Αρχικήισελίδα

Αφιερώματα

Ταιγεγονότα

Artως Radio

Exodως3

 

 

 

 

 

Αφιερώματα

 

 
Αφιερώματα
Ζapink: Έλληνες Σκιτσογράφοι

ΜΠΟΣΤ
...Ότι ήταν ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι για την εποχή του,
το ίδιο απάνω κάτω είναι και ο Μέντης Μποσταντζόγλου για την σημερινή εποχή...

ΚΕΙΜΕΝO: SOLOUP



Τέτοια καλούδια γράφει για τον εαυτό του ο Μπόστ, στο πρώτο του λεύκωμα με σκίτσα. Το παράδοξο είναι ότι παρά τον εμφανή αυτοσαρκασμό, η αναφορά στο συγκεκριμένο «βιογραφικό» απόσπασμα, γίνεται σε όλα τα κείμενα που έτυχε να διαβάσω, αφιερωμένα στην τέχνη του. Αναφορές που πέρα από τον «Νταβιντσικό» αυτοσαρκασμό του συγγραφέα, αποκαλύπτουν ένα κομμάτι της αλήθειας σχετικό με την πολύπλευρη προσωπικότητα του Μπόστ. Και όχι άδικα.
Ο Μέντης Μποσταντζόγλου, εκτός από τις απίστευτες γελοιογραφίες που μας άφησε (μπαρόκ κατασκευάσματα που για να τα διαβάσεις σε ανάγκαζε να γυρίζεις την εφημερίδα γύρω -γύρω), καταπιάστηκε ακόμα με το θέατρο, το χρονογράφημα, τα σατιρικά κείμενα, τη διαφήμιση, τα σκηνικά, τη ζωγραφική, την διακόσμηση και τα ...«ορέα δόρα». Συνδετική ουσία σε όλα αυτά, το πνεύμα και η καυστικότατη σάτιρά του. Τα σκίτσα ολίγον τι απαθή, στέκονται θαρρείς αδιάφορα μπροστά στο τρελό πανηγύρι που στήνουν τ ανατρεπτικά ανορθόγραφα κείμενα και οι στιχομυθίες του. Θα μπορούσαμε (οι φανατικοί εραστές του ανεπανάληπτου ύφους του) να μιλήσουμε ακόμα και για τον καλύτερο ή μεγαλύτερο Έλληνα γελοιογράφο, αν οι σκιτσογράφοι έκαναν πρωταθλητισμό και όχι χιούμορ. Σίγουρα όμως ο Μέντης Μποσταντζόγλου είναι ο πιο ιδιόμορφος ,πολύπλευρος και πολυτάλαντος.



Πριν γεννηθώ, το θρυλικό βιβλίο «Σκίτσα του Μπόστ» υπήρχε ήδη στη βιβλιοθήκη μας. (Το έχω αυτή τη στιγμή μπροστά μου, «εκδόσεις Κείμενα, Δρχ. 100»...) Πριν ακόμα μάθω να διαβάζω, θυμάμαι αυτόν τον παράξενο τόμο με τις ζωγραφιές και τα πολλά γραμματάκια, στο ψηλότερο ράφι μαζί με τις εγκυκλοπαίδειες. Τον διάβαζαν κατά καιρούς ο πατέρας κι ο αδελφός μου ξεκαρδισμένοι στα γέλια, κι εγώ από κοντά, χάζευα κάτι φτωχοντυμένα καραγκιοζάκια, κάτι ιππότες, μια άσχημη γυναίκα με περικεφαλαία. Αργότερα έμαθα ν απαγγέλλω τον... «¶γριο κροκόδηλο».. «Ένα μωρόν ιθαγενής, πηγένη στο πoτάμη...». Στο σχολείο αντέγραφα σκιτσάκια του για εκδηλώσεις της τάξης. Χρόνια μετά, σε μια σύναξη σκιτσογράφων, προσκεκλημένος κι εγώ από τον Αρχέλαο, συστηνόμουν επιτέλους στον μεγάλο Μπόστ. Ένα μανίκι της καμπαρντίνας μου ξαντεριάστηκε μ ένα μανίκι του σακακιού (αφού δεν τα πας τι τα φοράς!), το κρασί που κράταγα χύθηκε, το αμήχανο τσιγάρο μου έπεσε αναμμένο στα πόδια του κι εγώ το μάζεψα και συνέχισα να το καπνίζω... Καταϊδρωμένος και κόκκινος, ίσα που ψέλλισα κάτι ακαταλαβίστικα κουτσουρεμένα θαυμαστικά. Αχ κύριε Μέντη, ποτέ δεν σας είπα αυτοπροσώπως, πόσο πολύ σας θαύμαζα...
Αρκετά με τις εξομολογήσεις. Ας μπούμε στο ψητό.



