Oι άνθρωποι που ήθελαν
να αλλάξουν τον κόσμο
Μάνος Χατζιδάκις
Μελίνα Μερκούρη
Μάνος Λοϊζος
Μίκης Θεοδωράκης
Νίκος Καββαδίας
Γιάννης Ρίτσος
Γιώργος Σεφέρης
Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τσε Γκεβάρα
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι
Νίκος Μπελογιάννης
Άγγελος Σικελιανός
Άρης Βελουχιώτης
Πάμπλο Νερούδα
Ανδρέας Εμπειρίκος
Μπέρτολτ Μπρεχτ
Παύλος Σιδηρόπουλος
Χάρολντ Πίντερ

Μανώλης Αναγνωστάκης

Βλαντίμιρ Λένιν
Μαρία Δημητριάδη

Οδυσσέας Ελύτης

Κώστας Βάρναλης
Κάρολος Κουν
Κώστας Καρυωτάκης
Βασίλης Τσιτσάνης
Νίκος Παπάζογλου
Τζον Λένον
Πάτι Σμιθ
Γεώργιος Καραϊσκάκης
Νίκος Καζαντζάκης
Νίκος Ξυλούρης
Μάνος Ξυδούς
Στρατής Τσίρκας
Φερνάντο Πεσσόα
Νικόλας Άσιμος
Τσαρλς Μπουκόφσκι
Κατερίνα Γώγου


Ειδικά αφιερώματα
Λίνα Νικολακοπούλου
Σταμάτης Κραουνάκης
Κική Δημουλά
Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Διονύσης Τσακνής
Νίκος Εγγονόπουλος
Δημήτρης Χορν
Κωνσταντίνος Καβάφης
Θόδωρος Αγγελόπουλος
Θάνος Μικρούτσικος
Αλέξης Μινωτής
Μίμης Πλέσσας
Χάρις Αλεξίου
Δήμητρα Γαλάνη
Θανάσης Βέγγος
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Σταύρος Ξαρχάκος
Νίκος Γκάτσος
Μάρκος Βαμβακάρης
Γιάννης Τσαρούχης
Κατίνα Παξινού
Μιχάλης Καραγάτσης
Διονύσης Σαββόπουλος
Ελένη Καραϊνδρου
Άντριου Λόιντ Γουέμπερ
Πέδρο Αλμοδόβαρ
Άγαμοι Θύται
Σπείρα Σπείρα
Αγκάθα Κρίστι
Σαλβαντόρ Νταλί
Τζον Μάλκοβιτς
Αντζελίνα Τζολί
Νίνο Ρότα

Aφιέρωμα: Μετάδοση
200 θεατρικών παραστάσεων
από το Ελληνικό και Ξένο Δραματολόγιο




 

 

 

 
Αφιερώματα  

Bασίλης Παπακωνσταντίνου
Πρώτη παρουσίαση: Νοέμβριος 2003
((Τελευταία ενημέρωση 12/02/16)

Αφιέρωμα / Συνέντευξη Δισκογραφία Βιογραφικό Video

ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ

Επιμέλεια: Νίκος Βιδάλης
Κείμενα: Όλγα Λασκαράτου, Γιώργος Νικολαϊδης, Άρης Δούκας, Ζωή Πολίτη
Φωτογραφίες: Μαρία Γιαννοπούλου
Μουσική επιμέλεια: Άρης Δούκας




Τραγούδι: Μικρές νοθείες - Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Διάρκεια: 04:47 - (1.471KB)
Στίχοι: Oδυσσέας Ιωάννου
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος - Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

...Δεν μπαίνει καν θέμα αν κουράστηκα ή όχι. Είναι σαν να μου λέει κάποιος «κουράστηκες να ζεις». Είναι τρόπος ζωής μου αυτό το τραγούδι. Δεν κουράστηκα να ζω. Θα ζω έντονα γιατί είμαι των άκρων και θέλω το μάτι μου να είναι όπως των νέων παιδιών, των παιδιών της Ελλάδας όμως που το μάτι τους είναι ζωντανό, γυαλίζει...

...Χαίρομαι γιατί κινούνται οι νέοι. Θέλουν να τους παρουσιάσουν πότε ως χούλιγκανς, πότε ως αναρχικούς, πότε ως μαλιάδες, πότε ως κωλόπαιδα γιατί αυτό τους βολεύει. Θέλουν να τους απομονώσουν, όμως δεν θα τα καταφέρουν...

Τελειώνοντας την κουβέντα με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου που τώρα ξεδιπλώνεται στις σελίδες μπροστά σας, μια μόνο σκέψη γλίστρησε από το μυαλό μου «είναι δύσκολο να παίρνεις συνέντευξη από έναν rock star».
Το «αστέρι» από τα καμαρίνια του Γυάλινου Μουσικού Θεάτρου ανέβηκε στη σκηνή να συνεχίσει την πρόβα κι εγώ πήγα σπίτι να ξαναπιάσω την ίδια ακριβώς κουβέντα με το κασετοφωνάκι και με τον υπολογιστή. Όταν έφτασα στο τέλος της κασέτας, άκουσα ξανά τα λόγια μου και τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου να γελάει...

Τα τριάντα χρόνια ήταν μια καλή αρχή. Γενέθλια, γιορτή, συναυλία στο Θέατρο Πέτρας που συνοδεύτηκε από την έκδοση του CD (διπλό). Θέλω να ρωτήσω αν μέσα στα γενέθλια γίνεται απολογισμός;
Απολογισμός των πεπραγμένων σε μια καλλιτεχνική πορεία δεν μπορεί να γίνει γιατί θα μοιάζει σαν να τελείωσε αυτή η πορεία. Το θέμα είναι τι εφόδια παίρνει κανείς από αυτά τα προηγούμενα χρόνια. Πώς τα χρησιμοποιεί προκειμένου να συνεχίσει γιατί ήδη σε πληροφορώ νιώθω ότι τώρα αρχίζω κι αυτό συμβαίνει κάθε φορά κι όπως αναφέρω και μέσα στο CD τα τριάντα χρόνια ήταν μια καλή αρχή κι όταν θα μεγαλώσω ελπίζω να γίνω καλός τραγουδιστής.
Σκέφτομαι τι έχω κάνει και μου φαίνονται πολύ λίγα. Τα 620 τραγούδια που έχω τραγουδήσει, όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο, μου φαίνονται λίγα. Θέλω να τραγουδήσω άλλα τόσα. Εκείνο που έχω αποκομίσει όμως, το πιο σημαντικό από όλα, είναι η επαφή που έχω με το κοινό από τη μια μεριά, είναι ότι πιο πολύτιμο. Και από την άλλη, η επαφή μου κι εν τέλει η φιλία μου με πολύ σημαντικούς και σπουδαίους ανθρώπους που γνώρισα των τεχνών και των γραμμάτων. Και βέβαια πέρασα μια ζωή όλων των χρόνων της ζωής μου μέχρι τώρα, όχι μόνο αυτών των τριάντα αλλά και πιο πριν γιατί αυτό ήθελα να κάνω από μικρός, έντονα συναισθηματική, μια ζωή με συναισθηματική παλίρροια αλλά σε πολύ μεγάλη ένταση. Είμαι τυχερός που έζησα μια τέτοια ζωή μέχρι τώρα και θέλω να είμαι τυχερός να συνεχίσω.

