iΑρχικήiσελίδα

iΤαυτότητα

iΠεριεχόμενα

iΑρχείο

iRadio Αrtως

iExodως3

 

 

 

 

 

 

 

 
Τόποι & προορισμοί

ΛΕΥΚΗ
Το νησί της πορφύρας

ΚΕΙΜΕΝO/ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΝΙΚΟΣ ΖΕΡΒΟΝΙΚΟΛΑΚΗΣ

Στα νότια της Κρήτης, ανατολικά, είναι ένα νησί μικρό, που δεν το πιάνει το μάτι σου, η Λευκή. Ένα ξάφρισμα ίσα ίσα στο ρείθρο του Λιβυκού, η έσχατη στεριά, γιατί από κει και πέρα απλώνεται αχανές το βαθύ μπλε της θάλασσας στο Νότο.

Το νησί της πορφύρας, με μια μακρά διαδρομή στο χρόνο, από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι τον 4ο μ.Χ. αιώνα, οπότε κάποιος άγνωστος εισβολέας ισοπέδωσε έναν ακμαίο πολιτισμό που υπήρχε πάνω του, σε αδιάλειπτη συνέχεια 3.000 χρόνων ή και περισσότερο.
Τα ίχνη του οικισμού των πρωτομινωικών χρόνων στα κρηπιδώματα της νότιας ακτής και μια ελληνορωμαϊκή πολιτεία στο Βορρά, που έρχεται ανασκαφικά στο φως, προσδιορίζουν με ακρίβεια το χρονικό ορίζοντα για τα έργα και τις ημέρες των ανθρώπων που το κατοίκησαν, με κύρια ασχολία τους την παραγωγή του πορφυρού χρώματος από κοχύλια.
Μια τειχισμένη Ακρόπολη των πρωτομινωικών χρόνων, που δεν έχει ακόμη ανασκαφεί, αλλά με εμφανή τα επιφανειακά της ίχνη, είναι η έκπληξη και μαζί το ερώτημα, κατά πόσον οι μινωικές πόλεις είχαν οχυρώσεις.
Η αχιβάδα ενός θεάτρου, που το κοίλο του έχει σκαλιστεί στο μαλακό, άσπρο βράχο και βλέπει τη θάλασσα, είναι το θαύμα, καθώς αριθμεί περίπου χίλιες θέσεις!
Όπως και να το δεις, αυτό το μικρό νησί σε ταξιδεύει από τη μαγεία στην έκπληξη.

