Απολαύστε υπεύθυνα


 

 

Πάμε Θέατρο


 

Ιβάν Τουργκένιεφ

Ένας μήνας στην εξοχή του Ιβάν Τουργκένιεφ
A Month in the Country by Ivan Turgenev (1855)
Έργο μεγάλης διάρκειας (3:26:44)

Σκηνοθεσία: Λεωνίδας Τριβιζάς
Μετάφραση και ραδιοφωνική προσαρμογή: Πλάτωνος Μουσέου
Μουσική επιμέλεια: Έλλη Σολομωνίδη
Επιμέλεια ήχων: Δανάη Ευαγγελίδου
Ρύθμιση ήχου: Γιάννης Καρμπέρη
Παίζουν με τη σειρά που ακούγονται οι ηθοποιοί:
Λουκιανός Ροζάν, Θεανώ Ιωαννίδου, Κρηνιώ Παπά, Άννα Συνοδινού, Μάνος Κατράκης, Γιαννάκης Καλατζόπουλος, Γιώργος Τζώρτζης, Γρηγόρης Μασσαλάς, Γιάννης Αργύρης, Βέρα Ζαβιτσιάνου, Ανδρέας Φιλιππίδης, Ηρώ Κυριακάκη, Κώστας Δημητριάδης.
Ηχογράφηση 1979
*Από το αρχείο της ΕΡΤ

Ηχητικό Ντοκουμέντο
Θεατρική παράσταση:
Ένας μήνας στην εξοχή του Ιβάν Τουργκένιεφ
Διάρκεια: 3:26:44

*Με αριστερό κλικ: Άνοιγμα αρχείου (live), με δεξί κλικ -αποθήκευση ως-: ή -αποθήκευση προορισμού ως- για την αποθήκευση του αρχείου.

Yπόθεση:
Το «Ένας μήνας στην εξοχή» είναι μια κωμωδία ηθών σε πέντε πράξεις του.  Γράφτηκε στη Γαλλία μεταξύ του 1848 και του 1850 και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1855.

Το έργο είναι μια περίπλοκη ερωτική ιστορία. Η ηρωίδα του, η Ναταλία Πετρόβνα, ισορροπεί στην πληκτική και γεμάτη συμβατικότητες ζωή της ανάμεσα σ' έναν σύζυγο που δεν αγαπά και σ' έναν φίλο που δεν αποφασίζει να του δοθεί. Κοιτάζοντάς τους, γοητεύεται από την απλότητα που υπάρχει στις σχέσεις τους και λαχταράει τον απλό, φυσικό έρωτα. Όταν τα καταπιεσμένα αισθήματα της αφυπνιστούν και αρχίσει να διεκδικεί έναν τρίτο άντρα, χωρίς να έχει σκοπό να τον ακολουθήσει, τότε θα χάσει τον πρώτο, πιστό θαυμαστή της και θα μείνει τελικά με τον άντρα της, δίχως να τον αγαπά, συνειδητοποιώντας το υπαρξιακό και ερωτικό της κενό...

A Month in the Country, ADC Theatre Cambridge (1959)

 

