Απολαύστε υπεύθυνα


 

 

Πάμε Θέατρο


 

Μολιέρος

Tαρτούφος Το σχολείο γυναικών


Tαρτούφος του Μολιέρου

Tartuffe by Moliere (1664)

Σκηνοθεσία: Σωκράτης Καραντινός
Μετάφραση: Θρασύβουλος Σταύρου
Μουσική επιμέλεια: Μύρτα Πολίζου
Επιμέλεια ήχων: Φανή Σιώρη
Τεχνική επιμέλεια: Νίκος Δροσόπουλος
Παίζουν με τη σειρά που ακούγονται οι ηθοποιοί:
Ελένη Χαλκούση, Αλέκα Κατσέλη, Πόπη Παπαδάκη, Θάνος Λειβαδίτης, Ράνια Οικονομίδου, Ευάγγελος Πρωτοπαπάς, Μιχάλης Καλογιάννης, Γιώργος Βουτσίνος, Παντελής Ζερβός (Ταρτούφος), ¶ρης Βλαχόπουλος, Νίκος Δενδρινός.
Ηχογράφηση 1968
*Από το αρχείο της ΕΡΤ

Ηχητικό Ντοκουμέντο
Θεατρική παράσταση:
Ταρτούφος του Μολιέρου
Διάρκεια: 1:37:20

*Με αριστερό κλικ: ¶νοιγμα αρχείου (live), με δεξί κλικ -αποθήκευση ως-: αποθήκευση αρχείου.

Yπόθεση:
Πρόκειται για ένα έργο που επιβεβαιώνει το εύρος της σκέψης και το ταλέντο του γάλλου δραματουργού, καθώς και τη διαχρονικότητά του. Ενα έργο που, όση επιτυχία και αν έχουν γνωρίσει οι παραστάσεις του, άλλα τόσα προβλήματα είχε αντιμετωπίσει την εποχή που γράφτηκε από τον Μολιέρο.
Εδώ στο επίκεντρο τίθενται η υποκρισία, ο φαρισαϊσμός και η προκλητική εκμετάλλευση των πιστών από επιτηδείους, θέμα που παραμένει επίκαιρο, τέσσερις αιώνες μετά. Για τον Μολιέρο «η μάχη του Ταρτούφου», όπως έμεινε στην ιστορία, επηρέασε αρνητικά την ήδη προβληματική υγεία του. Τέσσερα χρόνια μετά πέθανε (το 1673) και η Εκκλησία τού αρνήθηκε τον ενταφιασμό. Μόνο μετά από παρέμβαση του Λουδοβίκου ΙΔ/ έγινε εφικτός και μάλιστα δίχως επίσημη νεκρώσιμο ακολουθία.

Γραμμένο το 1664, το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στο πλαίσιο βασιλικής γιορτής στις Βερσαλλίες. Ωστόσο ο κλήρος με τη συμπαράσταση της βασιλομήτορος κατάφερε να απαγορευθεί η παράσταση. Παρά τις προσπάθειες και τις αιτήσεις του Μολιέρου προς τον Λουδοβίκο ΙΙΔ/, ο «Ταρτούφος» παρουσιάστηκε μόνο σε ιδιωτικές αναγνώσεις, ενώ το 1667 παίχθηκε στο Παλέ Ρουαγιάλ με περικοπές και τον τίτλο «Ο απατεώνας» (υπότιτλος που ακολουθεί το έργο και σήμερα). Απαγορεύθηκε όμως εκ νέου. Μεσολάβησαν δύο χρόνια πολεμικής και αγώνων ώσπου να πεισθεί ο βασιλιάς και να επιτρέψει στον Μολιέρο να το παρουσιάσει. H επιτυχία του «Ταρτούφου» ήταν άνευ προηγουμένου και η ίδια επιτυχία ακολούθησε τη μετέπειτα πορεία του. Ο τίτλος του και όνομα του ήρωα έγινε συνώνυμο της θρησκευτικής υποκρισίας. Στη Γαλλία ένας από τους μεγάλους ερμηνευτές του «Ταρτούφου» είναι ο θεατράνθρωπος Λουί Ζουβέ, που κρατά μια ξεχωριστή θέση: το 1962 υποδύθηκε τον ήρωα, σε δική του σκηνοθεσία, ανανεώνοντας τη μολιερική παράδοση. Αργότερα η σκηνοθεσία του Ροζέ Πλανσόν, της Αριάν Μνουσκίν, καθώς και του Ζακ Λασάλ (με τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ στον ομώνυμο ρόλο) άφησε τα σημάδια της στις δραματουργικές αναπαραστάσεις του Μολιέρου. Στην ελληνική γλώσσα το έργο μεταφράστηκε για πρώτη φορά το 1815 από τον Κωνσταντίνο Κοκκινάκη, με την προτροπή του Αδαμάντιου Κοραή. Ανάμεσα στους ηθοποιούς που υποδύθηκαν τον Ταρτούφο περιλαμβάνονται ο Γιώργος Γληνός, ο Σωκράτης Καραντινός, ο Βασίλης Αργυρόπουλος, ο Παντελής Ζερβός και ο Ανδρέας Φιλιππίδης. Τα τελευταία χρόνια ο «Ταρτούφος» παρουσιάστηκε από το Αμφι-θέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου με τους Δημήτρη Καταλειφό και Λευτέρη Βογιατζή, στο Αμόρε από το Θέατρο του Νότου σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη με τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο και στο θέατρο Πόρτα σε σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαΐδη με τον Γιάννη Μπέζο.



