (1788) και διορίζεται καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Ιένας (1789). Ασχολείται με την συγγραφή ιστορικών έργων, σημαντικότερο εκ των οποίων είναι η «Ιστορία του τριακονταετούς πολέμου».
Το 1790 νυμφεύεται την Σαρλόττε φον Λέγκενφελτ και αποκτά δυο γιους και δυο κόρες. Το 1791 ασθενεί σοβαρά από υπερκόπωση και κινδυνεύει να πεθάνει. Μεταφράζει αρχαίους έλληνες και λατίνους συγγραφείς και γράφει ορισμένα από τα πιο γνωστά του ποιήματα. Παράλληλα ασχολείται με την μελέτη της φιλοσοφίας του Καντ, καρπός της οποίας είναι θαυμάσια φιλοσοφικά και αισθητικά δοκίμια, όπως το «Περί αφελούς και αισθηματικής ποίησης».
Το 1794 αναθερμαίνεται η φιλία του με τον Γκαίτε και αρχίζει η περίοδος της ωριμότητας. Γράφει μερικά από τα ωραιότερά του ποιήματα και μπαλλάντες.
Τα δραματικά έργα της περιόδου αυτής είναι: η τριλογία του «Βαλλενστάιν» (1800), Μαρία Στούαρτ (1801), «Η παρθένος της Ορλεάνης (1801), «Η νύμφη της Μεσσήνης» (1803), «Γουλιέλμος Τέλλος» (1804) και το ημιτελές «Δημήτριος».
Μετέφρασε πλήθος ξένων δραματικών έργων κυρίως αγγλικών και γαλλικών (Μάκβεθ, Φαίδρα κλπ.) Διηύθυνε τα περιοδικά «Οι ώρες» και «Ημερολόγιο των Μουσών». Μαζί με τον Γκαίτε έγραψαν τα σατιρικά δίστιχα «Ξένια».



Οι Ληστές του Φρίντριχ Σίλερ

Die Rauber by Friedrich Von Schiller (1783)

Σκηνοθεσία: Λάμπρος Κωστόπουλος
Μετάφραση και ραδιοφωνική προσαρμογή: Δημήτρης Μπέσκος
Μουσική επιμέλεια: Έλλη Σολομωνίδη-Μπαλάνου
Επιμέλεια ήχων: Ηρακλή Δημητρά
Ρύθμιση ήχου: Θανάση Πολίτη
Παίζουν με τη σειρά που ακούγονται οι ηθοποιοί:
Νίκος Τζόγιας, Λυκούργος Καλέργης, Στέφανος Ληναίος, Γρηγόρης Βαφειάς, Βασίλης Μαυρομάτης, Κώστας Κοσμόπουλος, Γιάννης Μαλούχος, Σταύρος Φαρμάκης, Βασίλης Παπανίκας, Νίκος Παπακωνσταντίνου, Ελένη Χατζηαργύρη, Λάμπρος Κοτσίρης, Γιάννης Αποστολίδης, Μιχάλης Μπαλής, Λουκιανός Ροζάν,  Στέλιος Γκιωνάκης, Άγγελος Γιαννούλης, Γιάννης Βόγλης, Σπύρος Ολύμπιος, Γιώργος Πολυτίδης.
Ηχογράφηση 1965
*Από το αρχείο της ΕΡΤ

Ηχητικό Ντοκουμέντο
Διάρκεια: 2:05:26

*Με αριστερό κλικ: Άνοιγμα αρχείου (live), με δεξί κλικ -αποθήκευση ως-: ή -αποθήκευση προορισμού ως- για την αποθήκευση του αρχείου.

Yπόθεση:
Στο έργο του Φρίντριχ Σίλερ «Οι Ληστές», ο λόγος και η κίνηση έχουν στοιχεία έπους. Πρόσωπα και βιώματα τους θυμίζουν δομή και πλούτο μυθιστορήματος. Το θεατρικό αυτό έργο φέρνει στον νου μας το «Goetz von Berlichingen» του Γκαίτε, τον μακρινότερο «Ριχάρδο τον Γ΄» του Σαίξπηρ και από τους νεότερους τον «Νταντόν» και τον «Βόυτσεκ» του Μπύχνερ. Ο πανάσχημος και ανήθικος Φραντς, εξανίσταται κατά του φεουδαρχικού συστήματος, το οποίο δίνει τίτλους και περιουσία στον πρωτότοκο, και χρησιμοποιεί τα πάντα, ψέμα, δωροδοκία, κολακεία, υποκρισία, τρομοκρατία, βία, κυριολεκτικά κάθε μέσο, για να εξοβελίσει τον Καρλ από τα πατρικά αισθήματα και να υποκατασταθεί ο ίδιος στα ωφελήματα του πρωτότοκου. Ο ρομαντικός και ελευθερόφρων Καρλ, πιστεύει ότι θα εξαλείψει την υποκρισία, τη διαφθορά και την αδικία της κοινωνίας της εποχής του, οργανώνοντας μια ομάδα επαναστατημένων συνομηλίκων του, εκτελώντας επώνυμους και πλούσιους αξιωματούχους και ιερωμένους και εξευτελίζοντας θεσμούς και εξουσίες.
Οι ληστές, παίχτηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο Εθνικό Θέατρο, κατά την περίοδο του 1867 - 1870, και το 1983 στην παρούσα μετάφραση, της οποίας όμως τις μπαλάντες και μεγάλα τμήματα είχαν αφαιρέσει ο δραματουργός Βέρνερ Χάινιτς και ο σκηνοθέτης Ούβε Χάους, λόγω μεγάλης διάρκειας, όπως είπαν. Το ανέβασμα του έργου στο Εθνικό Θέατρο το 1983, επί προεδρίας Κώστα Νίτσου, προκάλεσε συζητήσεις και κριτικές, που παρουσιάστηκαν σε 65 δημοσιεύσεις στις εφημερίδες και στα περιοδικά της χώρας.

 




   



Απολαύστε υπεύθυνα




   

Copyright © ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ως3 2000-2016 e-mail: info@os3.gr
Aνάπτυξη & Yλοποίηση: Ως3 Π.Ο.Ε.Α.Μ.
Πρότυπη Οικολογική Εκδοτική Αγροτουριστική Μονάδα Ως3