Ιβάν Σεργκέγεβιτς Τουργκένιεφ

Ο Ιβάν Σεργκέγεβιτς Τουργκένιεφ (Ivan Sergeevic Turgenev) Ρώσος μυθιστοριογράφος, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, γεννήθηκε στις 9 Νοεμβρίου (νέο ημερολόγιο) του 1818 στο Οριόλ της Ρωσίας και πέθανε στις 3 Σεπτεμβρίου (νέο ημερολόγιο) του 1883 στο Μπουζιβάλ, κοντά στο Παρίσι.
Ήταν γιος ενός αξιωματικού και μιας πλούσιας και δυναμικής γυναίκας, της οποίας η μορφή διαφαίνεται σε διάφορα έργα του. Μεγαλώνοντας ο ίδιος σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούσαν οι ταξικές διακρίσεις και το χάσμα πλουσίων και φτωχών, φορτίστηκε με μεγάλη έμπνευση κατά της κοινωνικής αδικίας. Το 1833 άρχισε να σπουδάζει φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας και το επόμενο έτος ήρθε σε επαφή με τον Ζουκόφσκι, τον Γκόγκολ και τον καθηγητή Πλέτνεφ, με τον τελευταίο να γίνεται οδηγός στα πρώτα λογοτεχνικά του βήματα.
Η ζωντανή σχέση με το περιβάλλον και τους αντιπροσώπους της εποχής, που ονομάστηκε χρυσός αιώνας της ρωσικής ποίησης, είχε ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο για την άμεση επίδρασή της στην πρώτη έμμετρη παραγωγή του (αξιοπρόσεκτο είναι το ποίημα Παράσα, 1843, που θυμίζει Πούκσιν και Λέρμοντοφ), αλλά και για την αναντίρρητη αντανάκλασή της πάνω στον καθάριο και διαυγή πεζό λόγο του Τουργκένιεφ. ως διηγηματογράφου. Από το 1838 έως το 1841 έζησε στο Βερολίνο, στο πανεπιστήμιο του οποίου παρακολούθησε ανώτερα μαθήματα φιλοσοφίας. Ο γερμανικός ιδεαλισμός και η εγελιανή φιλοσοφία ήταν τότε στο κέντρο των ενδιαφερόντων των νεαρών Ρώσων διανοουμένων και στο Βερολίνο ο Τουργκένιεφ συνάντησε αυτούς που θα γίνονταν οι σημαντικότεροι πολιτικοί στοχαστές της Ρωσίας, φιλελεύθεροι και ριζοσπάστες (Γκρανόφσκι, Στάνκεβιτς, Μπακούνιν, Χέρτσεν): οι επαφές με το ευρωπαϊκό και προοδευτικό αυτό περιβάλλον άφησαν στον Τουργκένιεφ ανεξίτηλη τη σφραγίδα του. Από το 1842 έως το 1845 υπηρέτησε στη Μόσχα ως διοικητικός υπάλληλος, θέση που εγκατέλειψε για να αφιερωθεί αποκλειστικά στη λογοτεχνία. Στην απόφασή του αυτή, που προκάλεσε την οριστική ρήξη με τη μητέρα του, έπαιξε αποφασιστικό ρόλο ο έρωτάς του για την τραγουδίστρια Πολίν Γκαρσία, σύζυγο Βιαρντό.
Ο έρωτάς του για τη Βιαρντό έγινε γρήγορα ο λόγος ζωής για τον Τουργκένιεφ και επηρέασε όλη τη δράση του: το 1847 εγκατέλειψε για πρώτη φορά τη Ρωσία και πήγε να συζήσει, εκτός από μερικά διαλείμματα, με τη Βιαρντό.

Κατά τη διάρκεια της πρώτης διαμονής του στη Γαλλία ο Τουργκένιεφ έγραψε πολλά θεατρικά έργα «Το ψωμί του άλλου», 1848, «Ένας μήνας στην εξοχή» 1855, «Ένα βράδυ στο Σορέντο» 1852, και σχεδόν όλα τα διηγήματα της συλλογής «Απομνημονεύματα ενός κυνηγού» 1852, τέλεια στην ισορροπία ενός πεζού λόγου αρμονικού και υποβλητικού, χωρίς ρητορισμό, και που μόλις δημοσιεύτηκαν προκάλεσαν ζωηρό κοινωνικό ενδιαφέρον: οι χωρικοί τους οποίους περιγράφει διαδοχικά ο Τουργκένιεφ παρουσιάζονται συμπαθητικοί με την ανθρωπιά τους και τον συναισθηματικό τους πλούτο, σε αντίθεση με την προστυχιά και τη σκληρότητα των γαιοκτημόνων.