Ο Χρύσανθος (Μέντης) Βοσταντζόγλου γεννήθηκε το 1918 στην Κωνσταντινούπολη. Έπειτα από ένα πέρασμα στη Ρουμανία, η οικογένειά του ήρθε στην Ελλάδα. Το 1939 εισάγεται στη Σχολή Καλών Τεχνών στη τάξη του Μπισκίνη, αλλά τα παρατάει μετά από 6 μήνες λόγω…ανθυγιεινού ακαδημαϊκού κλήματος. Το 1942 μπαίνει στο ΕΑΜ και το 1945 εκδίδει με δικά του έξοδα το πρώτο του βιβλίο: «Ο Αγιος Φανούριος. Βοήθημα δια την κατανόησιν των Κινέζων κλασσικών..Γκα-τσου και Βου-Σβου-Νι». Το 1952 αρχίζει να εργάζεται στην «Καθημερινή» ως ταμίας και βιβλιοθηκάριος. Το ταλέντο του το ανακαλύπτουν μετά από δυο χρόνια στις «Εικόνες» κι αργότερα στον «Ταχυδρόμο», όπου και αρχίζει να εργάζεται επιτέλους ως εικονογράφος. Εν τω μεταξύ, το 1953 έχει ήδη εικονογραφήσει και το πρώτο του ...κόμικς (αν και απ' ότι ξέρω, ποτέ δεν δέχθηκε αυτήν την ιδιότητα) «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» για τις εκδόσεις «Ατλαντίς» σε κείμενα της Ειρήνης Φωτεινού.



Το 1958, στη στήλη του το «Μποστάνι του Μποστ» εμφανίζονται και οι τρεις θρυλικοί σούπερ- αντιήρωες του: η Μαμά Ελλάς, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα. Αποκαλυπτικές φιγούρες των κοινωνικοπολιτικών και πολιτισμικών μεταλλάξεων και αντιφάσεων μιας ολόκληρης εποχής.
Ακολουθούν συνεργασίες με τα περιοδικά «Ομάδα», «Θεατής», «Ελευθερία» και μετά από αρκετές ανατροπές, δημοσιογραφικούς διωγμούς και μηνύσεις καταλήγει στην «Αυγή».
Το 1966, κουρασμένος από το καθημερινό γράψιμο, ανοίγει το μαγαζί του «Λαικαί Εικόναι» και αρχίζει να διακοσμεί ποτήρια, πιάτα και διάφορα αντικείμενα («τα κακά κόποις κτώνται» πάνω σε δοχεία... νυκτός, «μ' ενδιαφέρεις πολύ σεκσουαλικώς» και άλλα τέτοια), να πουλάει αντίκες και να ζωγραφίζει. Παράλληλα, ξεκλέβει χρόνο για να σκαρώνει τα δεκαπεντασύλλαβα θεατρικά του. Τα σκίτσα και τα χρονογραφήματα αν και ουσιαστικά τα έχει σταματήσει, επιστρέφει για μικρές περιόδους σε αυτά, συνεργαζόμενος με τον «Ταχυδρόμο», το «Αντί», τον «Θούριο», το «Mens Look», την «Πρωινή» και την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία».



Η ζωγραφική, δίνει σιγά-σιγά την ευκαιρία στα πινέλα του ν' αφηγηθούν με αλληγορίες και συμβολισμούς, όλα αυτά που δεν μπορούσαν να πουν μέχρι τώρα οι πένες. Ήρωες της αρχαιότητας και της Ελληνικής επανάστασης αλλά και ιστορικά ζευγάρια όπως ο Ερωτόκριτος με την Αρετούσα, ο «Ρομέος και η Ιουλιέτα», η Ασπασία και ο Περικλής, ποζάρουν στα κάδρα του αυτοδίδακτου Μποσταντζόγλου, μπολιασμένοι από την λαϊκή ζωγραφική, την εικονογραφία του καραγκιόζη, την υπερεαλιστική ματιά του Εγγονόπουλου και πάνω απ' όλα, την απλότητα του Θεόφιλου.



