Απολαύστε υπεύθυνα


 

 

Πάμε Θέατρο


 

Λιούις Κάρολ

Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων του Λιούις Κάρολ
Alice's Adventures in Wonderland by Lewis Carroll (1865)
Έργο μεγάλης διάρκειας σε δύο μέρη (3:20:39)

Σκηνοθεσία: Γιώργος Θεοδοσιάδης
Μετάφραση και ραδιοφωνική προσαρμογή: Δημήτρης Κωνσταντινίδης
Μουσική επιμέλεια: Ιφιγένεια Ευθυμιάτου
Επιμέλεια ήχων: Φανή Σιώρη
Ρύθμιση ήχου: Γρηγόρης Γίγας
Παραγωγή: Δημήτρης Κωνσταντινίδης
Οργάνωση παραγωγής: Βίκυ Μουνδρέα
Παίζουν με τη σειρά που ακούγονται οι ηθοποιοί:
Νίκος Κούρκουλος, Νίκος Φιλιππόπουλος, Γιώργος Πλούτης, Κρηνιώ Παππά, Λουίζα Ποδηματά, Αγνή Βλάχου, Τάκης Γαλανός, Σπύρος Ολύμπιος, Αλίκη Βουγιουκλάκη (Αλίκη).
Σπάνια ηχογράφηση του 1959
*Από το αρχείο της ΕΡΤ

Ηχητικό Ντοκουμέντο
Θεατρική παράσταση:
Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων του Λιούις Κάρολ
Α΄ μέρος
Διάρκεια: 1.27:18

*Με αριστερό κλικ: Άνοιγμα αρχείου (live), με δεξί κλικ -αποθήκευση ως-: ή -αποθήκευση προορισμού ως- για την αποθήκευση του αρχείου.



Ηχητικό Ντοκουμέντο
Θεατρική παράσταση:
Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων του Λιούις Κάρολ
Β΄ μέρος
Διάρκεια: 1.27:18

*Με αριστερό κλικ: Άνοιγμα αρχείου (live), με δεξί κλικ -αποθήκευση ως-: ή -αποθήκευση προορισμού ως- για την αποθήκευση του αρχείου.

Yπόθεση:
Πρόκειται για κλασικό έργο φανταστικής λογοτεχνίας του Βρετανού συγγραφέα και μαθηματικού Τσαρλς Λούτγουϊτζ Ντότζσον, περισσότερο γνωστού με το ψευδώνυμο Λιούις Κάρολ, που κυκλοφόρησε σε πρώτη έκδοση το 1865.
Η περιπλάνηση της Αλίκης σε έναν φανταστικό κόσμο, ύστερα από την πτώση της σε μία λαγότρυπα, θα κερδίσει τις καρδιές μικρών και μεγάλων αναγνωστών. 
Το βιβλίο θα εξελιχθεί σε ένα από τα δημοφιλέστερα μυθιστορήματα παιδικής λογοτεχνίας, ενώ στις αρχές του 20ου αιώνα αναγνωρίζεται πλέον ως ένα από τα καλύτερα βιβλία στην κατηγορία του και όχι μόνο. 
Ο καθηγητής μαθηματικών Τσαρλς Λούτγουϊτζ Ντότζσον εμπνεύστηκε τις περιπέτειες της Αλίκης κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού με πλοίο στον Τάμεση, το 1862. Συνταξιδιώτες του τρία κορίτσια, κόρες του πρύτανη του κολεγίου, που δίδασκε ο Ντότζσον, η 13χρονη Λορίνα Σαρλότ Λίντελ, τη 10χρονη Άλις Πλέζανς Λίντελ και την 8χρονη Εντίθ Μέρι Λίντελ.