Αφού έγινε κάτοχος του μέρους της περιουσίας που κληρονόμησε μετά τον θάνατο της μητέρας του (1850), ο Τουργκένιεφ έζησε για κάμποσο καιρό στη Μόσχα: το 1852 εξαιτίας ενός άρθρου που έγραψε για τον θάνατο του Γκόγκολ, συνελήφθη και εκτοπίστηκε για ενάμιση χρόνο στα κτήματά του στο Σπάσκογε. Το πρώτο μυθιστόρημά του Ρούντιν εκδόθηκε το 1856, όταν ο Τουργκένιεφ είχε ξαναγυρίσει κοντά στη Βιαρντό, αλλά όπως και τα διάφορα διηγήματά του «Οι δυο φίλοι» (1854), «Ένα ήσυχο μέρος» (1854), «Γιάκοβ Πασίνκοφ» (1855), «Μια αλληλογραφία» (1856), Φάουστ (1856), «Πρώτος έρωτας» (1860) και τα μυθιστορήματα «Αριστοκρατική φωλιά» (1858), «Αγρύπνια» (1860) και «Πατέρες και παιδιά» (1862), που δημοσιεύτηκαν κατά τη διάρκεια ταξιδιών του στη Γαλλία και στην Ιταλία, είναι καρπός της έντονης και ανήσυχης εμπειρίας του από τη ρωσική ζωή μεταξύ 1850 και 1855 και τις περιοδικές αργότερα επιστροφές του στην πατρίδα του. Πρόσωπα συμβολικά όπως ο Ρούντιν, ιδεαλιστής, δραστήριος και ματαιόδοξος, τυπικός Ρώσος της δεκαετίας του 1840, ο Λαβρέτσκι, της Αριστοκρατικής φωλιάς, συντηρητικός αισθηματίας που ικανοποιείται με την ίδια τη θυσία του εαυτού του, η Ελένη, το κορίτσι της Αγρύπνιας, που με τη δραστηριότητα και την ορμητική αφοσίωσή της ξεπερνά όλους τους άνδρες πρωταγωνιστές του έργου, αντιπροσώπους της νεολαίας των αμέσως πριν από τη μεταρρύθμιση του 1861 χρόνων, έγιναν τα γνώριμα πρότυπα του ρωσικού αναγνωστικού κοινού, που αγαπούσε τη λογοτεχνία και λαχταρούσε κοινωνική δικαιοσύνη.

Το «Πατέρες και παιδιά», το γνωστότερο από τα μυθιστορήματά του -και το περισσότερο επιτυχημένο- ήταν και αυτό που προκάλεσε τις περισσότερες συζητήσεις και καταπολεμήθηκε για όμοιους και αντίθετους λόγους, τόσο από τους προοδευτικούς όσο και από τους συντηρητικούς. Στο πρόσωπο του Μπαζάροφ, ο Τουργκένιεφ ήθελε να παρουσιάσει έναν άνθρωπο δραστήριο, αποφασιστικό, ευσυνείδητο: τον μηδενιστή, τον νέο τύπο του επαναστάτη. Ο τύπος αυτός δεν άρεσε φυσικά στους συντηρητικούς, αλλά ούτε και στους επαναστάτες που τον θεώρησαν ως παρωδία (μόνο αργότερα, χάρη στον κριτικό Πιζάρεφ, αναγνωρίστηκε η γνησιότητά του).
Το 1863 ο συγγραφέας έφυγε για τη Γαλλία, αποφασισμένος να εγκαταλείψει για πάντα τη Ρωσία και, μαζί με τους Βιαρντό εγκαταστάθηκε στο Μπάντεν Μπάντεν. Σχεδόν κάθε χειμώνα όμως ξαναγύριζε στην πατρίδα του και σε ένα από τα ταξίδια του αυτά πίστεψε ότι συγκέντρωσε αρκετά στοιχεία για ένα μυθιστόρημα σύγχρονης ζωής, τον Καπνό (1867), σχετικό με τα προβλήματα των Ρώσων διανοουμένων της δεκαετίας του 1860. Το βιβλίο, που αποτελούσε δηκτική σάτιρα της κοινωνίας της εποχής, δεν συνάντησε την εύνοια του κοινού. Άλλωστε το ρωσικό λογοτεχνικό περιβάλλον ήταν πολύ διαφορετικό από αυτό που γνώρισε ο Τουργκένιεφ κατά τις προηγούμενες δεκαετίες (και που περιέγραψε αργότερα στις Αναμνήσεις από τη λογοτεχνία και τη ζωή).