Με τον δικό του ανορθόδοξο τρόπο, καταπιάνεται επίσης και με το Θέατρο. Γράφει λοιπόν εκτός από τα (κατά την ταπεινή μου γνώμη ) αριστουργήματα «Φαύστα» και «Μήδεια», τον δικό του «Δον Κιχώτη», την «Όμορφη πόλη», την «Μαρία Πενταγιώτισσα», το «40 χρόνια Μπόστ». Το κύκνειο άσμα του «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», είχε την τιμή και την χαρά, να το δει το 1995 καταχειροκροτούμενος, να παίζεται στο Ηρώδειο, λίγους μήνες πριν πάει να πιάσει κουβέντα με τον... Ντα Βίντσι.
Τα εγκωμιαστικά λόγια της εισαγωγής για την μεγαλοσύνη του Μπόστ, δεν είναι πληθωριστικοί χαρακτηρισμοί για χάρη του συγκεκριμένου αφιερώματος. Διαβάζοντάς τον, καταλαβαίνεις πως περίπου λειτουργούσε και λειτουργεί διαχρονικά, ο λόγος του Αριστοφάνη. Η δουλειά του Μπόστ μιλάει από μόνη της. ¶κρως πολιτικοποιημένος και πολιτικός, (είχε κατέβει αρκετές φορές και πάντα ...αποτυχημένα, ως υποψήφιος βουλευτής της αριστεράς) κατάφερε με την οξύνοια της σκέψης του, να μιλάει για συγκεκριμένα κι εφήμερα συμβάντα, με τη διαύγεια ενός διαχρονικού στοχασμού. Στο έργο του ότι κι αν ήταν αυτό (σκίτσο, θέατρο, ζωγραφική, κείμενο), συνυπάρχουν ταυτόχρονα όλες οι εποχές και όλες οι ιστορικές στιγμές της Ελλάδας αγκαλιά. Αρχαιότητα, βυζάντιο, μεσαίωνας, απελευθερωτικός αγώνας, οι χαμένες πατρίδες, το έπος του 40, αλλά και εμφύλιος, και Καραμανλής, και ...Ωνάσης.
Στα χρόνια που γράφει, η Ελλάδα μοιάζει κυριολεκτικά με τον μπερντέ του Καραγκιόζη. Από τη μια η παράγκα, η ανέχεια και η ασυνέχεια, από την άλλη το παλάτι και τα πλούτη. Οι νεοέλληνες, στην «μετάλλαξη της εποχής». Η ημιμάθεια και ο νεοπλουτισμός. Τα φτωχαδάκια που ονειρεύονται μια πιο άνετη, πολιτισμένη, «ευρωπαϊκή» ζωή. Αυτήν την μετάλλαξη με τις αντιφάσεις της, πιάνει με διαύγεια ο Μπόστ και με οξύτατο σαρκασμό, της δίνει και καταλαβαίνει. Ακόμα και οι διώκτες του στην χούντα, γελούσαν από ψυχής με τα γραπτά του.



Το χιούμορ του είναι πολυδιάστατο και η φαρέτρα του γεμάτη από ξεκαρδιστικά βέλη. Έχει τον σουρεαλιστικό δεκαπεντασύλλαβο, την ηθελημένη ανορθογραφία, τους ιστορικούς αναχρονισμούς την φαινομενική απάθεια των σκίτσων, την βαρύγδουπη κενότητα του λόγου των ηρώων, τη μαύρη (κάποιες στιγμές σχεδόν σπλάτερ) αφήγηση. Το αστείο του πραγματικά δεν ξέρεις από πού σου έρχεται. Ποια αδυναμία σου πιάνει και σε αναποδογυρίζει.
Ο Μποστ ήταν από μόνος του μια σχολή. Κανείς (όπως ίσως σε άλλους σκιτσογράφους) δεν τόλμησε να τον μιμηθεί. Αντιθέτως, γνώρισε την αγάπη και την εκτίμηση των συναδέλφων του. Του Κώστα Μητρόπουλου, του Στάθη, του Κυρ, του Καλαϊτζή και τόσων μα τόσων άλλων. Και το έργο που μας άφησε, αδιαμφισβήτητα πρωτοποριακό. Στα σκίτσα του συναντάμε για πρώτη φορά τα μπαλονάκια των κόμικς, πολύ πριν καθιερωθούν στην Ελληνική γελοιογραφία (πιθανότατα) από τον Ιωάννου και άλλους νεώτερους δημιουργούς. Με τον σαρκασμό του προτρέχει (όπως σωστά παρατηρεί και ο Θ. Μουτσόπουλος) ακόμα και αυτών των ανατρεπτικών αμερικάνικων underground comix της δεκαετίας του '60. Η στιχομυθία και η σουρεαλιστική μυθοπλασία του απ' την άλλη, είναι απλά, αξεπέραστη. Και πάνω απ' όλα ο λόγος του ξεκαρδιστικός, διαυγέστατα πολιτικός, σαρκαστικός και αυτοσαρκαστικός, τολμάει να τα βάλει όχι μόνο με τους πολιτικούς του αντιπάλους, αλλά και με την ίδια την Αριστερά που την πονάει και τον πονάει.
Τι άλλο να χωρέσω σ' αυτές τις λίγες γραμμές που απόμειναν;