Ώς αντίδοτο στην πλήξη των τριών παιδιών κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ο Τσαρλς Λούτγουϊτζ Ντότζσον αρχίζει να διηγείται την ιστορία ενός μικρού κοριτσιού, της Αλίκης. 
Η Άλις Πλέζανς Λίντελ, ενθουσιασμένη, φέρεται να παροτρύνει τον Ντότζσον να καταγράψει τη διήγησή του για τις περιπέτειες της μικρής Αλίκης. 
Ο Ντότζσον, όπως προκύπτει από το ημερόλογιό του, ξεκινάει να γράφει τις «Περιπέτειες της Αλίκης κάτω από τη Γη», όπως ήταν ο αρχικός τίτλος, στις 13 Νοεμβρίου του 1862. 
Η πρώτη μορφή του παραμυθιού δεν ήταν για δημοσίευση και περιείχε μία προσωπική αφιέρωση. «Δώρο Χριστουγέννων προς ένα αγαπητό παιδί, σε ανάμνηση μιας καλοκαιρινής ημέρας», έγραφε ο Ντότζσον. 
Το βιβλίο, ολοκληρωμένο αλλά χωρίς εικονογράφηση, φτάνει στα χέρια της Άλις Πλέζανς Λίντελ το Νοέμβριο του 1864. Τις περιπέτειες της Αλίκης διαβάζει και ο λογοτέχνης Τζορτζ ΜακΝτόναλντ, που προτρέπει τον Κάρολ να τις δημοσιεύσει. 
Ο Ντότζσον πείθεται και επεξεργάζεται εκ νέου το κείμενο δίνοντας του την οριστική μορφή του, ενώ ο Τζον Τένιελ θα επιμεληθεί την εικονογράφηση του βιβλίου. Τελικά το βιβλίο εκδίδεται στις 26 Νοεμβρίου του 1865, με τίτλο «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», ενώ ο συγγραφέας θα υπογράψει το βιβλίο με το ψευδώνυμο «Λιουίς Κάρολ».

Η Αλίκη και οι ιστορίες της ταξίδεψαν από τότε στο χρόνο, μεταφέρθηκαν πολλές φορές και με διάφορους τρόπους στον κινηματογράφο, ενώ ενέπνευσαν και μουσικούς. Γύρω από το  μυθιστόρημα αναπτύσσονται πολλές ιστορίες. Το αλληγορικό δημιούργημα του Λιουίς Κάρολ βρέθηκε δικαιολογημένα στο μικροσκόπιο πολλών αναλυτών. 
Πολλοί είναι αυτοί που επισημαίνουν πως ο Κάρολ μέσα από το βιβλίο του ασκεί κριτική στην συντηρητική και καταπιεστική κοινωνία της «Βικτωριανής Εποχής», ενώ άλλοι εντοπίζουν την αντίθεσή του στο αυταρχικό καθεστώς της μοναρχίας, μέσα από το πρόσωπο της βασίλισσας του μυθιστορήματος.   