Τρία μίλια ωκεανός...
Καιρού θέλοντος, ένα καραβάκι ξεκινά από το λιμανάκι του Μακρύγιαλου κάθε πρωί τα καλοκαίρια, με πλώρη νοτιοανατολικά. Ταξίδι αβέβαιο στο ξεκίνημά του, γιατί ο αέρας ρίχνεται από τις πλαγιές του Αφέντη Χριστού και γίνεται κουβάρι στη θάλασσα, ένα μίλι έξω απ' το λιμάνι. Κι αυτές τις φορές το καραβάκι δεν λύνει κάβο.
Είναι πάλι και οι φορές που ο καιρός αφήνει να ταξιδέψεις στο νησί κι ύστερα, στα ξαφνικά, σηκώνεται ο αέρας, αναβάλλοντας επ' αόριστον την επιστροφή. Όπως και να έχουν τα πράγματα, ρισκάρεις. Αλλά η μαγεία είναι ρίσκο!
Το λιμανάκι του Μακρύγιαλου απέχει 35 χιλιόμετρα από την Ιεράπετρα, στ' ανατολικά. Και η πιο κοντινή απόσταση του νησιού από τις αφιλόξενες ακτές της Κρήτης, ακριβώς απέναντί του στο Γούδουρα, είναι μόλις τρία μίλια: Μια πισίνα, όταν η θάλασσα είναι στις καλές της κι ένας άγριος ωκεανός, όταν χύνεται πάνω της αψύς αέρας.
Ωστόσο, όταν ακούς τις «σειρήνες» (όσοι έχουν πάει) να το διαφημίζουν, δεν εύχεσαι άλλο από το να λύσει κάβους το καραβάκι και να πας.
Κουφονήσι το λένε οι ντόπιοι ακόμη και τώρα, παρότι σιγά σιγά επικρατεί το αρχαίο του όνομα, Λευκή, που επανέκαμψε μετά τις αρχαιολογικές ανασκαφές.
Το θαλασσινό ταξίδι από το Μακρύγιαλο είναι εννιά μίλια και διαρκεί περίπου μια ώρα, παραπλέοντας τις νότιες ακτές της Κρήτης.
Πλησιάζοντας στο νησί, οι πρώτες κοντινές εικόνες της χαμηλής αυτής στεριάς είναι αρκετές για να δικαιολογήσουν απολύτως το όνομα Λευκή, από το άσπρο έδαφος και τους λευκούς, παράξενους βράχους, που ορθώνονται σε ένα μοναδικό ανάγλυφο σχημάτων, με σπηλιές και γκρεμίσματα εδώ κι εκεί.
Το νερό της θάλασσας είναι ακόμη σκούρο, δηλώνοντας το μεγάλο βάθος που φτάνει και τα 400 μέτρα σ' αυτό το βαθύ υποθαλάσσιο φαράγγι, το οποίο χάσκει ανάμεσα στη Λευκή και τις κρητικές ακτές.
Μπροστά μας ξεχωρίζει πια μία συστάδα μικρών νησιών, που όλα μαζί είχαν παλιότερα το όνομα Κουφονήσια. Τα ονόματά τους είναι: Λευκή, Στρογγυλό, Μακρουλό, Τράχηλας και Μάρμαρα. Πολύ κοντά το ένα στο άλλο, ξεχωρίζοντας με στενά θαλασσινά περάσματα πενήντα -το πολύ- μέτρων μεταξύ τους.
Το μεγαλύτερο από τα τέσσερα είναι η Λευκή, μια χαμηλή στεριά πάνω στη θάλασσα, προσανατολισμένη από βορειοδυτικά προς νοτιοανατολικά, όπως δείχνει η πυξίδα μου.
Το ενδιαφέρον κεντρίζεται ολοένα και πιο πολύ, καθώς η μία διαπίστωση μετά την άλλη δημιουργεί ένα σωρό ερωτηματικά. Αυτή η χαμηλή στεριά δεν μοιάζει καθόλου με την απέναντι κρητική ακτή, που ορθώνεται με σκουρόχρωμους, πέτρινους, γυμνούς γκρεμούς. Η πρώτη κιόλας αίσθηση παραπέμπει πιο πολύ στην Αφρική. Μια μικρή Σαχάρα.
Φτάνοντας πια, με το καραβάκι έτοιμο να φουντάρει άγκυρα στα αβαθή, τα θαυμαστικά επιφωνήματα των επιβατών έχουν να κάνουν με τη θάλασσα. Νερά τροπικά, υπογάλαζα, πράσινα, τιρκουάζ, διαυγή, με ένα βυθό που μοιάζει με περίτεχνο μωσαϊκό.
Μια τεράστια πισίνα σχηματίζεται ανάμεσα στο νησάκι Μάρμαρα και το Μακρουλό, σ' ένα τοπίο μοναδικής αισθητικής, που παραπέμπει σε λουτρικές δεξαμενές της Πομπηίας. Μία χαλκόχρωμη αμμουδιά, σαν περίτεχνο χαλί, γίνεται βυθός μ' ένα μαγικό τρόπο, περνώντας κάτω από ένα άχρωμο νερό, που διαβαθμίζει αργά αργά ύστερα τις υπογάλαζες αποχρώσεις του, για να γίνει οριστικά τιρκουάζ. Και στο ρηχό βυθό, που είναι στρωμένος από λευκή, ψιλή άμμο, σαν ζάχαρη, βρίσκονται διάσπαρτα μικρά βότσαλα στο χρώμα του χαλκού, χωμένα στην άμμο. Πρόκληση για μια πρώτη βουτιά. Πριν το σκεφτείς έχεις βουτήξει...

Η Δήλος του Λιβυκού
Ο αρχαιολογικός χώρος αγγίζει κυριολεκτικά τη θάλασσα σ' αυτή την ομαλή αμμουδερή ακτή, που καίει όσο και η άμμος στη Σαχάρα. Η αίσθηση της ερήμου, έντονη και μοναδική, κυκλωμένη από θάλασσα.
Το κοίλο του θεάτρου στην άκρη της αμμουδιάς, μοιάζει με τεράστιο απολίθωμα αχιβάδας. Μπροστά και δεξιά του εκτείνεται η πόλη, η οποία έρχεται στο φως από τις ανασκαφές.  Έχει αποκαλυφθεί μόνο ένα μικρό κομμάτι της. Οι χίλιες θέσεις που έχει αυτό το θέατρο προϊδεάζει ασφαλώς για το μέγεθος της πόλης, όταν αποκαλυφθούν στο σύνολό τους τα ερείπιά της.
Προς το παρόν, οι ανασκαφές αποκάλυψαν -εκτός από το θέατρο- έναν τομέα της πόλης με εξαιρετικής κατασκευής κτίρια, όπως μαρτυρούν οι τοιχοδομές τους, τα λεπτοδουλεμένα επιχρίσματα και κονιάματα στους τοίχους, αλλά και τα μωσαϊκά τους δάπεδα.
Ηχεί ακόμη στ' αυτιά μου η φράση του αρχαιολόγου ανασκαφέα αυτού του χώρου, Νίκου Παπαδάκη: «Η Λευκή είναι η Δήλος του Λιβυκού».
Τον συνάντησα σε μια δροσερή αυλή μπροστά στη θάλασσα, στο σπίτι του στο Μακρύγιαλο, που βλέπει απέναντι τη Λευκή, το νησί στο οποίο φαίνεται να έχει αφιερώσει την ψυχή του ο αρχαιολόγος.
Κρατούσα σημειώσεις, αν και δεν ήταν ακριβώς συνέντευξη. Ο αρχαιολόγος είναι φίλος μου κι αυτές οι κουβέντες ξεφεύγουν από το τυπικό μιας συνέντευξης. Εγώ συγκεντρώνω υλικό για ένα βιβλίο, αναζητώντας μινωικά ίχνη σε τούτες τις ακτές, και ο αρχαιολόγος έχει τους δικούς του έρωτες γι' αυτή τη σημαντική ανασκαφή που έχει την υπογραφή του.
Κρατάει στα χέρια του ένα κοχύλι πορφύρας, από τα χιλιάδες που βρέθηκαν στα εργαστήρια της Λευκής. Μου δείχνει μια τρύπα στο κέλυφος, την οποία έχει προκαλέσει ανθρώπινο χέρι, με κάποιο κοπίδι προφανώς, καθώς μαρτυρεί το ομαλό κόψιμο στο χείλος της, και τον ακούω να μου λέει:« Ήξεραν πού να κόψουν το κοχύλι, για να πάρουν αυτό που θέλουν, τον ¨ανθό¨, όπως έλεγαν έναν αδένα, ο οποίος ύστερα από μια επεξεργασία δίνει το χρώμα της πορφύρας...»

