Απολαύστε υπεύθυνα


 

 

Πάμε Θέατρο


 

Στέφαν Τσβάιχ

Του φτωχού το αρνί 24 ώρες από τη ζωή μιας γυναίκας


Του φτωχού τo αρνί του Στέφαν Τσβάιχ

Das Lamm des Armen by Stefan Zweig (1939)

Σκηνοθεσία: Βίκτωρ Αρδίτης
Μετάφραση: Λέοντας Κουκούλας
Μουσική επιμέλεια: Νίκος Σαβάτης
Επιμέλεια ήχων: Φανή Σιώρη
Ρύθμιση ήχου: Γιάννης Παπαδόπουλος
Οργάνωση παραγωγής: Βίκυ Μουνδρέα
Παίζουν με τη σειρά που ακούγονται οι ηθοποιοί:
Γιώργος Κέντρος, Γιάννης Λαμπρόπουλος, Νέλη Ναμποτέλη, Γιώργος Σταμάτης, Δημήτρης Σεϊτάνης, Τάσος Υφάντης.
Ηχογράφηση 1994
*Από το αρχείο της ΕΡΤ

Ηχητικό Ντοκουμέντο
Θεατρική παράσταση:
Του φτωχού τo αρνί του Στέφαν Τσβάιχ
Διάρκεια: 1:52:32

*Με αριστερό κλικ: Άνοιγμα αρχείου (live), με δεξί κλικ -αποθήκευση ως-: ή -αποθήκευση προορισμού ως- για την αποθήκευση του αρχείου.

Yπόθεση:
To έργο αναφέρεται στον έρωτα του Ναπολέοντα με την γυναίκα ενός αξιωματικού του. Ο μεγάλος δραματουργός μιλάει με θαυμασμό για τον νεαρό αξιωματικό που αρνήθηκε να παίξει το ρόλο του κερατά από δουλοπρέπεια στον δυνατό.
Περιγράφει δε με ζωντανές εικόνες την μεταμόρφωση του Ναπολέοντα, από στρατηγό την Δημοκρατίας σε προδότη των ιδεών της Επανάστασης. Ο Ναπολέοντας, Δημοκράτης Στρατηγός, «πεθαίνει» για να πάρει την θέση του ο Ναπολέων Αυτοκράτορας, Δυνάστης του Λαού...
Μέσα από μια ερωτική ιστορία, που σαν την δική σας ήταν ένα σκάνδαλο, βγαίνει ζωντανή η διαφθορά του πολιτικού ηγέτη.



Για τη μάχη του Βατερλώ που έγινε στις 18/6/1815 και η οποία κατέληξε σε συντριβή των δυνάμεων του Ναπολέοντα, o Στέφαν Τσβάιχ γράφει για μια λεπτομέρεια της μάχης που θα μπορούσε να αλλάξει την έκβασή της:

Το λάθος του Γκρουσύ
«...Ο Γκρουσύ, που κράτησε ανάμεσα στα χέρια του την τύχη του Ναπολέοντα, είχε αρχίσει, απ' τις 17 Ιουνίου, να ψάχνει για τους Πρώσους, σύμφωνα με τις διαταγές που έλαβε. Ακολουθούσε την κατεύθυνση που του είπανε. Η βροχή έπαψε. Οι νέες μονάδες, που πήρανε χθες το βάπτισμα του πυρός βαδίζουν τώρα ξένοιαστες, σα να πηγαίνουν περίπατο. Ο εχθρός δε φαίνεται πουθενά, ο πρωσικός στρατός παραμένει άφαντος.
Ξαφνικά, ενώ ο στρατάρχης έτρωγε βιαστικά σε μια καλύβα, το έδαφος άρχισε να τρέμει αλαφρά κάτω απ' τα πόδια του. Έστησε τ' αυτί του. Ακούγεται ασταμάτητα ένα υπόκωφο μουγκρητό που όσο πάει και ξεμακραίνει. Είναι πυροβολικό, που χτυπάει πολύ μακριά από δω, βέβαια, όχι όμως και σε απόσταση μεγαλύτερη από τρεις ώρες. Μερικοί αξιωματικοί πέφτουν καταγής, σαν τους ινδιάνους, για ν' ακούσουν καθαρότερα από πού έρχονται οι βροντές.
Ο κρότος είναι αδιάκοπος. Είναι το κανονίδι του Σαιν Ζεν η αρχή της μάχης του Βατερλό. Ο Γκρουσύ, συγκροτεί συμβούλιο. Ο υπασπιστής του, Ζεράρ, φωνάζει με ορμή: «Πρέπει να βαδίσουμε προς τα κει όπου ακούγονται τα κανόνια!» Ένας άλλος αξιωματικός, συμφωνεί: «Εμπρός και ολοταχώς!» Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως ο αυτοκράτορας επιτίθεται κατά των Άγγλων και πως έχει αρχίσει μεγάλη μάχη.