Θέλω να επιμείνω στον απολογισμό όχι γιατί η διαδρομή έχει τελειώσει αλλά γιατί σε μια πορεία τριάντα χρόνων θα πάρθηκαν κάποιες λάθος αποφάσεις ίσως ή έπρεπε να γίνει κάτι που δεν έγινε.
Είμαι από εκείνα τα τυχερά άτομα που ξεκίνησαν με Θεοδωράκη και Λοίζο. Δεν μπορούσε να γίνει κάτι καλλίτερο για έναν τραγουδιστή που ξεκίναγε το '74 την δισκογραφία του. Λέω τυχερό άτομο γιατί πέρα από την φιλοδοξία -όχι την ματαιοδοξία είχα και θέση και άποψη για τα πολιτιστικά πράγματα κι απ' ό,τι φαίνεται είχα και αισθητική.
Όμως στη βάση μιας φιλοδοξίας που ενυπάρχει σε όλους μας ίσως να είχα κάνει και πράγματα, αν δεν ξεκινούσα με αυτούς τους δυο μεγάλους συνθέτες, που θα τα θεωρούσα συμβιβαστικά προκειμένου να αναγνωριστώ πιο γρήγορα ή ο, οτιδήποτε άλλο. Δεν μου έτυχε για αυτό και ξαναλέω ότι είμαι τυχερός. Ξεκίνησα με αυτά που λάτρευα. Από εκεί και πέρα, όντας γνωστός και με πολλές πωλήσεις-υπερβολικές πωλήσεις από το ξεκίνημα κιόλας, είχα το «πάνω χέρι» εγώ.
Ότι επέλεξα από τότε μέχρι σήμερα είναι δική μου επιλογή. Δεν βρέθηκα ποτέ στην ανάγκη να υπακούσω σε κάποιες απόψεις της εταιρείας που με ήθελε πιο εμπορικό με λαϊκά τραγούδια των διαφόρων εποχών κάθε φορά κλπ. Το «όχι» το δικό μου ήταν τέτοιο που δεν επέμενε η εταιρεία  να μου το κάνει «ναι» γιατί ήξερε ότι έτσι κι αλλιώς «αυτός πουλάει  ότι και να τραγουδάει πουλάει, οπότε ας τον αφήνουμε να επιλέγει αυτός».

Πάνω σε αυτό που λέτε, βλέπω πάρα πολλά νέα παιδιά που βρίσκονται σε αυτό το δίλημμα του «να συμβιβαστώ προκειμένου κάποτε να κάνω αυτό που πραγματικά θέλω». Τι θα λέγατε σε αυτά τα παιδιά;
Το κατανοώ. Είναι μια σκέψη. Δεν ξέρω τι θα τους έλεγα. Εγώ, σου είπα, δεν ξέρω αν θα είχα κάνει συμβιβασμούς αν μου τύχαιναν, απλώς δεν μου έτυχαν. Το μόνο που έχω να τους πω είναι ότι κι αν κάνουν τουλάχιστον να το κάνουν πάρα πολύ καλά.



Τραγούδι: Ένα καράβι - Βασίλης Παπακωνσταντίνου (Ηρώδειο 2005)
Διάρκεια: 10:39 - (1.867KB)
Στίχοι: Αλέξανδρος Δήμας
Μουσική: Αλέξανδρος Δήμας - Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Ας σταθούμε λίγο στο ξεκίνημα.
Στην ουσία το κοινό με έμαθε το '74 με Θεοδωράκη και Λοίζο συγχρόνως, αμέσως μετά την πτώση της χούντας. Ήδη βρισκόμουν στο εξωτερικό, είχα μια αντιδικτατορική στάση έμπρακτη -μην φανταστείς τίποτα το σπουδαίο, απλώς τραγουδούσα για τους Έλληνες στο εξωτερικό.

Πού ήσασταν ακριβώς;
Στην Γερμανία. Εκεί βρήκα τον Θεοδωράκη, τον γνώρισα και γυρίσαμε στην μεταπολίτευση κι έτσι μπήκα στην δισκογραφία μαζί του και συγχρόνως ζήτησα να γνωρίσω και τον Μάνο Λοίζο. Κι έτσι ξεκίνησε αυτή η πορεία που είναι γνωστή στον κόσμο δισκογραφικά τουλάχιστον.

Θα ήθελα να δούμε με το δικό σας βλέμμα και όχι με αυτό των κάποιων ειδικών μουσικολόγων, μουσικοκριτικών κ.α. τον σταθμό ή τους σταθμούς αυτής της πορείας.
Οι σταθμοί οποιασδήποτε πορείας, οποιουδήποτε καλλιτέχνη μέσα στον χρόνο δεν αναγνωρίζονται την στιγμή που γίνονται αλλά μετά από κάποια χρόνια. Τα τραγούδια αναγνωρίζονται μετά από πάρα πολλά χρόνια από την διάρκεια τους σε συνδυασμό με την αγάπη που έχει γι' αυτά ο κόσμος και τα έχει βάλει μέσα στην καρδιά του. Μόνο ο χρόνος και το κοινό είναι ο τελικός κριτής. Οι υπόλοιποι είναι γιατί δεν έχουν τίποτα άλλο να κάνουν ή γιατί μισούν ή γιατί είναι ματαιόδοξοι ή γιατί δεν τα έχουν καλά με τον εαυτό τους επειδή άλλο ήθελαν να κάνουν κι άλλο τους βγήκε. Δεν δέχομαι την κριτική στην τέχνη. Να πάει να κάνει ο κριτικός τέχνη αν θέλει. Άλλωστε είναι φασισμός. Δεν μπορεί να σου λέει τι είναι καλό και τι δεν είναι. Η τέχνη είναι ελεύθερη, δεν έχει όρια και περιθώρια. Ο μόνος κριτής είναι η διαχρονικότητα ενός έργου τέχνης κι η κλασικοποίηση του αργότερα.

Ποιοι είναι λοιπόν για σάς οι σταθμοί;
Στην προσωπική μου πορεία, οι σταθμοί ήταν η συνάντηση μου με αυτούς τους ανθρώπους. Δεν ήταν κάποιο τραγούδι του Θεοδωράκη ήταν ο ίδιος, ο ίδιος ο Λοίζος, ο Μικρούτσικος, ο Άσιμος, ο Αλκαίος, ο Τριπολίτης, ο Κροκίδης και πάρα πολλοί ακόμη.
Επίσης, η πιο άμεση σχέση μου με τους ποιητές, είτε βρίσκονταν εν ζωή είτε όχι. Για παράδειγμα τον Καρυωτάκη ή τον Καββαδία που έχω τραγουδήσει. Ήξερα απ' έξω τα ποιήματα τους αλλά για να τους τραγουδήσεις, να τα αποδόσεις είναι μια καινούργια γνωριμία μαζί τους. Έτσι μπορώ να πω ότι παρ' όλο που δεν ήταν στη ζωή τους έχω γνωρίσει και αυτούς. Και είμαι σίγουρος πως αν ήταν στη ζωή θα ήμασταν φίλοι.

Κάποιος ή κάποιοι άνθρωποι στο ξεκίνημα θα πρέπει  να ανέδειξαν όλο αυτό που έχετε μέσα σας, να το έβγαλαν σαν αίσθημα, σαν φωνή, σαν τεχνική.
Όχι, συμπάθησε με για τον εγωισμό -πώς να τον πω- κανείς δεν με βοήθησε ή εκείνοι που με βοήθησαν το έκαναν ερήμην τους. Είναι από τους Beatles, τους Jethro Tull, τους Animals μέχρι τον Μπιθικώτση τραγουδιστικά. Είναι μια σαλάτα μαζεμένων εμπειριών. Έτσι γίνεται, διαμορφώνεις την δική σου αντίληψη και αισθητική και πάνω σ' αυτήν βαδίζεις. Ξέρω από πού έρχομαι γι' αυτό κι ίσως φαίνεται σαν να ξέρω που πάω χωρίς όμως να είναι στόχος αυτό. Ο τρόπος που πάω είναι στόχος. Είναι η σχέση αλήθειας που θέλω να έχω με το υλικό που τραγουδάω. Αυτός είναι ο στόχος, δηλαδή να εκφράζομαι μέσα από αυτό. Καμιά φορά μου λένε «έχεις προσφέρει πολλά και σ' ευχαριστούμε κι ευτυχώς που υπάρχεις κι εσύ και δίνεις στον κόσμο». Δεν είναι έτσι, για μένα το κάνω. Δεν τραγουδάω για κανέναν άλλο αλλά εγώ είμαι αυτή η προσωπικότητα που είμαι, ένας ανήσυχος άνθρωπος, ένας ενεργός πολίτης, ένας θυμωμένος πολλές φορές, ένας ερωτευμένος άλλες φορές, ένας απογοητευμένος ίσως κάποιες άλλες.