Το σχολείο γυναικών του Μολιέρου

L' Εcole des femmes by Moliere (1662)

 

Σκηνοθεσία: Γιώργος Εμιρζάς
Μετάφραση: Κώστας Βάρναλης
Μουσική επιμέλεια: Ράνια Βισβάρδη
Επιμέλεια ήχων: Φανή Σιώρη
Ρύθμιση ήχου: Γρηγόρης Γίγας
Παίζουν με τη σειρά που ακούγονται οι ηθοποιοί:
Γιώργος Γιωγλερής, Τάκης Χρυσικάκος, Κική Ρέπα, Ματίνα Καρά, Αλμπέρτο Εσκενάζυ, Ηλίας Ασπρούδης, Αγαπητός Μανταλιός, Νίκος Γαλιάτσος.
Ηχογράφηση 1975
*Από το αρχείο της ΕΡΤ

Ηχητικό Ντοκουμέντο
Θεατρική παράσταση:
Το σχολείο γυναικών του Μολιέρου
Διάρκεια: 1:26:55

*Με αριστερό κλικ: ¶νοιγμα αρχείου (live), με δεξί κλικ -αποθήκευση ως-: αποθήκευση αρχείου.

Yπόθεση:
Στο Σχολείο Γυναικών (1662) ο Μολιέρος διεισδύει σε λεπτότατες πτυχές του ανθρώπινου χαρακτήρα. Ο Αρνόλφος- που τρέμει στην ιδέα ότι μπορεί να γίνει κερατάς θέλει να παντρευτεί. Υιοθετεί λοιπόν ένα κοριτσάκι το οποίο φροντίζει να μεγαλώσει μέσα στην άγνοια και τον τρόμο της αμαρτίας για να μπορέσει ήσυχος, κάποια στιγμή, να το παντρευτεί. Η φύση όμως έρχεται να του χαλάσει όλες του τις κατασκευές και τα τεχνάσματα. Η Αγνή, τρομοκρατημένη καθώς είναι από τον κηδεμόνα της, που δεν έχει καταφέρει να της εμπνεύσει φιλικά συναισθήματα, το σκάει με τον πρώτο νεαρό που βρίσκει μπροστά της.
Καταδικάζοντας την πολιτική του Αρνόλφο, ο Μολιέρος οδηγείται σ' ένα θέατρο εξαιρετικά νεοτερικό και σύγχρονο, σε σχέση με τα πολύπλοκα ζητήματα του έρωτα, την κοινωνία, τους θεσμούς της, την ιδεολογία της και τις ιδεοληψίες της.
Το έργο είναι γεμάτο από κωμικές και φαρσικές καταστάσεις, απόηχους της Κομέντια και της κλασικής κωμωδίας. Είναι όμως η πρώτη από τις κωμωδίες του Μολιέρου όπου το κλασικό πρόσωπο του κερατά συζύγου αποκτά το τραγικό υπόβαθρο και τη μοναξιά του ανθρώπου που διακατέχεται από ιδεοληψίες και φαντασιώσεις. Είχε μεγάλη επιτυχία από την πρώτη στιγμή που παρουσιάστηκε, το 1663, με τον ίδιο τον Μολιέρο στο ρόλο του Αρνόλφου, η επιτυχία αυτή όμως ήταν και η αιτία της μεγάλης διαμάχης με τις πολλές αντεγκλήσεις που ακολούθησαν.
Είναι ίσως η πιο ανθρώπινη από τις κωμωδίες του Μολιέρου. Το έργο είναι γεμάτο από κωμικές και φαρσικές καταστάσεις, απόηχους της Κομέντια και της κλασικής κωμωδίας, είναι όμως και η πρώτη από τις κωμωδίες του Μολιέρου όπου το κλασικό πρόσωπο του κερατά συζύγου αποκτά το τραγικό υπόβαθρο και τη μοναξιά του ανθρώπου που διακατέχεται από ιδεοληψίες και φαντασιώσεις.
Το έργο έσπασε τα ταμεία όταν πρωτοανέβηκε στο Παρίσι του 1662, με τον Μολιέρο στο ρόλο του Αρνόλφου.