Ο Γκρουσύ τάχει χαμένα. Συνηθισμένος να υπακούει πάντοτε, ακολουθεί κατά γράμμα τις διαταγές του αυτοκράτορα. Ο Ζεράρ γίνεται έξω φρενών, βλέποντας το δισταγμό του: «Βαδίσατε προς τα κανόνια!» φωνάζει. Η φράση αυτή του κατωτέρου του, μπροστά σε είκοσι άλλους αξιωματικούς φαίνεται πιο πολύ σα διαταγή παρά σαν παράκληση. Κι αυτό δεν αρέσει καθόλου στον Γκρουσύ. Δηλώνει αποφασιστικά και απότομα πως δεν μπορεί να παρεκκλίνει απ' την αποστολή του αν δεν πάρει νέα διαταγή απ' τον αυτοκράτορα. Οι αξιωματικοί απογοητεύονται και τα κανόνια εξακολουθούν να βροντάνε μέσα σε μια σιωπή γεμάτη αποδοκιμασία.
Ο Ζεράρ κάνει μια τελευταία απόπειρα: Παρακαλεί να του επιτρέψουν τουλάχιστον να πάει αυτός με τη μεραρχία του και μερικές ίλες ιππικού και θα τα καταφέρει να φτάσει έγκαιρα. Ο Γκρουσύ σκέφτεται. Σκέφτεται ένα λεπτό...».

 

Στέφαν Τσβάιχ

Ο Στέφαν Τσβάιχ (Stefan Zweig, Βιέννη, Αυστρία, 28 Νοεμβρίου 1881 - Πετρούπολη, Βραζιλία, 23 Φεβρουαρίου 1942) ήταν Αυστριακός συγγραφέας, δημοσιογράφος και βιογράφος.
Γιος του Μόριτζ Τσβάιχ, πλούσιου Εβραίου βιομηχάνου, σπούδασε φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο της Βιέννης, όπου το 1904 έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα.
Η εβραϊκή θρησκεία ελάχιστα επηρέασε την οικογενειακή ζωή και τη μόρφωσή του. «Η μητέρα και ο πατέρας μου ήταν εβραϊκής καταγωγής μόνο στα χαρτιά» δήλωσε ο αργότερα σε μια συνέντευξη. Ωστόσο, ο ίδιος δεν αποκήρυξε την Εβραϊκή πίστη του και έγραψε επανειλημμένως άρθρα σχετικά με την Εβραϊκή ζωή. Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου υπήρέτησε στο γερμανικό Υπουργείο Άμυνας. Παρ' όλα αυτά παρέμεινε ειρηνιστής σε όλη του τη ζωή, τασσόμενος υπέρ της ενοποίησης της Ευρώπης.
Το έτος 1934, μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, κατέφυγε στην Αυστρία κι έπειτα στην Αγγλία. Στη συνέχεια έζησε στην Αγγλία (στο Λονδίνο και από το 1939 στο Bath), και στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1940. Το 1941 πήγε στη Βραζιλία, όπου στις 23 Φεβρουαρίου 1942 ο ίδιος και η δεύτερη σύζυγός του, Lotte, αυτοκτόνησαν απελπισμένοι για το μέλλον της Ευρώπης και του πολιτισμού της.

-Στα απομνημονεύματα του για την προπολεμική Αυστροουγγαρία, ο Στέφαν Τσβάιχ έγραφε: «Βρίσκαμε το καινούριο, γιατί ποθούσαμε το καινούριο, πεινούσαμε για κάτι που μας άνηκε, και άνηκε μόνο σε εμάς και όχι στον κόσμο των πατέρων μας. Οι νέοι διαθέτουν, όπως μερικά ζώα ένα ένστικτο που τους προειδοποιεί για τις μετεωρολογικές μεταβολές. Κι έτσι η γενιά μας προαισθανόταν, πριν ακόμη το υποπτευθούν οι καθηγητές μας και τα πανεπιστήμια, πως κάτι καινούριο ερχόταν».