Στη δεκαετία του '60 οι περιπέτειες της Αλίκης συνδέονται ακόμα και με παραισθησιογόνες ουσίες. Η Αλίκη, αλλά και άλλοι ήρωες του βιβλίου, πρωταγωνιστούν σε ροκ τραγούδια της εποχής και σε ψυχεδελικές μουσικές περιπλανήσεις. 
Τέλος, η πιο διαδεδομένη αλλά και βάσιμη ιστορία γύρω από το βιβλίο είναι αυτή που αφορά στη σχέση του συγγραφέα με την μικρή Άλις Πλέζανς Λίντελ. Ο χαρακτήρας της Αλίκης θεωρείται πως είναι βασισμένος στην μικρή Άλις, ωστόσο, ο ίδιος ο Κάρολ διέψευσε πως η ηρωίδα του βιβλίου βασίζεται σε υπαρκτό πρόσωπο. 
Οι θεωρίες για τη σχέση τους πληθαίνουν καθώς ο Κάρολ, λάτρης της φωτογραφίας, φαίνεται πως συνήθιζε να εστιάζει τον φακό του σε νεαρά κορίτσια, τα οποία, μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις, ήταν γυμνά. Πιθανολογείται πως τέτοιου είδους φωτογραφίσεις ήταν συνηθισμένες για την εποχή, ωστόσο η συνήθεια του Κάρολ προκαλεί πλήθος σεναρίων. 
Ένα από τα πρόσωπα που απαθανάτισε ο Κάρολ ήταν η Άλις Λίντελ. Σημειώνεται πως ο συγγραφέας, με στοιχεία που προκύπτουν από προσωπικές καταγραφές, φαίνεται πως είχε αρκετές σχέσεις με νεαρά κορίτσια, ενώ συχνά αναφέρεται στην αγάπη του προς τα παιδιά. 
Αρκετοί αναλυτές ερμηνεύουν αυτή την έκφραση αγάπης ως δείγμα παιδοφιλίας, σε πλατωνικό επίπεδο, ενώ αυτές οι ερμηνείες  τροφοδοτούνται και από το πλήθος φωτογραφιών και προσωπικών επιστολών του συγγραφέα. Επιπλέον, ερωτηματικά έχει προκαλέσει και η απώλεια μεγάλου τμήματος από το ημερολογιακό υλικό του Κάρολ, που είχε συλλέξει ο πρώτος βιογράφος του και ανιψιός του, Στιούαρτ Ντότζσον Κόλιγκγουντ. 
Η απώλεια αυτού του υλικού χρεώθηκε σε αμέλεια, ωστόσο υπήρξε έντονη φημολογία, πως ήταν σκόπιμη απόκρυψη πληροφοριών από την οικογένειά του, προκειμένου να τον προστατέψουν, διατηρώντας άγνωστες ορισμένες πτυχές της προσωπικής του ζωής. 
Τελευταίες μελέτες για την ζωή του Κάρολ επισημαίνουν πως λανθασμένα έχει δοθεί αυτή η βαρύτητα στην προσωπική του ζωή και στη σχέση του με νεαρά κορίτσια, καθώς δεν υπάρχουν στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ακράδαντα κάποια παιδοφιλική τάση. Αντίθετα, από καταγραφές προκύπτει πως ο Κάρολ διατηρούσε σχέσεις με μεγαλύτερες γυναίκες, ενώ οι αναλυτές αναφέρονται και στις αισθητικές και ηθικές αξίες και αντιλήψεις που επικρατούσαν στη «Βικτωριανή Εποχή».

Κινηματογράφος και τηλεόραση
Το βιβλίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο για πρώτη φορά το 1903 και από τότε καταγράφονται αρκετές ανάλογες ταινίες ή τηλεοπτικές παραγωγές, μεταξύ αυτών:
(1903) Alice in Wonderland - Ταινία της Cecil M. Hepworth, μέρη της οποίας δεν διασώζονται σήμερα.
(1933) Alice in Wonderland - Κινηματογραφική ταινία, της εταιρείας παραγωγής Paramount Pictures.
(1951) Alice in Wonderland - Παραγωγή κινουμένων σχεδίων της Walt Disney.
(1966) Alice in Wonderland - Τηλεοπτική μεταφορά του έργου σε σκηνοθεσία του Alex Lovy.
(1966) Alice of Wonderland in Paris - Ταινία κινουμένων σχεδίων.
(1972) Alice's Adventures in Wonderland - Κινηματογραφική ταινία σε σκηνοθεσία του William Sterling.
(1983) Fushigi no Kuni no Arisu - Anime ιαπωνική τηλεοπτική σειρά.
(1985) Alice in Wonderland - Τηλεοπτική μεταφορά σε σκηνοθεσία του Harry Harris.
(1988) Alice - Ελεύθερη διασκευή του έργου για τον κινηματογράφο από τον Jan vankmajer.
(1999) Alice in Wonderland - Τηλεοπτική ταινία σε σκηνοθεσία του Nick Willing, με πρωταγωνιστές τους Μπεν Κίνγκσλεϊ, Γούπι Γκόλντμπεργκ, Κρίστοφερ Λόιντ και Πήτερ Ούστινοφ.
(2010) Alice in Wonderland - Σε σκηνοθεσία του Τιμ Μπάρτον και με την υποστήριξη τεχνολογίας 3D.