Κέντρο παραγωγής πορφύρας η Λευκή. Μια πρώιμη «βιομηχανία» (τολμώντας αυτό τον όρο) από τους προϊστορικούς ακόμη χρόνους.
Βλέπω μπροστά μου χιλιάδες επεξεργασμένα κουφάρια κοχυλιών, με φανερά πάνω τους τα σημάδια της φωτιάς από το βράσιμό τους. Στρώματα τέτοιων κοχυλιών στο χώρο μπροστά από το θέατρο, στα χώματα της ανασκαφής.
Και είναι πάλι στ' αυτιά μου μία ακόμη φράση του αρχαιολόγου - ανασκαφέα:
Φαίνεται ότι από την Πρωτο-Μινωική εποχή, από το 2600 π.Χ., μέχρι και τον 4ο μ.Χ. αιώνα αυτή η δραστηριότητα εξακολουθεί αδιάλειπτα στη Λευκή. Με ελάχιστες παραλλαγές στην τεχνική, η Λευκή είναι ένα σημαντικό κέντρο παραγωγής της πορφύρας, αυτού του σπάνιου κόκκινου χρώματος, που είναι το χρώμα των ισχυρών. Για πολλούς αιώνες αυτό το χρώμα ήταν απαγορευμένο για το λαό, αλλά και απρόσιτο βέβαια λόγω της αξίας του. Η πορφύρα άξιζε όσο το ισόβαρό της σε ασήμι...»!
Στέκομαι μπροστά στο μεγάλο ορθογώνιο κτίριο στην οδό του θεάτρου, παρατηρώντας τις βαθυκόκκινες γραμμές στις σκοτίες του εξωτερικού κονιάματος των τοιχοδομών.
«Είναι από πορφύρα»!
Ανεξίτηλο σχεδόν αυτό το αρχαίο χρώμα, που αντιμάχεται σήμερα το φως του ήλιου, εκτεθειμένο σε σκληρές κλιματολογικές συνθήκες. Και παρ' όλα αυτά αντέχει.
Επιστρέφω συχνά στη φράση του αρχαιολόγου, ότι η Λευκή είναι η Δήλος του Λιβυκού, εννοώντας βεβαίως ότι κι αυτό το μικρό νησί έγινε μήλον της έριδος ανάμεσα στην  Ίτανο και την Ιεράπυτνα, διεκδικώντας κάθε μια για λογαριασμό της τον πλούτο του εξαιτίας της πορφύρας. Μια έχθρα που κράτησε αιώνες.
Μία πλάκα, εντοιχισμένη στο Μοναστήρι του Τοπλού, αποτυπώνει το κείμενο μιας διαιτησίας που αφορά τη διαμάχη των πόλεων Ιεράπυτνας και Ιτάνου για τη Λευκή και είναι γνωστή ως «Διαιτησία των Μαγνήτων». Η μακροχρόνια διαμάχη έκανε αναγκαία την καταφυγή των διαδίκων σε μια αδιάβλητη διαιτησία και προσέφυγαν έτσι στους Μάγνητες της Μικράς Ασίας, οι οποίοι είχαν φήμη «Δίκαιης κρίσης». Ούτε και αυτή η προσφυγή όμως έλυσε οριστικά τη διαμάχη.
Το οριστικό τέλος θα το δώσει η καταστροφή και η ισοπέδωση, εκεί γύρω στον 4ο μ.Χ. αιώνα, από μια απροσδιόριστη σήμερα εισβολή, που δεν άφησε πέτρα πάνω στην πέτρα.
Έκτοτε, η Λευκή νεκρώνεται. Η πόλη της πορφύρας τυλίγεται στο σάβανο της άμμου, που την καταπίνει.
Στις αρχές του περασμένου αιώνα το νησί, το οποίο είναι ιδιοκτησία της Μονής Τοπλού, νοικιάζεται ως βοσκότοπος στον Νικόλαο Ρεμουντάκη, που θα κτίσει πάνω στο νησί μια μικρή εκκλησία το 1926, τον Αϊ-Νικόλα, το μοναδικό κτίσμα που στέκει σήμερα στο νησί. Την ίδια περίοδο το νησί καλλιεργείται με σπορές σταριού και μένουν μόνιμα οκτώ οικογένειες.
Οι δυσκολίες πρόσβασης αλλά και οι εξοντωτικές συνθήκες διαβίωσης σ' αυτόν τον άνυδρο και γυμνό τόπο θα αναγκάσουν τον Ν. Ρεμουντάκη να εγκαταλείψει το νησί, το 1935, λέγοντας μια φράση πολύ χαρακτηριστική: «Δρόμο που δεν έχει καβαλίνες, άστονε».
Καβαλίνες λένε στην Κρήτη τις κοπριές του γαϊδάρου. Και είναι φανερό τι εννοεί αυτή η φράση, για τα τρία μίλια «δρόμο» τα οποία χωρίζουν το νησάκι από την Κρήτη, όταν φυσάνε δύσκολοι καιροί, που είναι δυνατόν να σ' αφήσουν για μέρες πολλές αποκλεισμένο στη Λευκή.
Στα μισά του περασμένου αιώνα γίνεται μάχη προκειμένου να εγκατασταθούν εκεί οι χανσενικοί. Προτιμήθηκε τελικά η Σπιναλόγκα στην Ελούντα, λόγω ευκολότερης πρόσβασης.
Έκτοτε, το νησί το επισκέπτονταν μόνο ψαράδες για τους ροφούς και για τους σκάρους του. Ψαρότοπος μοναδικός και φημισμένος. Θρυλούνται μάλιστα πολλά από τους γέροντες, ότι μέσα στις υποβρύχιες σπηλιές και τα θαλασσινά ξετρύπια των νησιών αυτών ζουν τεράστιοι ροφοί, «που δεν μπορεί να τα βάλει άνθρωπος μαζί τους»!
Μυθογραφείται ο τόπος, όπως βολεί κάθε φορά, και θα μου έπαιρνε χώρο να εξιστορήσω τέτοιες θαυμάσιες ιστορίες, που εκτρέπονται σε γοητευτικές υπερβολές, για να μαγεύει το άκουσμά τους.