-Πολλά από τα μυθιστορήματα του Τσβάιχ γράφονται και διαδραματίζονται κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, των μεγάλων κοινωνικών συγκρούσεων, των επαναστάσεων, των φασιστικών ή εξτρεμιστικών κινημάτων. Ο κόσμος του Τσβάιχ είναι ένας κόσμος που αλλάζει δίχως να λογαριάζει τις όποιες απώλειες, ένα τοπίο κινούμενης άμμου που απειλεί να καταπιεί τους πάντες και φυσικά πρώτα τις ασθενέστερες κοινωνικά ομάδες. Παρότι λοιπόν τα βιβλία του δεν γράφονται με πολιτική πρόθεση, ως ρεαλιστής συγγραφέας ο Τσβάιχ αποτυπώνει με ενάργεια το κλίμα της σήψης και της κοινωνικής εξαχρείωσης, που χαρακτήρισε τον μεσοπόλεμο, εποχή των άκρων και των ακροτήτων.

-Με άρθρο του σε αθηναϊκή εφημερίδα ο Παλαμάς υμνούσε τον Στέφαν Τσβάιχ και κατηγορούσε τον Θέμο Αθανασιάδη Νόβα που φλέρταρε με τον ναζισμό. Ο Αθανασιάδης Νόβας είχε κατακρίνει το ανέβασμα του έργου «Του φτωχού τ' αρνί» του Τσβάιχ από το Εθνικό Θέατρο με ένα πολύ γνώριμο επιχείρημα: «Ο Τσβάιχ είναι Εβραίος και η κριτική μασονία που τον επέβαλε επίσης εβραϊκή» (εφημ. «Νέος Κόσμος», 8.11.1934). Ο Παλαμάς απάντησε με μια καταπληκτική φράση: «Ο Τσβάιχ είναι στα χρόνια μας αριστοτέχνης, είν' ένας συγγραφέας από τους ονομαστούς και τους έξοχους [.] Εβραίος ή Αθηναίος» (10.11.1934). Αλλά ο Αθανασιάδης Νόβας επέμεινε: «Οχι διδάσκαλε, δεν κάνει το ίδιο.» (15.11.1934).

 

Ο κόσμος του χθες - Αναμνήσεις ενός Ευρωπαίου

Ο Στέφαν Τσβάιχ επισκέφτηκε την Αμερική κάπου ανάμεσα στα 1900 και 1910. Στις εντυπώσεις του από το ταξίδι αυτό περιγράφει για το-περπάτημα πάνω σε ατσάλι-:
«...Βρισκόμαστε όμως πριν τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο και πολύ πριν το κραχ του 1929, που άλλαξε τις συνθήκες εργασίας στην Αμερική και σε άλλες χώρες. Στο τέλος το συναίσθημα πως οι περιπλανήσεις μου ήταν άσκοπες έγινε τόσο δυνατό, ώστε για να το υπερνικήσω σκέφτηκα να το κάνω πιο ελκυστικό με τη βοήθεια ενός τεχνάσματος. Επινόησα πραγματικά ένα παιχνίδι που το έπαιζα ολομόναχος. Υπόβαλα στον εαυτό μου, καθώς περιπλανιόμουνα τελείως μόνος, ότι ήμουν ένας από τους αναρίθμητους μετανάστες που δεν ήξεραν τι θα γίνουν και πως δεν είχα παρά επτά δολάρια στην τσέπη. Κάνε λοιπόν για το κέφι σου εκείνο που αυτοί κάνουν αναγκαστικά! Φαντάσου ότι είσαι αναγκασμένος μέσα σε τρεις μέρες το πολύ να κερδίζεις το ψωμί σου. Σκέψου με τι τρόπο θα βρεις αμέσως μια απασχόληση. Όπως είσαι ξένος, χωρίς σχέσεις, χωρίς φίλους. Άρχισα να πηγαίνω από το ένα γραφείο ευρέσεως εργασίας στο άλλο, και να μελετώ τα τοιχοκολλημένα χαρτιά στις πόρτες. Εδώ γύρευαν ένα φούρναρη, εκεί έναν υπεράριθμο υπάλληλο που έπρεπε να ξέρει γαλλικά και ιταλικά, αλλού ένα βοηθό σε ένα βιβλιοπωλείο, η τελευταία αυτή δουλειά μ' όλα ταύτα ήταν η πρώτη τύχη για το φανταστικό μου εγώ. Ανέβηκα τρία πατώματα από μια σιδερένια γυριστή σκάλα, πληροφορήθηκα για το μισθό και έκανα τη σύγκριση με την τιμή που είχαν αναγγείλει στις εφημερίδες για ένα δωμάτιο στο Μπρονξ. Ύστερα από δυο μέρες που έψαξα για να βρω δουλειά, είχα βρει θεωρητικά πέντε θέσεις που θα μπορούσαν να μου εξασφαλίσουν τη ζωή μου, έτσι μπόρεσα να πεισθώ, πολύ καλύτερα παρά αν γύριζα άσκοπα στους δρόμους, για τις πολυάριθμες δυνατότητες που προσφέρονταν σ' αυτή τη νέα χώρα στον άνθρωπο που ήθελε να δουλέψει κι αυτό μου έκανε εντύπωση. Μπόρεσα να καταλάβω, τρέχοντας από το ένα γραφείο στο άλλο και ρωτώντας στα εμπορικά, τη θεία ελευθερία που έχαιραν σ' αυτό το τόπο. Κανένας δε ρωτούσε να μάθει την εθνικότητά μου, τη θρησκεία μου, την καταγωγή μου...»