Λιούις Κάρολ

O Τσαρλς Λούτγουϊτζ Ντότζσον (Charles Lutwidge Dodgson, 27 Ιανουαρίου 1832 - 14 Ιανουαρίου 1898), γνωστός περισσότερο με το ψευδώνυμο Λιούις Κάρολ, ήταν Άγγλος συγγραφέας, μαθηματικός, φωτογράφος και κληρικός. Ανάμεσα στα πιο δημοφιλή λογοτεχνικά έργα του είναι Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων και τα ποιήματα Το Κυνήγι του Φιρχαρία (The Hunting of the Snark) και Jabberwocky.
Η οικογένεια του ήταν Βορειοαγγλικής καταγωγής, ιδιαίτερα συντηρητική, διατηρώντας παραδοσιακά ισχυρούς δεσμούς με την Αγγλικανική Εκκλησία. Η πλειοψηφία των προγόνων του, προέρχονταν από την μεσαία ή ανώτερη τάξη, καταλαμβάνοντας συχνά θέσεις στην εκκλησία και στο στρατό. Ο προπάππους του υπήρξε επίσκοπος, ενώ ο παππούς του ήταν αρχηγός του στρατού, όταν πέθανε το 1803 εν ώρα μάχης. Ο πατέρας του είχε ιδιαίτερη κλίση στα μαθηματικά, ωστόσο απέρριψε το ενδεχόμενο να ακολουθήσει μία ακαδημαϊκή σταδιοδρομία, επιλέγοντας το ρόλο του εφημέριου. Υπήρξε ενεργό μέλος της Αγγλικανικής εκκλησίας και ένθερμος υποστηρικτής του Τζον Χένρυ Νιούμαν, ο οποίος ηγήθηκε του κινήματος της Οξφόρδης, διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο στην επιστροφή της Εκκλησίας της Αγγλίας στον καθολικισμό. Το 1827, παντρεύτηκε την πρώτη του ξαδέλφη, Φράνσις Τζέην Λούτγουϊτζ, με την οποία απέκτησε συνολικά έντεκα παιδιά, επτά κόρες και τέσσερις γιους, μεταξύ αυτών και ο Τσαρλς.
Ο Κάρολ γεννήθηκε και έζησε τα πρώτα του παιδικά χρόνια στο Daresbury της βόρειας Αγγλίας ενώ σε ηλικία έντεκα ετών, ακολούθησε την οικογένειά του στο χωριό Croft-on-Tees, όπου μετακόμισε. Οι πρώτες του σπουδές περιλάμβαναν μαθήματα κατ' οίκον, αλλά στα δώδεκά του χρόνια, οι γονείς του τον έστειλαν σε ιδιωτικό σχολείο, στη γειτονική περιοχή του Ρίτσμοντ. Τον αμέσως επόμενο χρόνο, μεταφέρθηκε στο Rugby School, ένα από τα παλαιότερα δημόσια σχολεία του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι επιδόσεις του υπήρξαν εξαιρετικές, ωστόσο ο ίδιος σημείωσε αργότερα για την περίοδο της φοίτησής του, «δεν μπορώ να πω πως αναπολώ τη ζωή μου στο δημόσιο σχολείο με κάποια αίσθηση ευχαρίστησης».