Το 1871, όταν άρχισε ο γαλλοπρωσικός πόλεμος, ο Τουργκένιεφ πήγε στο Παρίσι και ενσωματώθηκε οργανικά, πάντα με τη μεσολάβηση των Βιαρντό, στη γαλλική λογοτεχνική ζωή και τόσο με τις μεταφράσεις του των έργων του Φλομπέρ όσο και με τη διάδοση των ρωσικών έργων, συνέβαλε πολύ στην αμοιβαία γνώση των δύο λογοτεχνιών. Ενώ η κακή κατάσταση της υγείας του τον εμπόδιζε να επισκέπτεται συχνά την πατρίδα του, ο Τουργκένιεφ θέλησε άλλη μια φορά να ερμηνεύσει τα προβλήματα της ρωσικής ζωής: μια ιστορία με κέντρο τη ζωή των ναρόντνικων του έδωσε το θέμα για το τελευταίο μυθιστόρημά του Παρθένες γαίες (1876), που επικρίθηκε ως απόδειξη της τέλειας απομάκρυνσής του από τη ρωσική ζωή και της αδυναμίας του να την κατανοήσει. Έτσι βρέθηκε ξανά στο κέντρο συζητήσεων που, κατά τα άλλα, δεν έθιγαν την καθιερωμένη πλέον θέση του.

Οι αναγνωρίσεις και οι τιμές δεν του έλειψαν τα τελευταία αυτά χρόνια (στη Γαλλία τον θεωρούσαν έναν από τους μεγαλύτερους ζωντανούς συγγραφείς, στην Αγγλία ανακηρύχθηκε το 1879 επίτιμος διδάκτωρ της Οξφόρδης και στην ίδια τη Ρωσία πήρε μέρος με ένα λόγο του στις μεγαλοπρεπείς εκδηλώσεις για τον Πούσκιν το 1880). Από το 1881 έως το 1883 έγραψε ακόμα μερικά διηγήματα (Tο τραγούδι του έρωτα που θριαμβεύει, Κλάρα Μίλιτς) και συνέχισε τη σύνθεση των Πεζοτράγουδών του (είχαν τον αρχικό τίτλο Σενίλια), σύντομες και απαισιόδοξες σκέψεις πάνω στον θάνατο και στη ματαιότητα των πραγμάτων, γραμμένα σε έναν αρμονικό και υπερβολικά περίτεχνο πεζό λόγο.

Η σύνταξη του λογοτεχνικού περιοδικού Sovremennik: Ivan Gontcharov, Ivan Tourgueniev, Leon Tolstoi, Dmitry Vassilievich Grigorovich, Alexandre Vassilievich Drujinin. Όταν ο Tolstoi ήταν ακόμη αξιωματικός του Τσάρου (στη φωτογραφία ποζάρει με τη στολή), ο Ivan Tourgueniev τον είχε δεχτεί και τον είχε συμβουλέψει να παραιτηθεί από το στρατό και ν' αφοσιωθεί στο γράψιμο. Τόσο ο Tourgueniev όσο και ο Tolstoi κατήγγειλαν τη δουλοπαροικία, παίρνοντας το μέρος των απλών χωρικών. Το 1860, την εποχή που έγραφε την Πρώτη Αγάπη, ο Tourgueniev μοιράσε τη γη του με τους μουζίκους που ανήκαν στα κτηματά του, ενώ ο Tolstoi, στη διαθήκη του, άφησε όλη του την περιουσία στο «δοκιμαζόμενο λαό».

Λίγο πριν πεθάνει, υπαγόρευσε στην Πολίν Βαρντό (που στάθηκε πλάι του μαζί με μερικούς άλλους πιστούς φίλους, κατά την οδυνηρή ασθένεια που τον βασάνιζε τα τελευταία χρόνια) το τελευταίο διήγημά του «Ένα τέλος». 

 




   



Απολαύστε υπεύθυνα




   

Copyright © ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ως3
Aνάπτυξη & Yλοποίηση: Ως3 Π.Ο.Ε.Α.Μ.
Πρότυπη Οικολογική Εκδοτική Αγροτουριστική Μονάδα Ως3