Και ξεσπάει ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος θέτοντας τέλος στην εποχή οικονομικής ευμάρειας και -ξενοιασιάς- που ζούσαν μέχρι τότε οι άνθρωποι. Ο Στέφαν Τσβάιχ περιγράφει πώς αντιμετώπισαν οι Αυστριακοί πολίτες την κήρυξη αυτού του καταστροφικού πολέμου:
«Την άλλη μέρα το πρωί στην Αυστρία! Σε κάθε σταθμό ήταν τοιχοκολλημένες οι ειδοποιήσεις που ανάγγελναν την γενική επιστράτευση. Τα τρένα γέμιζαν από νεοσύλλεκτους, που πήγαιναν να αναλάβουν υπηρεσία, οι σημαίες κυμάτιζαν, η μουσική αντηχούσε, στη Βιέννη βρήκα όλη την πόλη σε παραλήρημα. Ο πρώτος φόβος που ενέπνευσε ο πόλεμος, που κανένας δεν τον ήθελε, ούτε οι λαοί, ούτε οι κυβερνήσεις, αυτός ο πόλεμος που είχε γλιστρήσει εναντίον των προθέσεών τους από τα αδέξια χέρια των διπλωματών που έπαιζαν και μπλόφαραν μ' αυτόν, είχε μεταμορφωθεί σ' έναν ξαφνικό ενθουσιασμό. Στους δρόμους σχηματίζονταν διαδηλώσεις, παντού ανεμίζονταν σημαίες, ταινίες, μουσικές, οι νεοσύλλεκτοι προχωρούσαν θριαμβευτικά, και τα πρόσωπά τους ακτινοβολούσαν, γιατί στο πέρασμά τους ξεφώνιζαν χαρούμενα, γι' αυτούς, τους μικρούς ανθρωπάκους της καθημερινής ζωής που, ως τα τότε, κανένας δεν τους είχε προσέξει και επευφημήσει.
Για να είμαι ειλικρινής, πρέπει να ομολογήσω ότι σ' αυτό το ξεσήκωμα της μάζας υπήρχε κάτι το μεγαλοπρεπές, κάτι που σε συνέπαιρνε και που σε έθελγε, και που ήταν πολύ δύσκολο να του αντισταθείς. Και μ' όλο το μίσος και τη φρίκη μου για τον πόλεμο, δεν θα ήθελα να στερήσω τη ζωή μου από την ανάμνηση αυτών των πρώτων ημερών. Οι χιλιάδες και οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι ένιωθαν όπως ποτέ, εκείνο που θα έπρεπε να το νιώθουν να το νιώθουν καλύτερα στον καιρό της ειρήνης, δηλαδή ως ποιο σημείο ήταν αλληλέγγυοι. Μια πόλη από δυο εκατομμύρια κατοίκους, μια χώρα με σχεδόν πενήντα εκατομμύρια ένιωθαν εκείνη την ώρα ότι ζούσαν μια σελίδα της παγκόσμιας ιστορίας, μια στιγμή που δεν θα ξαναρχόταν ποτέ πια, και τον καθέναν τον καλούσαν να ρίξει το ελάχιστο εγώ του σ' αυτή τη φλεγόμενη μάζα, για να εξαγνιστεί εκεί μέσα από κάθε εγωισμό. Όλες οι διαφορές βαθμού, γλώσσας, τάξης, θρησκείας είχαν καταλυθεί για μια στιγμή από το συναίσθημα της αδερφοσύνης που μας πλημμύριζε. Άγνωστοι μιλούσαν ο ένας στον άλλον στους δρόμους, άνθρωποι που απόφευγαν χρόνια ολόκληρα  ο ένας τον άλλον έσφιγγαν τώρα τα χέρια, έβλεπα παντού ζωντανεμένα πρόσωπα. Κάθε άτομο αισθανόταν τον εαυτό του να πλαταίνει, δεν ήταν πια ο μοναχικός άνθρωπος του χθες, ήταν ενσωματωμένος σε μια μάζα, και το ως τα τότε ασήμαντο πρόσωπό του έπαιρνε μια σημασία. Ο μικρός ταχυδρομικός υπάλληλος που απ' το πρωί ως το βράδυ δεν έκανε άλλο από να ξεχωρίζει γράμματα, και ξεχώριζε αδιάκοπα αδιάκοπα από τη Δευτέρα ως το Σάββατο, ο γραφιάς, ο παπουτσής, απόκτησαν ξαφνικά μια άλλη προοπτική, μια ρομαντική προοπτική για τη ζωή τους. Είχαν τη δυνατότητα να γίνουν ήρωες...»