Τον Ιανουάριο του 1851 εγκαταστάθηκε στην Οξφόρδη, όπου φοίτησε στο κολέγιο Christ Church, στο οποίο είχε σπουδάσει παλαιότερα και ο πατέρας του. Λίγες μόλις ημέρες αργότερα του ανακοινώθηκε ο θάνατος της μητέρας του, πιθανόν από μηνιγγίτιδα ή καρδιακή προσβολή. Οι ακαδημαϊκές του επιδόσεις υπήρξαν υψηλές, ειδικότερα στα μαθηματικά, εξασφαλίζοντάς του υποτροφίες και άλλες διακρίσεις. Τον Οκτώβριο του 1855 έγινε λέκτορας του κολεγίου στα μαθηματικά, θέση που θα διατηρούσε μέχρι το 1881. Του χορηγήθηκε υποτροφία (studentship) από το Christ Church, την οποία διατήρησε φροντίζοντας να ακολουθήσει τα θρησκευτικά ήθη που επέβαλε το κολέγιο, μεταξύ αυτών και την υπόσχεση να παραμείνει άγαμος. Στις 22 Δεκεμβρίου του 1862, χρίστηκε διάκονος της Εκκλησίας της Αγγλίας, ωστόσο δεν ανελίχθηκε στην εκκλησιαστική ιεραρχία, όπως αναμενόταν. Δεν είναι γνωστοί οι λόγοι για τους οποίους αρνήθηκε μία τέτοια εξέλιξη, κάτι που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα οδηγούσε στην αποβολή του από το κολέγιο, αν ο τότε πρύτανης, Χένρι Λίντελ, δεν επέτρεπε στον Ντότζσον να παραμείνει, παραβιάζοντας ανεξήγητα τους κανόνες του κολεγίου. Μία από τις ερμηνείες που έχουν διατυπωθεί, προκειμένου να εξηγηθεί η στάση του Ντότζσον, είναι πως διαπνεόταν εκείνη την περίοδο από συναισθήματα ενοχής και αμαρτίας, όπως ο ίδιος εκφράζει μέσα στα ημερολόγιά του, αν και δεν είναι σαφείς οι λόγοι που τον οδηγούσαν σε τέτοιου είδους σκέψεις. Είναι πιθανό να υπήρξε διστακτικός και λόγω γενικότερων αμφιβολιών του απέναντι στην ίδια την Αγγλικανική Εκκλησία. Ο πρώτος του βιογράφος, Στιούαρτ Ντότζσον Κόλλιγκγουντ, αποδίδει εν μέρει την απόφασή του στον τραυλισμό του, που θα τον δυσκόλευε να κηρύττει, αν και όπως ο ίδιος σημειώνει, δεν ήταν λίγες οι φορές που κήρυττε ανεπίσημα.

Με την ιδιότητα του μαθηματικού, ο Ντότζσον δημοσίευσε αρκετά βιβλία, ως επί το πλείστον εγχειρίδια, όπως τα A syllabus of plane algebraical geometry (1860), Two Books of Euclid (1860), The Formulae of Plane Trigonometry (1861), Condensation of Determinants (1866), Elementary Treatise on Determinants (1867), Examples in Arithmetic (1874), Euclid and his modern rivals (1879), Curiosa Mathematica, Part I: A New Theory of Parallels (1888) και Curiosa Mathematica, Part II: Pillow Problems thought out during Sleepless Nights (1893). Κανένα από τα έργα αυτά δεν διήρκεσε στο χρόνο, ούτε είχε σημαντική συμβολή στα μαθηματικά, αλλά το βιβλίο Euclid and his modern rivals στο οποίο υπερασπίζεται τη χρήση των Στοιχείων του Ευκλείδη για τη διδασκαλία της γεωμετρίας, παρουσιάζει ιστορικό ενδιαφέρον, ενώ είναι γραμμένο σε μορφή θεατρικού έργου, περιγράφοντας την εμφάνιση του φαντάσματος του Ευκλείδη μπροστά στους σύγχρονους μαθηματικούς.
Ήδη από νεαρή ηλικία, ο Κάρολ έγραφε ποιήματα και διηγήματα, τα οποία δημοσίευε σε λογοτεχνικά περιοδικά με σχετική επιτυχία. Το1854, ξεκίνησε να συνεισφέρει ως συντάκτης, στο περιοδικό The Comic Tunes, δημοσιεύοντας ποιήματα, κυρίως σατιρικού ύφους. Λίγο αργότερα, γράφοντας στο περιοδικό The Train, χρησιμοποίησε για πρώτη φόρα λογοτεχνικό ψευδώνυμο, για τη δημοσίευση του ποιήματος Solitude. Αρχικά, πρότεινε στον εκδότη του περιοδικού, Έντμουντ Γέιτς, το όνομα Dares, προερχόμενο από το Daresbury που αποτελούσε τον τόπο γέννησης του. Ο Γέιτς δεν έκανε αποδεκτό το ψευδώνυμο αυτό και ο Ντότζσον του πρότεινε τέσσερα εναλλακτικά ονόματα, εκ των οποίων τελικά, ο Γέιτς επέλεξε το Λιούις Κάρολ (Lewis Caroll).Δημοσίευσε έργα του και σε μικρότερα περιοδικά όπως τα Whitby Gazette και Oxford Critic.