 

 
Μολιέρος

Ο Μολιέρος (γαλλικά: Moliere - Μολιέρ, κανονικό όνομα Jean-Baptiste Poquelin -  Ζαν-Μπατίστ Ποκλέν,  γεννήθηκε στο Παρίσι στις 15 Ιανουαρίου 1622, ήταν  θεατρικός συγγραφέας, διευθυντής θεάτρου και ηθοποιός. Οι Γάλλοι τον θεωρούν ως τον καλύτερο κλασσικό ποιητή τους, ενώ για πολλούς είναι και ο καλύτερος Γάλλος λογοτέχνης. Μπόρεσε και έφερε την κωμωδία σε ίση θέση με την τραγωδία, και αυτό είναι το μεγαλύτερο κατόρθωμά του. Ανήκε στο καλλιτεχνικό κίνημα του κλασσικισμού.
Ο Μολιέρος ήταν ο μεγαλύτερος γιος ενός έμπορου υφασμάτων στο Παρίσι, ο οποίος έγινε το 1631 βασιλικός διακοσμητής. Έτσι, ο πατέρας του Μολιέρου τον προόριζε να γίνει θαλαμηπόλος του βασιλιά. Φοίτησε σε ένα Ιησουητικό κολέγιο στο Παρίσι. Την πρώτη του επαφή με το θέατρο την έκανε μαζί με τον παππού του, ο οποίος αγαπούσε το θέατρο. Στα 16 του χρόνια έφυγε να σπουδάσει νομική στην Ορλεάνη.

Όταν επέστρεψε στο Παρίσι έγινε δικηγόρος. Το 1642 γνώρισε μία ηθοποιό, την Μαντλέν Μπεζάρ (Madeleine Bejart), η οποία ενίσχυσε την αγάπη του για το θέατρο. Ο πατέρας του όμως ήταν αντίθετος προς το θέατρο. Έτσι, το 1643 ο Μολιέρος αναγκάστηκε να παρατήσει το επάγγελμα του δικηγόρου και ίδρυσε μαζί με τους αδερφούς της ερωμένης του και μαζί με μερικούς άλλους κωμικούς έναν θεατρικό θίασο. Αυτός ο θίασος μετά από τις πρώτες αποτυχίες (είχε καταλήξει και σε χρεοκοπία για μια στιγμή) άρχισε να παρουσιάζει επιτυχίες στην Δυτική και στην Νότια Γαλλία.
Το 1658 ο Μολιέρος επέστρεψε στο Παρίσι και άρχισε να έχει επαφές με τον αδερφό του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΔ΄. Προσκλήθηκε να παρουσιάσει μερικά έργα στην βασιλική αυλή. Την ίδια περίοδο άρχισε να γίνεται σιγά σιγά διάσημος. Το 1659 εμφανίστηκε το έργο του «Οι γελοίες κομψές κυρίες», το οποίο έκανε θραύση και κέρδισε αμέσως την εμπιστοσύνη του βασιλιά.
Η επόμενη πολύ μεγάλη επιτυχία ήταν το 1662 το θεατρικό έργο «Το σχολείο των γυναικών». Ο βασιλιάς, βλέποντας την μεγάλη επιτυχία του Μολιέρου, άρχισε να τον ενισχύει οικονομικά. Σε προσωπικό επίπεδο η ζωή του Μολιέρου ήταν πολύ καλή και απέκτησε μαζί με την μνηστή του και παιδί, το οποίο όμως πέθανε σε μικρή ηλικία.
Τον Μάιο του 1664 ο Μολιέρος, που είχε γίνει διευθυντής του θεατρικού θίασου του βασιλιά, διοργάνωσε μια φαντασμαγορική γιορτή στους κήπους των Βερσαλλιών, όπου παρουσίασε 4 νέα θεατρικά κομμάτια: την Πριγκίπισσα της Ελίδας (La Princesse d’Εlide), τον Γάμο με το στανιό, τους Εκνευριστικούς και τον Ταρτούφο (Le Tartuffe). Η τελευταία αυτή κωμωδία, ο Ταρτούφος, είχε ήδη αρχίσει να προκαλεί την έντονη κριτική και τις αντιδράσεις μερικών ευγενών της Αυλής πριν ακόμη γίνει η πρώτη επίσημη παρουσίαση.