Τα αρχαιολογικά ίχνη και οι ανασκαφές
Πρώτος, ένας  Άγγλος περιηγητής, υδρογράφος, γεωγράφος, με ικανές αρχαιολογικές γνώσεις, ο υποναύαρχος T.B. Spratt, στα μέσα του 19ου αιώνα, θα εντοπίσει τα πρώτα ίχνη μινωικών και άλλων αρχαιολογικού ενδιαφέροντος κτισμάτων στη Λευκή και θα γράψει μία αναφορά.
Θα ακολουθήσουν κι άλλοι ξένοι, αρχαιολόγοι και εξερευνητές, με τελευταίο τον Ζακ Ιβ Κουστό και την «Καλυψώ» του, το 1975. Σ' αυτή την αποστολή τού Κουστό θα συμμετασχει και ο νεαρός τότε αρχαιολόγος Νίκος Παπαδάκης, ο μετέπειτα ανασκαφέας, που έφερε στο φως το θέατρο πρώτα και στη συνέχεια κομμάτι της ελληνορωμαϊκής πόλης.
«Πρώτη φορά πήγα στη Λευκή το 1975, με τον Κουστό. Θυμάμαι ότι είχαμε μια περιπέτεια για να μπορέσει να δέσει το σκάφος, το "Καλυψώ'', και παραλίγο μάλιστα να μη μπορέσω να επιβιβαστώ στο σκάφος λόγω θαλασσοταραχής, όταν φεύγαμε, κινδυνεύοντας να αποκλειστώ μόνος μου πάνω στο νησί. Ήταν η αρχή μιας μεγάλης όσο και γοητευτικής περιπέτειας».
Οι επίσημες ανασκαφές αρχίζουν ένα χρόνο μετά την πρώτη επίσκεψη του αρχαιολόγου στη Λευκή, το καλοκαίρι του 1976.
Η αποκάλυψη του μεγάλου θεάτρου είναι η πρώτη ευχάριστη έκπληξη, καθώς το μέγεθος, η κατασκευή και τα υλικά που έχουν χρησιμοποιηθεί προϊδεάζουν για το μέγεθος της πόλης, αλλά και για την ποιότητα της ζωής της.
Μία κολώνα από φλεβωτό ροζ μάρμαρο, που είναι πεσμένη σήμερα στη σκηνή του θεάτρου, είναι ένα δείγμα χλιδής, όπως και οι καταπληκτικές κατασκευές στα λουτρά, που στέκουν οι ερειπιώνες τους πάνω απ' τη θάλασσα. Φτιαγμένα από κυβόσχημους πλίνθους, με ένα δαιδαλώδες σύστημα αγωγών νερού, προκαλούν την προσοχή και το ενδιαφέρον.
Αξίζει να σταθεί κανείς στη μεγάλη αίθουσα των ψυχρών λουτρών, με το ελλειψοειδές δάπεδο που είναι στρωμένο με μάρμαρο, και να προσέξει τα ίχνη τα οποία σώζονται από τις ορθομαρμαρώσεις στις βάσεις των τοίχων, και θα καταλάβει την ποιότητα αυτών των κατασκευών.
Το ίδιο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα υδραγωγεία, όπως και οι αγωγοί του νερού που διατρέχουν ένα κομμάτι του νησιού και διατηρούνται σε καταπληκτική κατάσταση.
Το νερό είναι το μεγάλο αίνιγμα γι' αυτή την πόλη, καθώς το νησί δεν διαθέτει πηγές, ούτε καν πηγάδια. Είναι προφανές ότι υπήρχε μια διαχείριση των όμβριων υδάτων, τα οποία θα πρέπει να συγκεντρώνονταν σε δεξαμενές.
Μία ηρωική ανασκαφή, αν κρίνω από τις αφηγήσεις του ανασκαφέα της, για τα εικοσαήμερα εκείνων των καλοκαιριών που διαρκούσαν οι ανασκαφές.
«Οι προσπάθειες των εργατών, που έπαιρναν μέρος στις ανασκαφές, θα έλεγα ότι ήταν ηρωικές, χωρίς καμιά υπερβολή. Ο δε ενθουσιασμός τους ήταν μεγάλος, κάθε φορά που ερχόταν στο φως κάτι σημαντικό. Σκληρή δουλειά και παραμονή στο νησί κάτω από άκρως αντίξοες συνθήκες».
Μοιάζει με ανέκδοτο αυτό που μου αφηγείται ο αρχαιολόγος, όταν το 1976 έστειλε στο υπουργείο Πολιτισμού για έγκριση ένα μάλλον ασήμαντο ποσό για τα έξοδα του καϊκιού που είχαν ναυλώσει για να πηγαινοέρχονται στο νησί την περίοδο των ανασκαφών.
Τα έξοδα δεν εγκρίθηκαν αρχικά, γιατί το υπουργείο ζητούσε μια βεβαίωση ότι τα πλοία της γραμμής δεν ... προσεγγίζουν στη Λευκή!
Ενδεχομένως το υπουργείο να μη γνώριζε καλά καλά κατά πού πέφτει η Λευκή...
Και σήμερα αυτός ο αφύλακτος χώρος χρειάζεται φροντίδα. Και η φροντίδα προϋποθέτει χρήματα, αλλά αυτό είναι πάντα μια... μίζερη ιστορία. Εδώ, η κοντινή Κάτω Ζάκρος, το τέταρτο μινωικό παλάτι, βρίσκεται σε κατάσταση φρικτής εγκατάλειψης. Και είναι καλοκαίρι του 2001 (Ιούλιος για την ακρίβεια), τρία χρόνια απόσταση από την καινούργια Ολυμπιάδα, έτσι, για να μη λέμε πολλά λόγια. Η εικόνα των περισσότερων αρχαιολογικών χώρων στην Ελλάδα προκαλεί θλίψη.  Έχουμε, είναι η αλήθεια, πολλούς, αλλά αυτός δεν είναι λόγος να μοιάζουν με σκουπιδότοπους, όπως η  Ίτανος, δίπλα απ' το Βάι, η μία από τις δύο πόλεις που διεκδικούσαν τη Λευκή.
Θλιβεροί συνειρμοί μπροστά σ' αυτή την εξαίσια εικόνα ενός πάμφωτου νησιού. Η περιοχή αυτή, του Γούδουρα και της Λευκής, έχει τη μεγαλύτερη ηλιοφάνεια στην Ευρώπη.