Οι καλλιτέχνες, οι πνευματικοί άνθρωποι αρθρώνουν σήμερα λόγο;
Βεβαίως. Μόνο που έχει οργανωθεί τόσο γερά το σύστημα και φιμώνει τον λόγο, αποκρύπτοντας τον και αντικαθιστώντας τον με μαϊμού. Γίνονται εκδηλώσεις, εκθέσεις ζωγραφικής, εβδομάδες κινηματογράφου, τραγούδια καταπληκτικά. Το σύστημα με τον ιμπεριαλισμό των μέσων επικοινωνίας και με τον πληθωρισμό του κατάφερε πια να εγκλωβίσει το κοινό μέσα στα δικά του ενδιαφέροντα που είναι η διαφήμιση των προϊόντων τους και τίποτα άλλο. Αλλά για να αγοράσει κανείς τα προϊόντα τους θα πρέπει και πνευματικά να είναι κάπως ανάπηρος. Θέλουν να είναι τυφλοί καταναλωτές. Υπάρχει οργασμός από έργα τέχνης απλώς δεν θα τα βρεις στα μέσα ενημέρωσης και δυστυχώς σήμερα ενημερωνόμαστε μέσα από αυτά.

Είστε απογοητευμένος;
Από αυτό, ναι. Κυρίως από την τόση αποδοχή που έχει το κοινό. Δεν το περίμενα. Όταν πρωτοήρθαν αυτά  τα reality, για παράδειγμα,  περίμενα ο Έλληνας να αντιδράσει, να γυρίσει την πλάτη. Λείπει η ελευθερία. Παλιότερα ήμασταν πιο ελεύθεροι. Δεν είμαστε σήμερα από την στιγμή που σου δίνουν τα όρια που θα κινηθείς. Παλιότερα ήταν πιο ορατός ο εχθρός. Τώρα που κρύβεται και καμουφλάρεται τόσο όμορφα και μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού σου, μέσα στην μοναξιά κοντεύεις να τρελαθείς κι αναγκαστικά ανοίγεις το «κουτί» τους και βλέπεις ότι εκείνοι θέλουν.

Μήπως οι καλλιτέχνες πρέπει να δυναμώσουν την φωνή τους;
Οι καλλιτέχνες δεν είναι μάγοι, ούτε δάσκαλοι. Μόνο να τραγουδήσεις ειλικρινά τον εαυτό σου είναι πολιτική πράξη. Αυτό φτάνει. Την αγανάκτηση μου τραγουδάω και έχει αντίκρισμα. Σ' αυτή την φωλιά βρίσκουν κι άλλοι φωλιά. Δεν λύνει κανένα πρόβλημα το τραγούδι, απλώς ευαισθητοποιεί ή δίνει κουράγιο στους ήδη αγωνιζόμενους.

Μετά από τριάντα χρόνια έχετε κουραστεί σε αυτό το είδος τραγουδιού, το κοινωνικοπολιτικό;
Δεν μπαίνει καν θέμα αν κουράστηκα ή όχι. Είναι σαν να μου λέει κάποιος «κουράστηκες να ζεις». Είναι τρόπος ζωής μου αυτό το τραγούδι. Δεν κουράστηκα να ζω. Θα ζω έντονα γιατί είμαι των άκρων και θέλω το μάτι μου να είναι όπως των νέων παιδιών, των παιδιών της Ελλάδας όμως που το μάτι τους είναι ζωντανό, γυαλίζει. Χαίρομαι γιατί κινούνται οι νέοι. Θέλουν να τους παρουσιάσουν πότε ως χούλιγκανς, πότε ως αναρχικούς, πότε ως μαλιάδες, πότε ως κωλόπαιδα γιατί αυτό τους βολεύει. Θέλουν να τους απομονώσουν, όμως δεν θα τα καταφέρουν γιατί οι νέοι κάνουν παρέες. Ξέρεις τι κάνουν; Δεν μπορούν να χωνέψουν πώς γίνεται οι νέοι να μην μένουν μέσα και να βλέπουν τηλεόραση και να έχουν ακόμα μεγαλύτερη θεαματικότητα, γιατί οι νέοι είναι αγοραστικό κοινό. Αυτοί όμως τους κλείνουν την πόρτα και βγαίνουν από το σπίτι. Αυτό είναι το σπουδαίο, να μην κάτσεις μπροστά στο «κουτί».

Αυτά τα παιδιά, λοιπόν, λένε «πάμε να δούμε τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, να τραγουδήσουμε, να εκτονωθούμε να πούμε όλα όσα θα λέγαμε με την παρέα μας μέσα από το στόμα του Βασίλη». Όταν όμως μια μουσική σκηνή αναγκαστικά λόγω υποχρεώσεων ανεβάζει το εισιτήριο πώς μπορούν αυτά τα παιδιά να αντεπεξέλθουν;
Εδώ (εννοώντας το Γυάλινο Μουσικό Θέατρο) φέτος για παράδειγμα θα είναι 15 ευρώ. Νομίζω ότι είναι φριχτά λίγα κι αυτό γιατί εγώ δεν πληρώνομαι. Το θέμα είναι τι γίνεται με τους άλλους χώρους. Όταν εδώ σου λένε ότι χρειάζονται 5.000 δρχ. για να πιεις ένα ποτό κι εκεί δεν «καθαρίζεις» κάτω από 50.000 δρχ. τώρα πια;

Θυμώνετε με τους συναδέλφους σας που το κάνουν αυτό, που το ακολουθούν;
Όχι. Είναι δικό τους θέμα. Είναι θέμα συνείδησης. Δεν μπορώ να έχω την απαίτηση να είναι όλοι συνειδητοποιημένοι. Καμιά φορά νευριάζω με τον κόσμο, που σου είπα πριν, όχι ξεχωριστά με τους συναδέλφους. Οι τραγουδιστές, δεν έχω απαίτηση να έχουν μια συνείδηση προοδευτική ή αριστερή. Βλέπεις δυστυχισμένα παιδιά στο μέλλον -ευτυχισμένα για λίγο τώρα- και μιλάω για τα παιδιά των realities, σκέφτεται κανείς μετά από την τόση δόξα που τους έχουν προσδώσει τι θα κάνουν. Πώς θα βγουν πέρα συναισθηματικά;

 Ίσως αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να λύσουν το επαγγελματικό τους...
Ποιο επαγγελματικό; Αφού τους εκμεταλλεύονται φριχτά. Αυτά τα παιδιά δεν πρεσβεύουν κανένα στοιχείο τέχνης. Λοιπόν, τι θα επενδύσουν μετά, τι θα κάνουν;
Αυτό υπάρχει και στο τραγούδι. Τους αναδεικνύουν από την μια στιγμή στην άλλη γιατί είναι ωραία παιδιά, κυρίως κορίτσια. Είναι φριχτό. Είναι στυγνή εκμετάλλευση του συστήματος απέναντι σ' αυτούς τους ανθρώπους γι' αυτό τους βλέπω με συμπάθεια και με κατανόηση.



Τραγούδι: Ο μαύρος γάτος - Βασίλης Παπακωνσταντίνου (Ηρώδειο 2005)
Διάρκεια: 05:16 - (931KB)
Στίχοι: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Μουσική: Βασίλης Παπακωνσταντίνου - Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Μιλήσατε πριν για τις παρέες, γίνονται ακόμα παρέες;
Φυσικά! Εγώ που κάνω παρέα με νέα παιδιά έχω να αντιπαραθέσω σε εσάς ότι από την στιγμή που μεγαλώσατε χάσατε και την ζωντάνια σας. Εμείς λοιπόν, οι πιτσιρικάδες ζούμε πολύ καλά. Τσακωνόμαστε, φωνάζουμε, βγαίνουμε στους δρόμους κλπ., εσείς χασμουριέστε στον καναπέ.