Ο Μολιέρος γράφει τον Ταρτούφο το 1664, σε ηλικία 43 χρονών. Προτού τον τελειώσει, ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ τον επιστρατεύει για να συνεργαστεί με το συνθέτη Λουλύ και το σκηνογράφο Βιγκαρίνι σε μια φαντασμαγορική φιέστα στις Βερσαλλίες. Ο ίδιος ο Μολιέρος υποδύεται το θεό Πάνα, σκαρφαλωμένος σ΄ ένα τεράστιο μαγικό βουνό. Τη στερνή μέρα της γιορτής παρουσιάζει, σαν επίλογο, τις τρεις πρώτες πράξεις απ΄ τον Ταρτούφο. Ο βασιλιάς τον έχει ωστόσο προειδοποιήσει: «Μην τα βάζεις με τους θρησκόληπτους. Θα σε φάνε».Η κωμωδία είχε ως βασικό πρωταγωνιστή έναν επιφανειακά πολύ θρησκομανή άνθρωπο,ο οποίος όμως στην πραγματικότητα ήταν ένας απατεώνας που επιδίωκε δύναμη.
Μετά την παρουσίαση ξέσπασε μεγάλη αγανάκτηση στην «παλαιά αυλή»,στους ευγενείς δηλαδή που ήταν μεγάλη σε ηλικία και αναπολούσαν τις μέρες πριν το 1661, πριν αναλάβει την εξουσία ο Λουδοβίκος ΙΔ΄, τότε δηλαδή που είχαν πολιτική δύναμη. Ο Λουδοβίκος ΙΔ΄, αν και κατηγορηματικός απέναντι στην στάση των ευγενών αυτών, κάτω από την μεγάλη πίεση τους αναγκάστηκε να απαγορεύσει επίσημα κάθε παρουσίαση του θεατρικού αυτού έργου.