Διάσπαρτα απολιθώματα
Φαίνεται μια σταλιά τόπος κι όμως είναι βάσανο να τον περπατάς. Τα πόδια βουλιάζουν, όπως στην έρημο, και το βάδισμα είναι ασταθές, ανάμεσα στους πυκνούς θάμνους ή στα γυμνά σαθροχώματα.  Έτσι, οι διαδρομές ξεγελούν, και η κούραση στα πόδια έρχεται γρήγορα.
Περπάτησα ώρες αυτό το τοπίο, φορτωμένος μια βαριά φωτογραφική τσάντα, και η αποζημίωση ήρθε μέσα από μερικές εκατοντάδες slides και φωτογραφίες.
Ξαναβλέποντας στις φωτογραφίες αυτό το εντυπωσιακό ανάγλυφο του εδάφους της Λευκής, μπορώ να ταξινομώ καλύτερα ένα πλήθος πράγματα που έβρισκα μπροστά μου στη διάρκεια αυτής της περιπλάνησης.
Από τα πρώτα που τράβηξαν το ενδιαφέρον μου ήταν τα χιλιάδες (χωρίς υπερβολή, χιλιάδες) απολιθώματα των κοχυλιών που έβλεπα σε κάθε βήμα. Αλλοτε χωμένα μέσα στους μαλακούς «άσπρουγες», όπως λένε στην Κρήτη αυτούς τους μαλακούς - σαθρούς βράχους, που μπορείς να τους χαράξεις πολύ εύκολα ακόμη και μ΄ ένα ξύλο.  Άλλοτε πάλι χωμένα στα χαλαρά χώματα που τα σκάβεις με το χέρι.
Δεν γίνεται έτσι να έχεις δεύτερη σκέψη γι' αυτή την επιφάνεια, από το να δεχτείς πως αυτή η στεριά αναδύθηκε κάποτε από τη θάλασσα. Πριν από χιλιάδες ή εκατομμύρια χρόνια. Αυτά τα αμμοχώματα και οι άσπρουγες ήταν βυθός ίδιος μ' εκείνον στην «τροπική θάλασσα», μπροστά απ' το θέατρο. Αρκεί να κατέβεις μια... βόλτα στο βυθό για να καταλάβεις.
Μ' αυτή τη διαπίστωση, η Λευκή είναι ένα μεγάλο ανοιχτό μουσείο φυσικής ιστορίας.
« Έρχονται εδώ πολλοί τρελαμένοι μ' αυτά τα πράγματα και ψάχνουν. Τέτοια που κρατάς κι εσύ, φυτά διάφορα, βότανα, πεταλούδες...». Ο μπάρμπα-Αντώνης, ο οποίος μου μιλάει, περνάει τα καλοκαίρια του στη Λευκή, σε μια σκηνή και μια σπηλιά που έχει μπροστά της μια καλαμωτή.
Μας παρακολουθεί ένα αγριοκούνελο απ' το γκρεμό, απέναντι, κι ο μπάρμπα-Αντώνης μού το δείχνει λέγοντας: «Να ένας φίλος!».
Μια ελιά και τρία τέσσερα αλμυρίκια είναι όλα κι όλα τα δέντρα που καταφέρνουν να επιβιώσουν σ' αυτούς τους στείρους μαργαϊκούς ασβεστόλιθους, όπως είναι το επιστημονικό όνομα του «άσπρουγα».
Δεν λείπουν όμως τα μικρόφυτα, οι θάμνοι, οι πόες, τα μυριστικά χόρτα, τα βότανα. Ρεσάλτο κάνουν οι μυρωδιές από παντού σ' αυτόν τον παράξενο, σκληρό παράδεισο. Αποφεύγω να μπω σ' έναν ακόμη λαβύρινθο, αυτόν με τα φυτά και τα ζωύφια ή τα πουλιά και τις παράξενες αράχνες οι οποίες στήνουν περίτεχνους ιστούς στους θάμνους, μοιάζοντας οι ίδιες με εντυπωσιακά μονόπετρα δακτυλιδιών. Θα πω μόνο ότι η Λευκή, για όσους ενδιαφέρονται, είναι ένα σπουδαίο μουσείο φυσικής ιστορίας, βοτανικής και γεωλογίας, πέρα από τις αρχαιότητες.