Όμως λίγες σελίδες παρακάτω περιγράφεται πώς επέστρεφαν οι τραυματίες:
«Αλλά το πιο φοβερό απ' όλα ήταν τα νοσοκομειακά τρένα που χρειάστηκε να πάρω άλλες δυο φορές. Α! πόσο λίγο έμοιαζαν με κείνα τα υγειονομικά τρένα, τα καλοφωτισμένα, τα ολόασπρα, τα καλοπλυμένα, όπου οι αρχιδούκισσες και οι κυρίες της καλής βιενέζικης κοινωνίας είχαν φωτογραφηθεί με στολή νοσοκόμου στην αρχή του πολέμου! Εκείνο που είδα τρέμοντας, ήταν κοινά φορτηγά οχήματα χωρίς πραγματικά παράθυρα με μόνο μια στενή χαραματιά για αερισμό, και φωτισμένα με λυχνάρια που κάπνιζαν. Πρωτόγονα φορεία, ήταν στη σειρά το ένα πλάι στο άλλο, και όλα γεμάτα από πλάσματα που βογγούσαν, ιδρωμένα, κατάχλωμα σαν πεθαμένα και που αγκομαχούσαν για λίγο αέρα μέσα στην ανυπόφορη μυρωδιά του ιδρώτα και του ιωδοφορμίου. Οι στρατιωτικοί νοσοκόμοι τρίκλιζαν παρά περπατούσαν, τόσο κουρασμένοι ήταν, δεν έβλεπες τίποτα από τα εκθαμβωτικά κρεβάτια που μας έδειχναν οι φωτογραφίες. Κάτω από τις χοντροϋφασμένες κουβέρτες, τις από καιρό καταματωμένες, οι άνθρωποι ήταν ξαπλωμένοι στο άχυρο ή στα σκληρά φορεία και μέσα σε κάθε βαγόνι είχαν κιόλας δυο ή τρεις νεκρούς ανάμεσα στους ετοιμοθάνατους και στους πληγωμένους που βογγούσαν...»