Πριν έρθω εδώ να μιλήσουμε και όλο το πρωί σκεφτόμενη ότι θα συναντήσω τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου μου ήρθε πάλι μια γνωστή σε μένα εικόνα στο μυαλό. Σας φαντάζομαι να κάνετε μια διεθνή καριέρα. Το σκεφτήκατε ποτέ;
Είδες τι είπες; Είπες καριέρα, τη λέξη που απεχθάνομαι γιατί πράγματι μια προσπάθεια να επικρατήσεις σε όλο τον χώρο είναι καριέρα. Γελάω με αυτό γιατί περνά πάρα πολύ καλά με αυτό που κάνω. Αν θα έκανα καριέρα θα έπρεπε να απαρνηθώ τον τρόπο που ζω. Η καριέρα σου τρώει όλη σου τη ζωή. Δεν την πουλάω την ζωή μου, την κρατάω για μένα, την οικογένεια μου και τους φίλους μου.

Αν γυρνάγαμε τώρα στο παρελθόν να πάρουμε κάποιες στιγμές φωτεινές, ποιες θα παίρναμε;
Φωτεινές στιγμές είναι τα συναισθήματα που θυμάμαι ακούγοντας για πρώτη φορά κάποιο τραγούδι από αυτά που έχω τραγουδήσει ή τραγούδια που δεν έχω τραγουδήσει εγώ. Ανατρίχιασμα! Να ακούω οίζο και να λέω «πώς γίνεται να έγραψε τέτοιες μελωδίες» και να χαίρομαι που υπήρξε ο Λοίζος,  τον έχω για παράδειγμα και να λέω «αν δεν γράφω και εγώ κάτι τόσο σημαντικό, μήπως δεν πρέπει να γράφω»; Αλλά κάθε έργο τέχνης είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο άρα και μη συγκρίσιμο.

 Όταν ακούτε τραγούδια «πίστας».
Ωραία τραγούδια έχει και η «πίστα», τα ακούς και θες να σηκωθείς να χορέψεις. Όταν άκουγα πάντα «θ' ανέβω και τραγουδήσω στο πιο ψηλότερο βουνό» ήθελα πάντα να το χορεύω.

Ναι. Τραγούδια «πίστας»  εννοώ τα λεγόμενα «σκυλάδικα».
Εκεί, υπάρχει ένα 2% περίπου που είναι πραγματικά πολύ καλά τραγούδια γιατί κάποιοι άνθρωποι μεγάλωσαν μ' αυτό και βγάζουν την αλήθεια στη δική τους την μεριά. Είναι αυθεντικά. Επίσης, σ' αυτούς τους χώρους θα βρεις και πολύ σπουδαίους τραγουδιστές. Οι τραγουδιστές είναι πολύ καλλίτεροι από τα τραγούδια βέβαια. Τώρα ο τραγουδιστής είναι απλώς ένας τραγουδιστής ή μια καλλιτεχνική οντότητα; Εκεί έχω τις ενστάσεις μου. Φοβερές φωνές όμως.

Θα τραγουδούσατε ποτέ με κάποιον από αυτούς μαζί;
Βεβαίως. Θα το έκανα και θα το κάνω.

Δεν το έχετε κάνει πάντως μέχρι τώρα.
Δεν έχει τύχει. Ας πούμε, θα ήθελα να τραγουδήσω ένα τραγούδι με τον Πάριο. Δεν τον τοποθετώ στα σκυλάδικα αλλά σαφώς κινείται σε έναν χώρο άλλο από τον δικό μου. Δεν μπορείς να μην υποκλιθείς σ' αυτήν την απίστευτη ικανότητα την τραγουδιστική και σ' αυτή την φωνή.



Τραγούδι: Σ' αγαπάω ακόμα - Βασίλης Παπακωνσταντίνου (Ηρώδειο 2005)
Διάρκεια: 04:09 - (973KB)
Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου
Μουσική: Bruno Lauzi - Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Μια και μιλάμε για συνεργασίες, με τον Μάνο Χατζιδάκι πώς και δεν βρεθήκατε ποτέ;
Για καθαρά πρακτικούς λόγους. Μου είχε πει να κάνουμε μια δουλειά μαζί και μάλιστα να την βλέπαμε με μια δική μου ενορχηστρωτική ματιά και μαζί με τον Νίκο Κυπουργό. Θα την βγάζαμε στον Σείριο, δική του εταιρεία γενικού καλλιτεχνικού περιεχομένου. Δεν μ' άφησε η εταιρεία να το κάνω. Μου λένε το ανήκουστο «πες του να έρθει εδώ να το κάνετε». Είπαμε, λοιπόν, να περιμένουμε να τελειώσει το τότε συμβόλαιο μου κι έπειτα να το κάναμε στον Σείριο. Κι εκεί δεν προλάβαμε, «έφυγε».

Θα είχε καινούργια τραγούδια;
Ναι και κάποια παλιά που θα τα διασκευάζαμε.

Θα θέλατε να δοκιμάσετε έναν άλλο ήχο από αυτόν που συνηθίζετε, εννοώ τον ηλεκτρικό. Για παράδειγμα να κάνατε μια δουλειά με ορχήστρα, με φυσικά όργανα.
Οι σκέψεις μου κι οι ευαισθησίες μου έτσι κι αλλιώς είναι τέτοιες που εκφράζονται ποικιλοτρόπως τραγουδιστικά. Θα αισθανόμουν περιορισμένος να κάνω μια εμφάνιση κι έστω για μια στιγμή να μην βγάλω τα απωθημένα μου. Πώς θα τα βγάλω; Γι' αυτό και νομίζω ότι καλό είναι να περισωθεί αυτή μου η ανάγκη. Θα ήθελα όμως να κάνω και μια παράσταση σαν κι αυτή που λες, απλώς έχω καιρό μπροστά μου.

Με ποιους στίχους που έχετε τραγουδήσει θα θέλατε να κλείσουμε αυτή την κουβέντα;

«Όσα τραγούδια και να γράψω
πάλι τον ήχο σου θα ψάξω
κι όση αγάπη σου  'χω στείλει
είναι από μένα τον Βασίλη» !!!




 




ΔIΣΚΟΓΡΑΦIΑ

1975 ΤΑ ΑΓΡΟΤIΚΑ (Μ: Θωμάς Μπακαλάκος / Σ: Διον. Τζεφρώνη)
1976 ΤΗΣ ΕΞΟΡIΑΣ (Μ: Μίκης Θεωδοράκης)
1978 ΒΑΣIΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤIΝΟΥ
1981 ΑΡΜΕΝIΑ (Απόδοση στα ελληνικά: Λ. Παπαδόπουλος)
1982 ΦΟΒΑΜΑI
1984 ΔIΑIΡΕΣΗ
1984 ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ (Μ: Μίκης Θεωδοράκης)
1985 Η ΣΥΝΑΥΛIΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΦΑΛΗΡΟ (Ζωντανή Ηχογράφηση)
1987 ΧΑIΡΕΤIΣΜΑΤΑ
1987 ΟI ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΕΠIΤΥΧIΕΣ ΤΟΥ
1988 ΟΛΑ ΑΠΟ ΧΕΡI ΚΑΜΕΝΑ (Μ: Θάνος Μικρούτσικος / Σ: Κώστα Τριπολίτη)
1989 ΧΟΡΕΥΩ
1991 ΧΡΟΝIΑ ΠΟΛΛΑ
1991 ΖΩΝΤΑΝΗ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ ΣΤΟ ΑΤΤΙΚΟΝ (ΠΑΠΑΝΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ-ΝΤΑΛΑΡΑΣ)
1992 ΣΦΕΝΤΟΝΑ
1993 ΦΥΣΑΕI (Μ: Γιώργος Τσαγκάρης / Ποίηση: Τάσος Λιβαδίτης)
1994 ΔΕΝ ΣΗΚΩΝΕI
1995 ΟI ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ ΤΟΥ ΒΑΣIΛΗ
1997 ΠΕΣ ΜΟΥ ΕΝΑ ΨΕΜΑ ΝΑ ΑΠΟΚΟIΜΗΘΩ
1999 ΝΑ ΜΕ ΦΩΝΑΞΕΙΣ
1999 ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΤΗ ΣΚΑΛΑ (Μ: Θάνος Μικρούτσικος / Σ: Οδυσσέας Ιωάννου)
2000 ΣΦΕΝΤΟΝΑ LIVE (Θάνος Μικρούτσικος - Βασίλης Παπακωνσταντίνου)
2000 ΧΑΜΕΝΕΣ ΑΓΑΠΕΣ (Μ: Χριστόφορος Κροκίδης / Σ: Βασίλης Γιαννόπουλος)
2002 ΠΡΟΣΕΧΩ ΔΥΣΤΥΧΩΣ (Μάνος Ξυδούς)
2003 EΣΕΙΣ, ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ (Live- Πετρούπολη)
2004 ΦΡΕΣΚΟ ΧΙΟΝΙ
2005 ΗΡΩΔΕΙΟ
2007 ΜΕΤΩΠΙΚΗ
2008 ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ

 




Βιογραφικό

Γεννήθηκε την 21η Ιουνίου του 1950 στο χωριό Βάστα της Αρκαδίας κοντά στη Μεγαλόπολη. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε εκεί (έως τα 7 του) και μερικές εμπειρίες του απ΄ αυτά τις έκανε τραγούδια, όπως τη "Σφεντόνα".