Η περιοχή του Φάρου
Ντρέπομαι που το γράφω, αλλά έτσι είναι. Τυχαίνει να έχω γεννηθεί σ' αυτά τα μέρη, έχω περπατήσει την Κρήτη ολόκληρη και ποτέ δεν είχα δώσει σημασία σ' αυτό το μικρό νησί, μέχρι που έπεσε στα χέρια μου ένας παλιός χάρτης με μια επισήμανση μινωικής θέσης πάνω του.  Έτσι, υπέκυψα στη Μεγάλη Μητέρα Θεά, αναζητώντας αυτή τη μινωική θέση, για να βρεθώ στον παράδεισο.
Τα μινωικά ίχνη, που εντόπισε και ο Αγγλος Spratt, βρίσκονται στην περιοχή του φάρου, ακριβώς πάνω στο «φρύδι» των νότιων ακτών. Πρόκειται για επιφανειακά ίχνη τειχών(;), χωρίς καμιά ανασκαφική διερεύνηση του χώρου.
Στην ίδια περιοχή σώζονται ίχνη βαθμιδωτού Ναού των ελληνορωμαϊκών χρόνων, και δύο κομμάτια από ένα κολοσσιαίο άγαλμα, χωρίς το κεφάλι του και σε άθλια κατάσταση.
« Ίσως είναι κάποιος Ποσειδώνας...», που τον έχει φάει ο αέρας, το αλάτι, οι βροχές και ο ήλιος. Ούτε ο τεράστιο άγαλμα, ούτε ο Ναός είχαν καλή τύχη, αφού ο φάρος που κτίσθηκε εκεί γύρω στα 1925... δανείσθηκε τα μάρμαρά τους, σκυλεύοντας έτσι τις αρχαιότητες. Στα χαλάσματα του φάρου, που βομβαρδίστηκε ανηλεώς από τους Γερμανούς στη διάρκεια του πολέμου, διακρίνονται τα σπαράγματα των μαρμάρων του Ναού.
«Υπάρχουν σπηλιές στις οποίες αναγνωρίζονται ίχνη προϊστορικής λατρείας».
Είναι η επισήμανση του φίλου - αρχαιολόγου. Ωστόσο, το μινωικό πρόσωπο της Λευκής παραμένει ακόμα σκοτεινό και εν πολλοίς άγνωστο, πέρα από τη διαπίστωση ότι και η εγκατάσταση των Μινωιτών στο νησί έχει τη ρίζα της στην επεξεργασία της πορφύρας.
«Κατεργασμένα κελύφη πορφύρας βρέθηκαν σε χώρους με ίχνη μινωικής κατοίκησης». Αυτή είναι η επίσημη διαβεβαίωση του αρχαιολόγου - ανασκαφέα.