Τα επόμενα χρόνια του Μολιέρου πέρασαν με τον διαρκή και επίμονο αγώνα του για τον Ταρτούφο. Παρ' όλα αυτά ο βασιλιάς συνέχισε να υποστηρίζει το Μολιέρο και μάλιστα το καλοκαίρι του 1665 αύξησε το επίδομα του προς αυτόν από τις 1000 στις 6000 λίβρες, ενώ ο θεατρικός θίασος του οποίου ηγούνταν ο Μολιέρος μετονομάστηκε στον επίσημο θεατρικό θίασο του βασιλιά. Αυτά τα δύο ευχάριστα γεγονότα συνέβησαν αμέσως μετά την γέννηση της κόρης του, η οποία έμελλε να είναι η μόνη που θα επιζούσε από τα παιδιά του Μολιέρου.
Το καλοκαίρι του 1667 ο Μολιέρος ανέλαβε μια επεξεργασμένη έκδοση του Ταρτούφου, την οποία μετονόμασε Ο Απατεώνας. όμως ο πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου του Παρισιού αντέδρασε άμεσα με μία απαγόρευση του κομματιού, ενώ ο αρχιεπίσκοπος του Παρισιού απείλησε τον Μολιέρο ακόμη και με αφορισμό.
Ο βασιλιάς όμως επέτρεψε να γίνει η παρουσίαση του θεατρικού έργου ιδιωτικά από τον αδελφό του.
Μόλις στις 5 Φεβρουαρίου 1669, όταν η «παλιά Αυλή» είχε αποδυναμωθεί τελείως,και ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ κρατούσε στα χέρια του γερά τα ηνία της γαλλικής κυβέρνησης, μπόρεσε ο Μολιέρος χωρίς κανένα πρόβλημα πλέον και χωρίς αντιδράσεις, κριτικές και αφορισμούς, να παρουσιάσει επίσημα την θεατρική κωμωδία Ταρτούφος ή ο απατεώνας(Tartuffe, ou l ΑImposteur), με τεράστια επιτυχία.
Εν τω μεταξύ ξαναασχολήθηκε με το θέμα της υποκρισίας: στα τέλη του 1664,μετά την πρώτη απαγόρευση του Ταρτούφου,συνέγραψε τον Δον Ζουάν, μία κωμωδία με θέμα έναν αριστοκράτη απατεώνα γυναικών, που στο τέλος καταλήγει στην κόλαση. Τον Ιούνιο του 1666 ο Μολιέρος εξέδωσε την κωμωδία Ο Μισάνθρωπος (Le Misanthrope), μία σάτιρα σχετικά με την υποκριτική ευγένεια και την ανέντιμη κολακεία στην βασιλική αυλή αλλά και στα σαλόνια του Παρισιού. Η ασυνήθιστα έντονα αυτοβιογραφικά αποτυπωμένη φιγούρα του Άλκεστου, του πρωταγωνιστή του Μισάνθρωπου, αντικατοπτρίζει την απέχθεια του Μολιέρου και την μη θέληση του να ενταχθεί στη ζωή της βασιλικής αυλής, όπου κυριαρχούσε το ψεύδος, η υποκρισία, οι ίντριγκες και η κολακεία.
Το 1668, μετά την δεύτερη απαγόρευση του Ταρτούφου,ο Μολιέρος για πρώτη φορά εξέφρασε ήπια κριτική στον προστάτη του και μαικήνα του θεάτρου βασιλιά Λουδοβίκου ΙΔ΄, στο έργο του Αμφιτρύωνας (Amphitryon).

Μια από τις πιο γνωστές στιγμές της ζωής του Μολιέρου είναι και η τελευταία του η οποία έγινε θρύλος. Ο Μολιέρος δεν πέθανε, όπως πιστεύεται, πάνω στη σκηνή. Στις 17 Φεβρουαρίου 1673 Κατά τη διάρκεια στης παράστασης «Ο κατά φαντασίαν ασθενής» κατέρρευσε στην σκηνή βήχοντας και αιμορραγώντας και παρά τις πιέσεις του βασιλιά Λουδοβίκου XIV για ξεκούραση, εκείνος συνέχισε να παίζει μέχρι το τέλος του έργου. Ύστερα από αυτό κατέρρευσε ξανά έχοντας μεγαλύτερη αιμορραγία αυτή τη φορά και πέθανε λίγες ώρες αργότερα στο σπίτι του. Ενταφιάστηκε χωρίς χριστιανική κηδεία και όντας ηθοποιός απαγορευόταν εκ νόμου να ταφεί στο ιερό χώμα ενός νεκροταφείου. Η σύζυγός του ζήτησε από το βασιλιά Λουδοβίκο XIV να επιτρέψει μια απλή τελετή αργά τη νύχτα. Εκείνος δέχτηκε και ο Μολιέρος τοποθετήθηκε στο μέρος του νεκροταφείου που προοριζόταν για τα αβάπτιστα βρέφη. Σε εκείνη την μυστική κηδεία παραβρέθηκαν πάνω από 800 άτομα. Το 1792 τα οστά του μεταφέρθηκαν στο μουσείο μνημείων της Γαλλίας και το 1817 μεταφέρθηκαν στο νεκροταφείο Le Pere Lachaise. Λέγεται πως τη νύχτα που πέθανε, ο Μολιέρος φορούσε πράσινα ρούχα και έκτοτε υπάρχει η προκατάληψη πως το πράσινο χρώμα φέρνει κακοτυχία στους ηθοποιούς. (Πηγή: Βικιπαίδεια).

 




   



Απολαύστε υπεύθυνα




   

Copyright © ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ως3
Aνάπτυξη & Yλοποίηση: Ως3 Π.Ο.Ε.Α.Μ.
Πρότυπη Οικολογική Εκδοτική Αγροτουριστική Μονάδα Ως3