...Γεννήθηκα σ' ένα χωριό Τετάρτη μεσημέρι
γιατρός δε με ξεπέταξε μα μιας μαμής το χέρι.
Οι συγγενείς μαζεύτηκαν από νωρίς στο σπίτι:
Πώς είναι έτσι το παιδί, και τι μεγάλη μύτη...

Ο Βασίλης ήταν παιδί με καλλιτεχνικές ανησυχίες και φρόντιζε αυτές να γίνονται αντιληπτές κι απ' τους συνανθρώπους του, όχι μόνο από ψώνιο, αλλά ουσιαστικά οι ανάγκες τις εποχής ήταν που ωθούσαν τα παιδιά να προσπαθούν να επιδείξουν αυτό στο οποίο είναι καλά, για να ανταμειφθούν και υλικά αλλά και ψυχολογικά: "Hμουν μεγάλη ψωνάρα από πιτσιρίκι. Μεγάλωσα σε ένα χωριό, η τάξη μου στο δημοτικό τότε είχε 8 άτομα, μαθητές στην Α' δημοτικού, που σημαίνει μια πολύ μικρή κοινωνία. Να φανταστείς ότι τα παιδιά φεύγανε από το χωριό μας που δεν είχε γυμνάσιο και πηγαίνανε στη Μεγαλούπολη. Τα παιδιά αυτά μάζευαν χόρτα για να τρώνε. Απίστευτη φτώχεια που σημαίνει ότι γεννάει και μια καταπίεση. Γεννάει όμως και φιλοδοξίες. Γιατί το κάθε παιδί ήθελε να ξεφύγει απ' αυτήν την μιζέρια. Βέβαια αυτό είχε και τα καλά του."