Στο όνομα της Πορφύρας
Πορφυρό χρώμα, με ό,τι κι αν αυτό σημαίνει, από τις βαθυκόκκινες κολώνες του ανακτόρου της Κνωσού, μέχρι την τήβεννο των αυτοκρατόρων της Ρώμης και ό,τι υπάρχει ενδιάμεσα, συμβολίζει υπέρτατη εξουσία.
Το χρώμα της ισχύος!
«Οι τεχνικές, όπως και το μυστικό για την παραγωγή της πορφύρας στη Λευκή, δεν φαίνεται να άλλαξαν και πολύ από τα μινωικά χρόνια μέχρι τα ελληνορωμαϊκά. Βελτιώθηκε κάπως η μέθοδος παραγωγής και βιομηχανοποιήθηκε, κατά κάποιο τρόπο. Οι Μινωίτες σπούσαν τα κοχύλια για να πάρουν την πρώτη ύλη, ενώ στην ελληνορωμαϊκή περίοδο άνοιγαν μια τρύπα ακριβώς εκεί που ήθελαν...».

Από κει και πέρα, παραμένει η βασική μέθοδος. Τα όστρεα της πορφύρας (Murex Trunculus) τα ψάρευαν το φθινόπωρο ή την άνοιξη και τα διατηρούσαν ζωντανά, αποθηκεύοντάς τα σε μεγάλους κύρτους, ώσπου να συγκεντρωθούν πολλά. Κι αυτό γιατί η ποσότητα της πορφύρας που δίνει ένα κοχύλι δεν ξεπερνά τη μια μόλις σταγόνα βαφής.
«Αφού έπαιρναν από το κοχύλι το "άνθος", ένα μικρό αδένα, δηλαδή, που δίνει ένα υγρό γαλακτώδες, το έβραζαν σε άλμη με ξύδι και το άφηναν για ένα διάστημα στον ήλιο. Στη συνέχεια το έβραζαν πάλι και το ανακάτευαν με άλλες ουσίες μέχρι να πάρει την επιθυμητή απόχρωση».
Εφτά τόνοι του κόκκινου, αλλά και αποχρώσεις του κίτρινου και του μπλε, ήταν οι βαφές που έβγαιναν από τα εργαστήρια της Λευκής. Κι αυτό το μυστικό, που έδινε όλες αυτές τις αποχρώσεις, δεν ξέφυγε ποτέ από το νησί.
Ο αρχαιολόγος είναι σαφής, όταν μου λέει:
«Την πορφύρα ως βαφή δεν την πουλούσαν. Οι βαφές των υφασμάτων έπρεπε να γίνουν στη Λευκή».
Συνεπώς, ανθεί μια δεύτερη «βιομηχανία» δίπλα σ' αυτήν της παραγωγής του χρώματος της πορφύρας και δεν είναι άλλη από τη βαφή των υφασμάτων. Το μυστικό παραμένει εφτασφράγιστο, ενώ η αξία της βαφής «είναι το ισόβαρο της πορφύρας σε ασήμι».
Όλα αυτά ίσως να δίνουν μια εξήγηση για τον πλούτο και τη χλιδή αυτής της μέχρι πρότινος άγνωστης πόλης, που άνθισε για περισσότερους από τριάντα αιώνες πάνω σ' αυτό το μικρό νησί.
«Οι Πτολεμαίοι είχαν εγκαταστήσει στο νησί φρουρά αιγυπτιακή».
Ακόμη μια μαρτυρία για την προστασία του πλούτου, που προσπορίζει η βαφή της πορφύρας στο νησί και στους προστάτες του.
«Η Δήλος του Λιβυκού»!
Πώς αλλιώς να εξηγηθεί αυτή η φράση του αρχαιολόγου, που με επιγραμματικό τρόπο προσδιορίζει τη μοίρα του νησιού, μέχρι την τελική τραγωδία, την επιδρομή η οποία έφερε το τέλος, την καταστροφή.