24 ώρες από τη ζωή μιας γυναίκας του Στέφαν Τσβάιχ

Vierundzwanzig Stunden aus dem Leben einer Frau (1927)

Σκηνοθεσία: Κώστας Ασημακόπουλος
Μετάφραση και ραδιοφωνική προσαρμογή: Ιουλία Ιατρίδη
Μουσική επιμέλεια: Δόμνα Ακατογλίδου
Επιμέλεια ήχων: Δανάη Ευαγγελίου
Ρύθμιση ήχου: Γρηγόρης Γίγας
Παίζουν με τη σειρά που ακούγονται οι ηθοποιοί:
Μαίρη Αρώνη, Μάκης Ρευματάς, Ρίτα Μουσούρη, Ζωή Παπαδοπούλου, Αλίκη Ζωγράφου, Ντίνα Γιαννακού, Λυκούργος Καλλέργης, Κώστας Καστανάς, Δήμος Σταρένιος, Πάνος Χατζηκουτσέλης, Ευάγγελος Κολώνας.
Ηχογράφηση 1973
*Από το αρχείο της ΕΡΤ

Ηχητικό Ντοκουμέντο

Θεατρική παράσταση:
24 ώρες από τη ζωή μιας γυναίκας του Στέφαν Τσβάιχ

Ακούστε... 24ιώρεςιαπόιτη ζωήιμιαςιγυναίκας
Διάρκεια: 1:45:26

Yπόθεση:
Το ερωτικό πάθος μιας ώριμης μοναχικής γυναίκας για έναν απελπισμένο νέο γίνεται αφορμή για μια αποκαλυπτική περιπλάνηση στα βάθη της γυναικείας ψυχής. Βασισμένη στην ομώνυμη νουβέλα του Στέφαν Τσβάιχ, η παράσταση παρακολουθεί δύο ανθρώπους που θα αγγίξουν, μέσα από τον έρωτα, τα όρια ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Μια ακραία στιγμή για τη γυναικεία ευαισθησία, μια νύχτα «τόσο γεμάτη πάλη και λόγια, οργή και μίσος, δάκρυα ικεσίας και μέθης - έτσι που μου φάνηκε σα να κράτησε χίλια χρόνια».

Η νουβέλα «24 ώρες από τη ζωή μιας γυναίκας» που έχει γραφτεί το 1927 από τον Στέφαν Τσβάιχ, διαδραματίζεται στη Γαλλική Ριβιέρα και αφορά στην εξομολόγηση μιας ώριμης γυναίκας προς τον Στέφαν Τσβάιχ. Η περιπέτειά της, άρχισε μέσα στην αίθουσα του καζίνου όπου σύχναζε για να νιώθει λίγη ένταση απ' αυτή των παιχτών, σαν φως, στο γκρίζο και μελαγχολικό τοπίο της ανιαρής ζωής της. Εκεί τράβηξε την προσοχή της ένας νέος, εξαθλιωμένος από το πάθος της χαρτοπαιξίας. Έβαλε στόχο να τον σώσει και μ' αυτόν τον τρόπο να δώσει νόημα στην ύπαρξή της. Η πρόθεσή της ήταν αγνή, καθαρή, όμως μέσα από τα γεγονότα που μεσολαβούν σ' αυτή την οδυνηρή συνάντηση, αφυπνίζεται η γυναικεία της φύση και τότε τα πράγματα περιπλέκονται.
Αυτή η ιστορία διήρκεσε μοναχά είκοσι τέσσερις ώρες. Σ' αυτές τις ώρες η γυναίκα και ο νέος, παίζουν στην ρουλέτα της ζωής, αισθήματα, πάθος, προσδοκίες, ελπίδα, χαρά και βαθύ πόνο.

«Αυτή η ιστορία, λαμπρά αφηγημένη και άψογα θεμελιωμένη ως προς τα κίνητρα, είναι ασφαλώς από μόνη της άξια ύπαρξης και διαθέτει τα εχέγγυα για την άσκηση ισχυρής επίδρασης στον αναγνώστη. Η ανάλυση μας δείχνει ωστόσο ότι η επινόησή της έχει τις ρίζες της σε μια φαντασίωση της εφηβικής ηλικίας, την οποία ορισμένοι είναι σε θέση να ανασύρουν ακόμη και συνειδητά από τη μνήμη τους»
Ζίγκμουντ Φρόιντ

 

Το «24 ώρες από τη ζωή μιας γυναίκας» γυρίστηκε τρεις φορές ταινία.
Το 1952, το 1968 και το 2002 σε σκηνοθεσία του Laurent Bouhnik με τους Agnes Jaoui, Michel Serrault, Berenice Bejo, Nikolaj Coster-Waldau, Frances Barber.





   



Απολαύστε υπεύθυνα




   

Copyright © ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ως3
Aνάπτυξη & Yλοποίηση: Ως3 Π.Ο.Ε.Α.Μ.
Πρότυπη Οικολογική Εκδοτική Αγροτουριστική Μονάδα Ως3