Πώς όμως αναδείκνυε ο Βασίλης αυτά τα καλά στους γύρω του;
"Συνέχεια ανέβαινα και τραγουδούσα στα δένδρα και στα κεραμίδια του σπιτιού. Γι' αυτό λέω ότι ήμουν ψωνάρα. Γιατί δεν τραγουδούσα στο δρόμο ή στο σπίτι. Ήθελα από ψηλά. Ένιωθα ότι από κάτω είναι κι άλλοι και με θαυμάζουν, χωρίς να υπάρχει βέβαια κανείς. Αργότερα το κάλυψα κι αυτό. Όταν ερχόταν ο ταχυδρόμος στο καφενείο του χωριού μαζευόταν ο κόσμος. Εμείς δεν είχαμε ξενιτεμένο για να περιμένουμε γράμμα του, αλλά πήγαινα στο καφενείο, ανέβαινα στο τραπέζι κι έλεγα ποιήματα. Επειδή έβρισκα κοινό."
Οι δυσκολίες της εποχής κινούν την οικογένεια Παπακωνσταντίνου να μετακομίσει στην Αθήνα κάπου στα 1957, όταν ο Βασίλης είναι 7 χρόνων.
Με τη μητέρα του, την κυρία Σταυρούλα, που του τραγουδούσε συνέχεια, τον πατέρα του Σπύρο, που προσπαθούσε να τα βγάζει πέρα έχοντας πάντα έντονη την αίσθηση του δικαίου μέσα του - με «θητεία» και στη Μακρόνησο - και τ' αδέλφια του Αθανασία, Δήμητρα και Ανδρέα, έρχονται στην Αθήνα. Πήγανε στην Αγία Παρασκευή, γιατί εκεί έμενε ένας αδερφός της μητέρας του, ο θείος Φώτης που δούλευε στις οικοδομές και μαζί του θα δούλευε και ο πατέρας του. Μένανε στο πλυσταριό μιας βίλας. Η γκαζιέρα ήταν η μοναδική πηγή ενέργειας και ο ίδιος ενθουσιάστηκε με το ηλεκτρικό ρεύμα και τα πολλά αυτοκίνητα. «Ο μπαμπάς δούλευε πρωί με ήλιο οικοδόμος», θυμάται ο Βασίλης, «και η μαμά έλειπε πολύ γιατί έπλενε σε άλλα σπίτια. Εμείς πάλι, έλειπε ο γάτος χόρευαν τα ποντίκια...γι' αυτό πέρασα χαρούμενη, παιδική ζωή...».
Ύστερα από 3 χρόνια στην Αγία Παρασκευή, ήρθε το τυχερό. Ο πατέρας του κέρδισε με κλήρωση ένα διαμέρισμα στις εργατικές κατοικίες της Νέας Φιλαδέλφειας και η «καλή ζωή» συνεχίστηκε για τον έφηβο πια Βασίλη. Οι Απόκριες, το ποδόσφαιρο, οι φωτιές του 'ι - Γιάννη, ο «πόλεμος» με τις άλλες γειτονιές, όπως και το άλσος δίπλα από το δάσος της Ν. Φιλαδέλφειας που το ξέρει δέντρο προς δέντρο, είναι κάποιες από τις ευτυχισμένες στιγμές που πολλές φορές νοσταλγεί.
Η Νέα Φιλαδέλφεια δεν έχει ουδεμία σχέση με τη Βάστα. Οι ασχολίες των παιδιών είναι διαφορετικές, όχι όμως τόσο όσο είναι σήμερα. Η νέα μόδα που λέει "δεν ξέρω ούτε το γείτονά μου, οπότε δεν του μιλάω" δεν έχει επικρατήσει ακόμη. Έτσι, η γειτονιά του Βασίλη (όπως και οι περισσότερες γειτονιές που βρίσκονται στα περίχωρα της Αττικής) είναι ακόμα μία κοινωνική ομάδα. Τα παιδιά παίζουν πετροπόλεμο και δημιουργούν διάφορα συγκροτήματα, μιμούμενοι τα διάσημα rock συγκροτήματα που με τα τραγούδια τους προκαλούν υστερία στους θαυμαστές τους. Η δεκαετία του 1960, με τους Beatles, τους Animals και τους Pink Floyd, επηρεάζει το Βασίλη που -λίγο καιρό αφότου έχει πάρει την πρώτη του κιθάρα- δημιουργεί τους «Crosswords»: "Ήμασταν πολύ μυστηριακοί τύποι" λέει τώρα αστειευόμενος. Η πρώτη τους συναυλία πάντως στέφεται με απόλυτη επιτυχία: "Ήρθε όλη η γειτονιά!".
Στην πορεία το «Φορτηγό» του Διονύση Σαββόπουλου τον έκανε να αλλάξει κιθάρα. Άφησε την ηλεκτρική και παρ' όλο που έπαιζε ροκ στα μαγαζιά, πήγε στην «Πράσινη γωνιά» στη Φιλοθέη να τραγουδήσει Νέο Κύμα και στη συνέχεια στην Πλάκα και , στην "Απανεμιά" και στις «Εσπερίδες» του Γιάννη Αργύρη. «Τον θεωρώ πραγματικό δάσκαλό μου» λέει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Ακολουθεί η συνεργασία με την Χωματά, το Βιολάρη και τον Χατζή, όπως επίσης και με τον Γιώργο Ζωγράφο, τη Πόπη Αστεριάδη, και, αργότερα, το Τζίμη Πανούση, το Σάκη Μπουλά κ.λ.π. Κάθε τόσο ο Βασίλης χτυπάει την πόρτα των δισκογραφικών εταιρειών με ελπίδα, η οποία όμως γκρεμίζεται συνεχώς από τις αρνητικές απαντήσεις τους. Οι εταιρείες έβρισκαν τη φωνή του Βασίλη πολύ ντεμοντέ, επαναστατική, ακατάλληλη για την εποχή: "Δεν πουλάει".
Όταν παρουσιάστηκε στην Τρίπολη, είπε στους υπεύθυνους ότι ξέρει να παίζει πολλά όργανα. Οι άνθρωποι της λέσχης ενθουσιάστηκαν και δήλωσαν ότι θα φρόντιζαν να τον κρατήσουν εκεί. Και μετά ήρθαν οι ειδικότητες... «Εγώ έγινα ένας υπερήφανος οδηγός τανκς και ο Δημήτρης Μητροπάνος, που παρουσιαστήκαμε στην ίδια σειρά, έγινε ένας περήφανος "μουλαράς" - συντηρητής αλόγων και μουλαριών. Στη γιορτή τραγουδούσαμε μαζί. Ο Δημήτρης βέβαια ήταν ήδη γνωστός τότε".
Μετά το στρατό τραγούδησε στην «Ξαστεριά», στην Πλάκα, μαζί με το Δημήτρη Σκαμάγκα, τον Χρήστο Τόλιο και το Σπύρο Ποδάρα, που αργότερα έγιναν οι «Νορμάλ» και παίξανε μαζί του στα «Χαιρετίσματα». Χωρίς να ξέρει γιατί, εκείνη την περίοδο ένιωθε ότι πνιγόταν...και αποφάσισε να πάει μια «βόλτα» στο εξωτερικό.
Ο Βασίλης απογοητευμένος φεύγει χωρίς λεφτά στη τσέπη για τη Γερμανία, όπου τραγουδάει Θεοδωράκη, Χατζιδάκι και Μαρκόπουλο σε μπαρ και μπουάτ όπου συχνάζουν Έλληνες ομογενείς, οι οποίοι εντυπωσιάζονται από τις φωνητικές δυνατότητές του και το συναίσθημα που κουβαλάει αυτή η φωνή. Σε μια περιοδεία του τον ανακαλύπτει ο Μίκης Θεοδωράκης και τον παίρνει μαζί του για συναυλίες σε ολόκληρη την Ευρώπη, μαζί με τη Μαρία Φαρταντούρη και τον Αντώνη Καλογιάννη. Ο Μίκης Θεοδωράκης λέει για το Βασίλη : "Ανακάλυψα το νέο Μπιθικώτση της Ελλάδας!".
Μαζί με το φίλο του Θωμά Καλιαρδό, κάνουν σχέδια για να φύγουν στη Γερμανία. Λεφτά για τα εισιτήρια δεν υπάρχουν και ο Βασίλης πιάνει δουλειά στις «Κάψες», που βρισκόταν σε ένα στενό στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Ένα μήνα μετά παίρνουν το τρένο για Φρανκφούρτη και καταλήγουν σε κάποιο σκυλάδικο ονόματι «Imperial», όπου κάποια στιγμή έτυχε και ο Βασίλης είπε ένα τραγούδι. Αυτό ήταν. Έπιασε δουλειά το ίδιο βράδυ. Έμειναν εκεί 15 μέρες και μετά σειρά είχε το Μόναχο και κάποιο άλλο νυχτερινό μαγαζί, όπου ο επιχειρηματίας του σύστησε να μη λέει πολύ καλά τραγούδια γιατί οι Γερμανοί σταματούσαν να τρώνε για να τον ακούσουν, με αποτέλεσμα να πέφτει η κατανάλωση. Η επόμενη στάση ήταν ένα στέκι που του ταίριαζε περισσότερο, γεμάτο φοιτητές και Έλληνες εργαζόμενους που λάτρευαν το Θεωδοράκη και τον Ξαρχάκο. Το πρώτο βράδυ παίρνοντας την κιθάρα του για να πει ένα τραγούδι - κατά τη γνωστή μέθοδο - κατέληξε να τραγουδήσει 6 ώρες. Εκεί γνώρισε και ερωτεύτηκε τη Μαρία Λεβίδη. Παντρεύτηκαν αμέσως μετά την επιστροφή τους στην Ελλάδα αλλά χώρισαν ύστερα από 7 χρόνια. «Αυτή η επταετία όμως,» εξομολογείται ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, «επειδή η Μαρία είναι καταπληκτικός άνθρωπος, λειτούργησε σαν αντιπαράθεση στην άλλη επταετία, στη χούντα». Όσον αφορά τη μουσική του, στο πίσω μέρος του μυαλού του υπήρχε πάντα ο Μίκης Θεοδωράκης. Έτσι απλά ένα πρωί, πήγε και χτύπησε την πόρτα του σπιτιού του στη Γαλλία. «Γεια σας, είμαι τραγουδιστής», του είπε. Κάθισαν στο πιάνο και τραγούδησαν για κανένα δίωρο. «Αλήθεια ενθουσιάστηκε ο Μίκης. Μου έδωσε παρτιτούρες και μου είπε ότι τώρα θ' αρχίζαμε συναυλίες στην Ευρώπη και μετά στην Αμερική. Το όνειρο μιας ζωής γινόταν πραγματικότητα» αφηγείται ο ερμηνευτής της «Εξορίας». Το 1974 έκαναν την πρώτη συναυλία στη Γαλλία. Στο διάλειμμα ήρθε το μήνυμα ότι η χούντα έπεσε.
Με το τέλος της Χούντας γυρνάνε στην ελεύθερη Ελλάδα για συναυλίες, ενώ τώρα, οι δισκογραφικές εταιρείες υπό τη σκιά του Μίκη, δέχονται ευχαρίστως το Βασίλη. Μετά από λίγο κατάλαβαν ότι δε θα το μετάνιωναν ποτέ. Ο ίδιος εξομολογείται: "...Είχα περάσει από πολλές εταιρίες οι οποίες με απέρριψαν. Η φωνή μου αποτυπώθηκε για πρώτη φορά σε δίσκο το 1972, σε τέσσερα πολύ καλά τραγούδια του Βασίλη Αρχιτεκτονίδη. Η εταιρία όμως που τα εξέδωσε διαλύθηκε τέσσερις μήνες μετά. Αυτή ήταν η «αποτυχία». Τα πράγματα άλλαξαν όταν, αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση γυρίσαμε με το Μίκη Θεοδωράκη από το εξωτερικό και με πήγε ο ίδιος στις δισκογραφικές εταιρίες, τις ίδιες που πριν με έδιωχναν! Ήταν οξύμωρο το σχήμα. Όταν με πήγε ο Μίκης Θεοδωράκης στη ΜΙΝΟΣ, με ρώτησαν ευγενέστατα αν είμαι καλά, πως ταξίδεψα, αν θα πάρω κάτι για κέρασμα! Τους θύμισα ότι επανειλημμένως με είχαν δει και με είχαν απορρίψει! Επέμεναν να μην το θυμούνται..."