Όσοι θέλουν να γνωρίσουν ή να ξαναθυμηθούν το έργο του, μπορούν να ψάξουν για κάποιες επανεκδόσεις κειμένων και σκίτσων από τις εκδόσεις «Καστανιώτη», «Γράμματα» και «Ερμή». Παραπέμπω επίσης στο σημαντικότατο αφιέρωμα- λεύκωμα που εκδόθηκε το 1996 μετά θάνατον, από την Θεατρική Εταιρία Στοά. Επίσης θυμίζω τα μεστά αφιερώματα, του φεστιβάλ της «Βαβέλ» το 2001 και της «Καθημερινής» (Επτά, ημέρες, 8 Μαΐου 2003).
Αχ, κυρ Μέντη, σε θυμάμαι έξω από το Ηρώδειο με το άσπρο σου πουκάμισο να λάμπεις, λίγο πριν τον «Ρομέο» σου... Όπως τελειώνεις κι εσύ το «Νταβιντσικό» βιογραφικό σου ...«θάγραφα κι άλλα, αλλά δεν με παίρνει ο χώρος»...


 

 

 

 

 

Σκιτσογράφοι
Αρκάς
Ιορδάνης Ανανιάδης
Τάσος Αναστασίου
Αρχέλαος
Τάσος Αποστολίδης
Αντώνης Βαβαγιάννης
Σπύρος Βερύκιος
Δημήτης Βιτάλης
Θεοδόσης Βρανάς
Σπύρος Δερβενιώτης
Μιχάλης Διαλυνάς
Λάζαρος Ζήκος
Πέτρος Ζερβός
Μαρία Ζογλοπίτου
Χρήστος Ζωϊδης
Γιάννης Ιωάννου
Γιάννης Καλαϊτζής
Καρκ
Μιχάλης Κουντούρης
Νίκος Κούτσης
Γιάννης Κουτσούρης
Κυρ
Ηλίας Κυριαζής
Κων
Βασίλης Λώλος
Ηλίας Μακρής
Μποστ
Παναγιώτης Μαραγκός
Νίκος Μαρουλάκης
Γιώργος Μελισσαρόπουλος
Νίκος Μηλιώρης
Γιάννης Μητσομπόνος
Κώστας Μητρόπουλος
Γιώργος Μπότσος
Αλή Ντίνο 1
Αλή Ντίνο 2
΄Εφη Ξένου
Σπύρος Ορνεράκης
Ζήσης Παπαγεωργίου
Γιώργος Παπαδάκης
Αλέκος Παπαδάτος
Βαγγέλης Παυλίδης
Θανάσης Πέτρου
Ανδρέας Πετρουλάκης
Φώτης Πεχλιβανίδης
Βλαντιμίρ Ραντιμπράτοβιτς
Στάθης
Tasmar
Τέτη Σώτου
Ηλίας Ταμπακέας
Γιώργος Tραγάκης
Γιώργος Τσούκης
Δημήτρης Χαντζόπουλος
Βαγγέλης Χερουβείμ
Βασίλης Χριστοδούλου
Soloup
 
Ειδικά Αφιερώματα

Comicdom 

Δημήτρης Βανέλλης
Παυλίνα Καλλίδου
Koμικοϊστορίες
Γκιουνερί Ιτσογλου
Παραπέντε
Ομάδα "Υ"

Αστεινομία vs Haderer

 
Αrtως Radio
Το ραδιόφωνο του Ως3