Στον Τροπικό του Λιβυκού
Οι περισσότεροι από τους σημερινούς επισκέπτες του νησιού ενδεχομένως να μην ενδιαφέρονται τόσο για τις αρχαιότητές του. Απλά, «τυχαίνει» να... σκοντάφτουν πάνω τους και ρίχνουν μια ματιά, χωρίς καλά καλά να καταλαβαίνουν τι συμβαίνει.
Εντυπωσιάζονται ή παραξενεύονται, ίσως, από ένα τόσο μεγάλο θέατρο σ' ένα τόσο μικρό τόπο, δεν υπάρχει όμως κανένα βοήθημα, για να καταλάβουν περί τίνος πρόκειται.
Ξέρουν όμως -πριν ακόμη πατήσουν το πόδι τους στο νησί- ότι θα βρουν μια «τροπική» θάλασσα και αποζητούν αυτό ακριβώς, μια ημερήσια «περιπέτεια» στον «Τροπικό του Λιβυκού».
«Οι πιο πολλοί ξανάρχονται δυο και τρεις φορές ή και παραπάνω. Τους αρέσει ο τόπος...»! Ο μπάρμπα-Αντώνης μιλάει απλά. Ούτε κι εκείνος ξέρει πολλά πράγματα για τις αρχαιότητες, μιλάει όμως μ' ένα σέβας γι' αυτές, φανερό στα μάτια του, και μ' ένα θαυμασμό, που δεν κρύβεται.
«Δεν ξέρω πολλά να σου πω για όλα αυτά, μα είναι σπουδαία...»! Αυτή και μόνο η φράση του αρκεί. Μοιράζεται μαζί τους τις νύχτες του καλοκαιριού: «Με τα πολλά άστρα στον κρυσταλλένιο απέραντο ουρανό, την αφόρητη υγρασία που τρυπάει τα κόκαλα και τα... σύννεφα των κουνουπιών που σε τρελαίνουν...».
Μου μιλάει για το λιμανάκι της πριγκίπισσας και με στέλνει δυτικά να βρω τις ακτές του παραδείσου. Πριγκίπισσα εννοεί την Νταϊάνα της Αγγλίας, τη «θλιμμένη πριγκίπισσα», που συνήθιζε να επισκέπτεται τη Λευκή με μία θαλαμηγό και να κολυμπά στις παραλίες της δυτικής ακτής.
Ακολουθώ την ακτογραμμή. Κοιτάζω από ψηλά τους μικρούς όρμους με τα προκλητικά νερά, που κανένας τους δεν μοιάζει με τον άλλο. Στον πρώτο ορμίσκο η παραλία είναι κατάλευκη, και όταν κατεβαίνω διαπιστώνω ότι η ακτή της είναι όλη από ελαφρόπετρα! Θαρρείς και είναι ένας εκτυφλωτικά λευκός κρατήρας ηφαιστείου με ασπροπράσινα νερά.
Ένας άσπρος βράχος σε σχήμα σπαθιού, ο οποίος προχωρεί μέσα στη θάλασσα, χωρίζει αυτό τον όρμο απ' τον επόμενο. Ο βράχος λέγεται «σπαθί». Γύρω του στέκονται ένα πλήθος άλλων βράχων, που μοιάζουν με γλυπτά, καθώς έχει σμιλέψει η θάλασσα και ο αέρας το κορμί τους, δίνοντάς τους μορφές και σχήματα. Μια παράξενη «γλυπτοθήκη», που... καταπίνει τα φιλμ της μηχανής μου.
Στον δίπλα όρμο τα νερά είναι χρυσά, όπως και η ακτή. Βότσαλα μικρά, χρυσόχρωμα, κάνουν τη θάλασσα να μοιάζει με λειωμένο χρυσάφι, που σαλεύει αργά και μαγνητίζει.
«Η θάλασσα της πριγκίπισσας»
Έτσι, απλά. Ο «Τροπικός», πολλές μοίρες πιο βόρεια απ' τη θέση του. Ο «Τροπικός του Λιβυκού» ή, έστω, μία από τις πύλες των θαυμάτων.
Φεύγοντας από τη Λευκή είπα την ίδια λέξη που τριγυρίζει κρυφά μέσα μου κάθε φορά που φεύγω από τη Ρώμη: Arrivederci...



 

Η Θηρασιά
Ορεινή Κορινθία
Η Λεύκη
Ο Μόχλος
Στον Όλυμπο
Ο Σαραντάπηχος
Το Σκινοσέλι
Το Σουφλί
Οι Σπέτσες
Η Σύρος εκ των έσω
Ο Τριπόταμος
Στα Τζίντζινα
Η Λευκάδα του Τυρκουάζ
Γύθειο, η γη των θεών
Στον Παρνασσό
Η Μονεμβασιά
Η Δημητσάνα
Η Σίφνος
Tο Mεσολόγγι
Η Κομοτηνή
Η Αρναία
Προορισμοί εντός:
Λίμνη Κερκίνη, Χίος, Μακρινίτσα, Kορυσχάδες, Καλάβρυτα, Κέρκυρα
Καλοκαίρι στα άκρα:
Ηράκλεια, Θηρασιά,
Αμοργός, Δονούσα, Αστυπάλαια,
Τήλος, Νίσυρος

Θεσσαλονίκη
Φύσηξε ο βαρδάρης...

Ραψάνη:
Στη σκιά του Ολύμπου

Γκιώνα:
Ανάβαση στη κορυφή

Κόζιακας:
Μιαiηλιόλουστηiμέρα