Το 1974 ο Βασίλης γνωρίζει άλλες δύο μεγάλες προσωπικότητες του ελληνικού τραγουδιού: το Μάνο Λοΐζο και το Θάνο Μικρούτσικο, που κι οι δυο τον βοήθησαν με τα τραγούδια τους να διακριθεί.
Με το Θάνο Μικρούτσικο γνωρίζονται σε μια διαδήλωση για την Κύπρο στην πλατεία Κοντζιά. Ο Βασίλης πλησιάζει το Θάνο -που έκανε εκείνο τον καιρό κι αυτός τα πρώτα του βήματα στη δισκογραφία- και του λέει: "Γεια σας, με λένε Βασίλη Παπακωνσταντίνου και είμαι τραγουδιστής!". Από τότε άρχισε μια μεγάλη φιλία μεταξύ του Βασίλη και του Θάνου που επέφερε ανεπανάληπτες μουσικές στιγμές, δισκογραφικά και συναυλιακά. Ο Μικρούτσικος το 1979 θα του δώσει το "Willy" και το "Μαχαίρι" στο "Σταυρό του Νότου", τραγούδια που καθιέρωσαν το Βασίλη και τα οποία τραγουδάει σε κάθε συναυλία του.
Ο Βασίλης μετά τη γνωριμία του με το Θεοδωράκη ζητά από την εταιρεία να γνωριστεί με το Μάνο Λοΐζο, ο οποίος ενθουσιάζεται με τη στεντόρεια φωνή του Βασίλη και του δίνει το "Στρατιώτη" και τον "Τρίτο Παγκόσμιο" στο δίσκο "Τα τραγούδια του δρόμου" το 1974, τραγούδια που σημάδεψαν (μαζί με το "Δρόμο" και το "Ακορντεόν") μια ολόκληρη εποχή. Αργότερα ο Βασίλης θα τραγουδήσει κι άλλα τραγούδια του Μάνου ("Το σήριαλ", "Κι αν είμαι ROCK" από το δίσκο "Για μια μέρα ζωής", "Χαράματα Ομόνοια" και "Πρώτη Μαΐου" στο "Φοβάμαι" του 1982 κλπ).
Ο Μίκης Θεοδωράκης χρησιμοποιεί για πρώτη φορά το Βασίλη στο δίσκο "Προδομένος Λαός" -τραγούδια από την ταινία Μαντώ Μαυρογένους του Γ. Ρούσσου με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Μάνο Κατράκη- όπου ερμηνεύει 4 τραγούδια ("Το τραγούδι των Καρμπονάρων", "'ντε μια", "Κανόνια το βαρούνε", "Εδώ δεν προσκυνήσαμε"), στο "Της εξορίας" (1976), όπου ο Βασίλης ερμηνεύει όλα τα τραγούδια του δίσκου, από τα οποία ξεχωρίζει το "Έφτασες Αργά", στον "Εχθρό Λαό" -τραγούδια από το ομώνυμο θεατρικό έργο- μαζί με την Τζένη Καρέζη, στο θίασο Τζ. Καρέζη - Κ. Καζάκου και στο δίσκο "Καρυωτάκης" -μελοποιημένα ποιήματα του ποιητή. Τη δεκαετία του '70 ο Βασίλης -πότε με τον Μίκη, με το Μάνο ή με άλλους- κάνει συνεχώς συναυλίες σε ολόκληρη την Ελλάδα και την Ευρώπη μαζί με μεγάλα ονόματα όπως η Χαρούλα Αλεξίου, ο Αντώνης Βαρδής, ο Γιάννης Ζουγανέλης, η Μαρία Φαραντούρη, ο Νικόλας Άσιμος, η Μαρία Δημητριάδη, ο Πέτρος Πανδής και ο Σάκης Μπουλάς. Αυτή τη δεκαετία θα εκδώσει και τον πρώτο του δίσκο (1978), με τραγούδια καταγγελτικά για την κοινωνία και τα συμβαίνοντα στον ελληνικό χώρο. Την ίδια χρονιά ο Θεοδωράκης θα τον επιλέξει ανάμεσα σε άλλους σπουδαίους καλλιτέχνες για την παγκόσμια περιοδεία του.
Ο Βασίλης αποδεικνύει ξανά ότι είναι μεγάλος τραγουδιστής και άνθρωπος πρώτα απ' όλα, με το να τραγουδήσει τραγούδια Αρμένικα, προσαρμοσμένα στα ελληνικά από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Η Αρμένια (1979) δεν έγινε ποτέ γνωστή στο ευρύ κοινό. Το 1982 ο Βασίλης κυκλοφορεί το δεύτερο προσωπικό του δίσκο, το "Φοβάμαι", που είναι από τους σημαντικότερους της εποχής του, γιατί άνοιξε δρόμο στα περισσότερα συγκροτήματα που δημιουργήθηκαν από τότε. Ο "Κουρσάρος", η "Στέλλα", η "Πρέβεζα" (το τελευταίο ποίημα του Καρυωτάκη), αλλά και τα "Σ' ακολουθώ", "Σεμπάστιαν" (του Steve Harley -ήταν το πρώτο τραγούδι που πούλησε και στο εξωτερικό) και το ομώνυμο "Φοβάμαι" είναι τραγούδια διαχρονικά που σημάδεψαν την ελληνική μουσική. Ο δίσκος αγαπήθηκε από το ευρύ κοινό και στιγμάτισε το χώρο της εγχώριας "ροκ" σκηνής. Χωρίς να έχει τραγούδια "σκληρά", ούτε "ροκ" με τη στενή έννοια, είναι ένας δίσκος που έφερε τον κόσμο σε επαφή με ένα διαφορετικό είδος ηλεκτρονικού ήχου. Ο χορός των επιτυχιών συνεχίζεται. Μετά το χρυσό "Φοβάμαι", έρχεται η "Διαίρεση", δίσκος που αναδεικνύει την ηλεκτρική πλευρά του Βασίλη ("Δεν Υπάρχω", "Άσε με να κάνω λάθος", "Μπαλλάντα για το Γιάννη Κ."). Ακολουθεί "Η συναυλία από το Νέο Φάληρο" που είχε πρωτοφανή επιτυχία, αφού ο Βασίλης κατάφερε να γεμίσει όλο το στάδιο "Ειρήνης και Φιλίας". Τα "Χαιρετίσματα" (1987) είναι ο σημαντικότερος εμπορικά δίσκος, που πούλησε περισσότερο από 130.000 αντίτυπα μόνο το 1987(έγινε πλατινένιος), ενώ εδώ ο Βασίλης πιστοποιεί τον ροκ εαυτό του. ("Χαιρετίσματα", "Σάλιαγκας και Σάλιαγκας", "Θα 'ρθω να σε βρω", "Κρύψου") Το 1988 ο Βασίλης συνεργάζεται με το Θάνο Μικρούτσικο και το Κώστα Τριολέτο ("Όλα από χέρι καμένα") και δημιουργούν έναν δίσκο καυστικό, που κατακρίνει και προβληματίζει τους ακροατές για τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα. Το 1989, λίγο πριν από τις εκλογές, βγαίνει το "Χορεύω" που αποτελεί σημαντικότατη ροκ κατάθεση από το Βασίλη. Το 1991 βγαίνουν δύο δίσκοι: πρώτα ένα Zapink με τον Γιώργο Νταλάρα ("Ζωντανή ηχογράφηση από το Αττικόν") που περιέχει τραγούδια από την κοινή τους συνεύρεση στο Αττικόν και το "Χρόνια Πολλά", δίσκος με σκληρό ροκ περιεχόμενο ("Χρόνια Πολλά", "Δε σε γουστάρω", "Εν Δυο Κάτω", "Έλα", "Για τον παράδεισο"), αλλά -όπως πάντα- και με τις καθιερωμένες τρυφερές μπαλάντες ("Γεια σου", "Ερημιά").
Είναι αυτονόητο ότι όλοι οι δίσκοι γίνονται χρυσοί. Το 1992 βγαίνει η "Σφεντόνα", κλασσικός ροκ δίσκος, με καταγγελτικά τραγούδια ("Στο γήπεδο αυτό", "Τα Χάλια μου") και μελωδικές μπαλάντες ("Από μένα το Βασίλη"), και με δύο διασκευές: του τραγουδιού "Βράδυ Σαββάτου" του Χρήστου Κυριαζή, και του "Σπάνε οι χορδές μου", τραγούδι που είχε ερμηνεύσει πρώτα ο Βασίλης στο δίσκο των "ΝΟΡΜΑΛ" ("Υπάρχει και η φαντασία"-1987). Μεσολαβεί η ποιητική συλλογή "Φυσάει" με μελοποιημένα ποιήματα του Τάσσου Λειβαδίτη σε μουσική του Γιώργου Τσαγκάρη, και το "Δε Σηκώνει", δίσκος στον οποίο ο Βασίλης βρίσκει το μελωδικό εαυτό του με τρυφερές ροκ μπαλάντες που δύσκολα ξαναγράφονται ("Πόρτο Ρίκο", "Οδός Ελλήνων", "Σα να μη σ' έχασα", "Παράπονα στη Λίνα").
Το 1994 ο Βασίλης παντρεύεται την Ελένη Ράντου με την οποία δύο χρόνια αργότερα κάνουν την γλυκύτατη Νικολέττα. Ο ίδιος παρατηρεί: "...Άργησα να γίνω μπαμπάς, παρόλο που το ήθελα πιο νωρίς. Όμως έτσι ήρθαν τα πράγματα και είμαι ευτυχισμένος. Λοιπόν μέσα σ' αυτή τη διάρκεια των χρόνων που περνούσαν, σκεφτόμουν πώς θα ήμουν σαν πατέρας, γιατί ήθελα από μικρός που ήμουνα, οικογένεια. Να καταλάβεις έχω κάνει γάμο στα εικοσιτέσσερα μου χρόνια. Φαντάσου μέσα στη ροκίλα και μέσα στην αναγνώριση ήδη τη δική μου, από μικρή έστω μερίδα κοινού, ενώ θα μπορούσα να αποτελώ «μήλον της έριδος» για τις κοπέλες, εγώ πήγα και παντρεύτηκα γιατί είμαι τόσο δεμένος με την οικογένεια και αυτό ήθελα να συνεχίσω. Βέβαια ατυχήσαμε τότε με τη γυναίκα μου, τη Μαρία Λεβίδη. Δεν κάναμε παιδιά και κάποια στιγμή βαρεθήκαμε, χωρίσαμε, πέρασαν χρόνια και να 'μαι τώρα με την Ελένη πανευτυχής και με οικογένεια επί τέλους, έχουμε και τη Νικολέτα μας!"
Σχετικά με τη συμπεριφορά των καινούργιων γονέων ο ίδιος παραδέχεται:"...Ενώ που λες σχεδίαζα πως θα είμαι καλός πατέρας και πως πρέπει να είναι οι γονείς, όταν γεννήθηκε η Νικολέτα, ως δια μαγείας εξαφανίστηκαν όλα αυτά. Έτσι το μόνο που μπορείς να κάνεις τελικά είναι να είσαι φυσιολογικός και αληθινός. Δεν θέλει σχέδιο. Δεν θέλει ειδικό τρόπο αντιμετώπισης. Αλήθεια και αγάπη θέλει και ανοιχτή αγκαλιά. Από εκεί και πέρα όλα έρχονται μόνα τους..."