To 1856, o Κάρολ γνωρίστηκε με τον νέο πρύτανη του κολεγίου του, τον Χένρυ Λίντελ, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο Chist Church με την οικογένειά του, αποτελούμενη από τη σύζυγό του και τρεις κόρες, μεταξύ αυτών και η Άλις Λίντελ.
Ο Κάρολ συνδέθηκε στενά με την οικογένεια και ειδικότερα με τη μητέρα και τα τρία παιδιά. Το 1862, κατά τη διάρκεια μίας εκδρομής, προκειμένου να διασκεδάσει τα παιδιά, ο Κάρολ τους διηγήθηκε μία ιστορία που θα αποτελούσε τη βάση για την μετέπειτα συγγραφή του πιο δημοφιλούς λογοτεχνικού του έργου. Όταν η Άλις Λίντελ ζήτησε από τον Κάρολ να καταγράψει την ιστορία αυτή, εκείνος της παρουσίασε αργότερα, το Νοέμβριο του 1864, ένα χειρόγραφο με τον τίτλο Alice's Adventures Under Ground (Οι περιπέτειες της Αλίκης κάτω από τη γη). Νωρίτερα, είχε παρουσιάσει το ημιτελές χειρόγραφο στους αδελφούς Μακμίλαμ, του ομώνυμου εκδοτικού οίκου, από τους οποίους είχε γίνει θερμά δεκτό. Το έργο εκδόθηκε τελικά το 1865 με τον τίτλο Alice's Adventures in Wonderland (Οι περιπέτειες της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων), με εικονογράφηση του Σερ Τζον Τένιελ, και είχε σημαντική εμπορική απήχηση, προσδίδοντας μεγάλη φήμη στον Λιούις Κάρολ. Θεωρείται εν γένει πως ο χαρακτήρας της Αλίκης είναι βασισμένος στην Άλις Λίντελ, ωστόσο ο ίδιος ο Κάρολ, αργότερα διέψευσε πως η ηρωίδα του βιβλίου στηρίζεται σε κάποιο υπαρκτό πρόσωπο.
Τα Χριστούγεννα του 1871, δημοσιεύτηκε η συνέχεια του βιβλίου (Through the Looking-Glass, and What Alice Found There) ενώ το 1876 εκδόθηκε το τελευταίο σημαντικό του έργο, Το Κυνήγι του Φιρχαρία (The Hunting of the Snark), ένα ποίημα με έντονα στοιχεία φαντασίας, όπως και η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων. Το τελευταίο του μυθιστόρημα (Silvie and Bruno) δημοσιεύτηκε σε δύο τόμους, το 1889 και 1893 αντίστοιχα, χωρίς να τύχει θερμής υποδοχής.
Παρά την επιτυχία του ως συγγραφέας, μετά την έκδοση της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων, ο Κάρολ συνέχισε να διδάσκει στο κολέγιο του Christ Church, όπου και διέμενε, μέχρι το 1881. Τότε εγκατέλειψε τη διδασκαλία των μαθηματικών και τα επόμενα χρόνια αφοσιώθηκε αποκλειστικά στο συγγραφικό του έργο. Το 1869, απέκτησε ένα σπίτι στο Γκίλντφορντ (Guildford), όπου έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του, μαζί με έξι αδελφές του. Πέθανε στις 14 Ιανουαρίου του 1898 από πνευμονία.

 



 



   



Απολαύστε υπεύθυνα




   

Copyright © ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ως3
Aνάπτυξη & Yλοποίηση: Ως3 Π.Ο.Ε.Α.Μ.
Πρότυπη Οικολογική Εκδοτική Αγροτουριστική Μονάδα Ως3