...Μέσα σε όλα να με ζητάς
κι όπου με βρίσκεις να με κρατάς
κάνε με ρούχο μέσα στο κρύο
κι όταν τρομάζεις να σου λέω: Είμαστε δύο...

Το 1995 κυκλοφορούν "Οι Μπαλάντες του Βασίλη", και το 1997 το "Πες μου ένα ψέμα ν' αποκοιμηθώ", δίσκος τρυφερός αλλά καταγγελτικός. Το 1999 κυκλοφορεί το "Να με φωνάξεις" και η "Θάλασσα στη σκάλα" σε μουσική του Θάνου Μικρούτσικου (μετά από 11 χρόνια ο Βασίλης συνεργάζεται και πάλι με τον Θάνο Μικρούτσικο) και σε στίχους του Οδυσσέα Ιωάννου, όπου ξεχωρίζουν οι "Μικρές Νοθείες", τα "Έφηβα Γεράκια" και το "Γιατί να μην κεράσω". Το 2000 κυκλοφορούν επίσης δύο δίσκοι: το "Σφεντόνα LIVE" με τραγούδια από τις παραστάσεις του Βασίλη και του Θάνου στη Σφεντόνα (ξεχωρίζουν το "Μπουμ", οι τρυφερές μπαλάντες του Βασίλη και το εντυπωσιακό "Οι εφτά νάνοι στο S/S Cyrenia"), και οι "Χαμένες Αγάπες" του Χριστόφορου Κροκίδη και του Βασίλη Γιαννόπουλου. Στις 23 Μαρτίου του 2002 κυκλοφόρησε ο νέος δίσκος του Βασίλη, το "Προσέχω δυστυχώς", με μια ελπιδοφόρα συνεργασία με τον -για χρόνια συνεργάτη, ηχολήπτη, μουσικό, συνθέτη, τραγουδιστή και μέλος των Πυξ Λαξ- Μάνο Ξυδού, η οποία έγινε επίσης χρυσή (25.000 αντίτυπα)
Το 2003 ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου γιορτάζει πανηγυρικά τα 30 χρόνια στο ελληνικό τραγούδι με μια μεγάλη συναυλία στο θέατρο Πέτρας υπό τον τίτλο "Η γιορτή του Βασίλη", στην οποία συμμετέχουν πολλοί καλλιτέχνες όπως ο Φίλιππος Πλιάτσικας, ο Μάνος Ξυδούς, οι Όναρ, ο Κώστας Μακεδόνας, η Ευρυδίκη, ο Κώστας Θωμαΐδης κλπ. Η γιορτή αυτή αποτυπώνεται σε διπλό δίσκο με τον τίτλο "Εσείς, οι φίλοι μου κι εγώ..." μαζί με ένα bonus dvd με αποσπάσματα από την βραδιά εκείνη.
Τον Ιούνιο του 2004 κυκλοφορεί το "Φρέσκο Χιόνι", μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού. Τη μουσική -μεταξύ άλλων- έχουν γράψει ο Σταμάτης Κραουνάκης, ο Μανώλης Φάμελλος, ο Νίκος Ζούδιαρης, ο Γιώργος Λειβαδάς και ο ίδιος ο Βασίλης. Είναι ένας δίσκος στον οποίο ο Βασίλης τραγουδάει σύγχρονους συνθέτες με πολλούς από τους οποίους δεν είχε την ευκαιρία να συνεργαστεί στο παρελθόν. Ο δίσκος αυτός αποτελεί για τον ίδιο, όπως λέει, ένα νέο ξεκίνημα για τα επόμενα 30 χρόνια της "καριέρας" του -της μουσικής του πορείας.
Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου κατάφερε όλα αυτά τα χρόνια να φτιάξει το δικό του είδος τραγουδιού με την προσωπική του σφραγίδα, χωρίς να αντιγράψει κανέναν, αλλά δεχόμενος τις επιρροές από τα πρώτα του ακούσματα και τις μεγάλες συνεργασίες του, να τις επεξεργαστεί με το δικό του ξεχωριστό τρόπο, και να τις χρησιμοποιήσει κατάλληλα. Ο Βασίλης είναι το καλό παιδί της εξέδρας κι αυτός φροντίζει να επιστρέφει την αγάπη που του δείχνει το κοινό, με τα τραγούδια, τις συναυλίες του και το χαμόγελό του.
Τα χρόνια περνάνε αλλά ο Παπακωνσταντίνου καταφέρνει να αντέχει στο χρόνο και να συνεχίζει ακέραιος και ακάθεκτος το ταξίδι του στον ουρανό της ελληνικής μουσικής.

...Η νύχτα πέφτει πάντα, και σκοτώνεται,
σκορπίζεται, κομμάτια στα στενά.
Μαζί μου κάθε βράδυ, ανταμώνεται,
κομμάτι με κομμάτι, αγκαλιά.

Τρομάξαν, κάτι αδέσποτα και κρύφτηκαν,
στις γάμπες, με τα κόκκινα καλσόν,
σκιές μες στην ομίχλη, που ξεχάστηκαν,
σαν όνειρα σε κάδους σκουπιδιών.

Κοιμήσου εσύ, κοιμήσου εσύ,
ζεστά-ζεστά, και σκεπασμένα.
Κοιμήσου εσύ, κοιμήσου εσύ,
θα ζω εγώ, για σένα...


και όλο φεύγω το τέλος πριν να δώ...



 



Video



Βασίλης Παπακωνσταντίνου - Οι ψυχές και οι αγάπες


Βασίλης Παπακωνσταντίνου - Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί


Βασίλης Παπακωνσταντίνου - Σ' αγαπώ να προσέχεις

 

 

 

 











 
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα
Αφιερώματα